Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΣΧΑΛΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΣΧΑΛΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Το Πασχάλιο και το Εορτολόγιο ως ενιαία έκφραση της Ιεράς Παραδόσεως της Εκκλησίας

 

Τὸ ζήτημα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς θέμα χρονολογικοῦ ὑπολογισμοῦ, ἀλλὰ συνδέεται μὲ τὴν Ἱερὰ Παράδοση, τὴ λειτουργικὴ ζωή καὶ τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἡ παροῦσα μελέτη, 

Τὸ ζήτημα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς θέμα χρονολογικοῦ ὑπολογισμοῦ, ἀλλὰ συνδέεται μὲ τὴν Ἱερὰ Παράδοση, τὴ λειτουργικὴ ζωή καὶ τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἡ παροῦσα μελέτη, ἐξετάζει μία ἰδιαιτέρως σημαντικὴ ἱστορικὴ μαρτυρία: τὸ πατριαρχικὸ Σιγίλλιο τοῦ 1583, τὸ ὁποῖο διασώζεται σὲ χειρόγραφο τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἑλλάδος καὶ δημοσιεύθηκε ἐπιστημονικῶς τὸ 2014.

Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ὅτι στὸ κείμενο αὐτὸ τὸ Πασχάλιο καὶ τὸ Ἑορτολόγιο μνημονεύονται ἀπὸ κοινοῦ καὶ συνδέονται μὲ τὴν παραδεδομένη ἐκκλησιαστικὴ τάξη.

Μὲ βάση τὴ μαρτυρία αὐτή, καθὼς καὶ πρόσθετα συνοδικὰ καὶ κανονικὰ τεκμήρια, ἡ μελέτη ἐπιχειρεῖ νὰ καταδείξῃ ὅτι ἡ διατήρηση τοῦ Πασχαλίου καὶ τοῦ Ἑορτολογίου ἀποτελεῖ, κατὰ τὴν πατριαρχικὴ ἀντίληψη τῆς ἐποχῆς, ἑνιαῖο ζήτημα σεβασμοῦ πρὸς τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοση.

Ἡ δημοσίευσή της ἀποσκοπεῖ στὴν πληρέστερη ἱστορικὴ καὶ θεολογικὴ κατανόηση ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖο ἐξακολουθεῖ νὰ ἀπασχολῇ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση.

ΚΑΤΕΒΑΣΜΑ PDF ΕΔΩ:

 

 

 

Τὸ Πασχάλιο καὶ τὸ Ἑορτολόγιο ὡς ἑνιαία ἔκφραση τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας

Ἡ σημαντικὴ μαρτυρία ἑνὸς πατριαρχικοῦ Σιγιλλίου τοῦ 1583

Ἕνα σημαντικὸ χειρόγραφο τοῦ τέλους τοῦ 16ου αἰῶνος μαρτυρεῖ ὅτι ἡ ὑπεράσπιση τοῦ παραδεδομένου Πασχαλίου δὲν ἦταν ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴ διατήρηση τοῦ Ἐορτολογίου. Ἀντίθετα, καὶ τὰ δύο ἀντιμετωπίζονταν ὡς συνδεδεμένα στοιχεῖα τῆς ἀποστολικῆς καὶ πατερικῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας.

Α΄. Ἕνα σημαντικὸ ἱστορικὸ τεκμήριο

Ἡ Γρηγοριανὴ ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμιση τοῦ 1582, ποὺ πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄, προκάλεσε σοβαρὸ προβληματισμὸ καὶ ἀντιδράσεις ἐκ μέρους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἡ μεταρρύθμιση αὐτὴ δὲν περιοριζόταν σὲ μία ἁπλὴ διόρθωση τῶν ἡμερομηνιῶν, ἀλλὰ περιελάμβανε καὶ νέο τρόπο προσδιορισμοῦ τοῦ Πάσχα. Ἐπομένως, ἐπηρέαζε τόσο τὸν ἐτήσιο ἑορταστικὸ κύκλο ὅσο καὶ τὴν κοινὴ λειτουργικὴ τάξη τῶν Χριστιανῶν.

Ἰδιαίτερη σημασία διὰ τὴν ἐξέταση τοῦ ζητήματος ἔχει ἕνα πατριαρχικὸ ἔγγραφο τοῦ Ἰανουαρίου 1583, τὸ ὁποῖο ἀποδίδεται στοὺς Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμία Β΄ καὶ Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρο.

Τὸ ἔγγραφο διασώθηκε στὸν χειρόγραφο κώδικα 2347 τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἑλλάδος, στὰ φύλλα 48r–51v, καὶ δημοσιεύθηκε ἐπιστημονικὰ τὸ 2014 ἀπὸ τὴν ἐρευνήτρια Βασιλικὴ Τζώγα.[1] Ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους τῆς Μικρᾶς Ρωσίας, οἱ ὁποῖοι ἀντιμετώπιζαν τὴν προσπάθεια εἰσαγωγῆς τοῦ νέου ἡμερολογίου στὴν ἐκκλησιαστική τους ζωή.

Ἡ ἰδιαίτερη ἀξία τοῦ κειμένου βρίσκεται στὸ ὅτι παρουσιάζει τὴν πατριαρχικὴ ἀντιμετώπιση τοῦ ζητήματος καὶ συνδέει ρητὰ τὸ Πασχάλιο μὲ τὸ Ἐορτολόγιο καὶ τὴν παραδεδομένη ἐκκλησιαστικὴ τάξη.

Β΄. «Τὸ παρ᾿ ἡμῖν παλαιὸν Πασχάλιον καὶ Ἐορτολόγιον»

Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ χαρακτηριστικὰ χωρία τοῦ Σιγιλλίου, οἱ Πατριάρχες διακηρύσσουν:

«οὐκ ἔστιν ἀσύστατον τὸ παρ᾿ ἡμῖν παλαιὸν πασχάλιον καὶ ἑορτολόγιον».[2]

Ἡ διατύπωση αὐτὴ ἔχει ἰδιαίτερη θεολογικὴ καὶ ἐκκλησιολογικὴ σημασία. Οἱ Πατριάρχες δὲν ἀναφέρονται μόνο στὸ Πασχάλιο, οὔτε περιορίζουν τὴν ὑπεράσπιση τῆς παραδεδομένης τάξεως ἀποκλειστικὰ στὸν προσδιορισμὸ τῆς ἡμέρας τοῦ Πάσχα. Ἀντιθέτως, χρησιμοποιοῦν μία κοινὴ διατύπωση, συμπεριλαμβάνοντας σὲ αὐτὴν τόσο τὸ Πασχάλιο ὅσο καὶ τὸ Ἐορτολόγιο.

Ἡ σύνδεση αὐτὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς λεκτική. Ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς ἀντιλήψεως ὅτι ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἑορταστικὸς κύκλος συγκροτεῖ μία παραδεδομένη λειτουργικὴ τάξη, τῆς ὁποίας τὰ ἐπιμέρους στοιχεῖα συνδέονται μεταξύ τους.

Ἰδιαίτερη βαρύτητα ἔχει ἡ ἔκφραση «τὸ παρ᾿ ἡμῖν». Μὲ τὴν ἔκφραση αὐτὴ οἱ Πατριάρχες δὲν περιγράφουν ἁπλῶς ἕνα ἡμερολογιακὸ σύστημα. Ἀναφέρονται στὴν τάξη ποὺ ἔχει ἐπικρατήσει καὶ διατηρεῖται μέσα στὴν Ἐκκλησία.

Ἐπομένως, τὸ Ἐορτολόγιο δὲν παρουσιάζεται ὡς ἕνα ἀδιάφορο ζήτημα, ἀνεξάρτητο ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση, ἀλλὰ ὡς μέρος τῆς παραδεδομένης ἐκκλησιαστικῆς πράξεως.

Γ΄. Ἡ σύνδεση μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο

Οἱ Πατριάρχες χαρακτηρίζουν τὸ παραδεδομένο Πασχάλιο καὶ Ἐορτολόγιο ὡς σύμφωνο μὲ ὅσα καθόρισαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Νικαίας.[3]

Ἡ ἐπίκληση τῶν Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου δὲν γίνεται ἁπλῶς διὰ νὰ ἐνισχυθῇ ἕνα ἀστρονομικὸ ἐπιχείρημα. Ἀντίθετα, ἐντάσσει τὸ ζήτημα μέσα στὸ πλαίσιο τῆς συνοδικῆς καὶ πατερικῆς Παραδόσεως.

Βεβαίως, ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συνδέεται ἄμεσα μὲ τὸ ζήτημα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι καθόρισε ἡ ἴδια ὅλες τὶς ἀκίνητες ἑορτές. Ὡστόσο, τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Πατριάρχες τοῦ 1583 συμπεριλαμβάνουν τὸ Ἐορτολόγιο στὴν ἴδια ὑπεράσπιση μὲ τὸ Πασχάλιο δείχνει ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψή τους, ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑορτολογικὴ τάξη δὲν μποροῦσε νὰ ἀντιμετωπίζεται ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν Παράδοση τῶν Ἁγίων Πατέρων.

Δ΄. Ἡ ἀποφασιστικὴ μαρτυρία: «ἃ παρελάβετε παρὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων»

Οἱ Πατριάρχες παραγγέλλουν:

«μένετε τοιγαροῦν πάντες ὑμεῖς οἱ εὐσεβεῖς καὶ ὀρθόδοξοι, ἐνστερνιζόμενοι καὶ περιπτυσσόμενοι ἃ παρελάβετε, παρὰ τε τῶν σοφῶν Ἀποστόλων, καὶ τῶν λοιπῶν ἁγίων Πατέρων».[4]

Ἡ διατύπωση αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ κλειδὶ διὰ τὴν κατανόηση ὁλόκληρης τῆς πατριαρχικῆς θέσεως. Οἱ πιστοὶ καλοῦνται νὰ παραμείνουν σταθεροὶ σὲ ὅσα παρέλαβαν ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες.

Ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπίκληση τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων, τὸ Σιγίλλιο προσδιορίζει συγκεκριμένα τὸ περιεχόμενο τῆς παραδεδομένης τάξεως:

«διακατέχοντες ἀσφαλῶς τὸ ἐπικρατήσαν περὶ τε τοῦ Πάσχα κανόνιον, καὶ τῶν λοιπῶν ἑορτασίμων ἡμερῶν».[5]

Ἐδῶ ἡ μαρτυρία εἶναι ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτική. Ἡ ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ Παράδοση, τὸ Πασχάλιο καὶ οἱ λοιπὲς ἑορτάσιμες ἡμέρες συνδέονται σὲ μία ἐνιαία νοηματικὴ ἀκολουθία.

Ἡ μαρτυρία αὐτὴ ἔχει ἰδιαίτερη βαρύτητα, διότι δὲν προέρχεται ἀπὸ μεταγενέστερη θεολογικὴ ἑρμηνεία, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ διατύπωση τοῦ πατριαρχικοῦ ἐγγράφου.

Ε΄. Ἡ μεταβολὴ τοῦ Ἐορτολογίου καὶ τοῦ Πασχαλίου ὡς κοινὸ πρόβλημα

Ἐξετάζοντας τὶς συνέπειες τῆς Γρηγοριανῆς μεταρρυθμίσεως, οἱ Πατριάρχες παρατηροῦν ὅτι μὲ τὴν νέα ρύθμιση:

«τὰς μὲν ἑορτασίμους ἡμέρας, συνέβη πάσας ἀνατραπῆναι· μάλιστα δὲ τὴν σεβασμίαν τε καὶ σωτήριον ἡμέραν τοῦ ἱεροῦ Πάσχα».[6]

Ἡ μεταρρύθμιση χαρακτηρίζεται ὡς ἀνατροπὴ τῶν ἑορτασίμων ἡμερῶν, μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα. Ἐπομένως, ἡ πατριαρχικὴ κριτικὴ δὲν στρέφεται ἀποκλειστικὰ κατὰ τοῦ νέου πασχαλίου ὑπολογισμοῦ, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται καὶ στὴ μεταβολὴ τῆς ἑορτολογικῆς τάξεως.

Τὸ Σιγίλλιο ἀντιμετωπίζει τὶς ἐπεμβάσεις στὸ Πασχάλιο καὶ τὸ Ἐορτολόγιο ὡς μέρη τοῦ ἴδιου ἐκκλησιαστικοῦ προβλήματος.

ΣΤ΄. Ἡ ἐκκλησιολογικὴ Παράδοση καὶ ὁ κίνδυνος τῶν αὐθαιρέτων καινοτομιῶν

Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀποτελεῖ ἄθροισμα ἀνεξαρτήτων κοινοτήτων, οἱ ὁποῖες μποροῦν νὰ μεταβάλλουν αὐθαιρέτα τὴν κοινὴ λατρευτική τους ζωή. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα ἐκφράζεται ὄχι μόνο μὲ τὴν κοινὴ πίστη, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν κοινὴ λατρεία καὶ τὴ συμμετοχὴ στὴν παραδεδομένη λειτουργικὴ τάξη.

Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, οἱ Πατριάρχες τοῦ 1583 προτρέπουν τοὺς Ὀρθοδόξους νὰ διατηροῦν τὴν παραδεδομένη τάξη καὶ νὰ μὴν ἀποδέχονται τοὺς νεωτερισμοὺς τῆς Γρηγοριανῆς μεταρρυθμίσεως.[7] Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ Ἐορτολόγιο, ὡς μέρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας, δὲν ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τοὺς Πατριάρχες ὡς ζήτημα ἄσχετο μὲ τὴν Ἱερὰ Παράδοση.

Ζ΄. Ἐνισχυτικὰ Ὀρθόδοξα τεκμήρια

Ἡ θέση τοῦ Σιγιλλίου δὲν ἀποτελεῖ μεμονωμένη ἐκδήλωση· ἐνισχύεται ἀποδεικτικὰ ἀπὸ τρεῖς πρόσθετες στρώσεις μαρτυριῶν.

1. Συνοδικὴ ἐπανάληψη. Οἱ Σύνοδοι 1583, 1587 καὶ 1593

Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἱερεμίας Β΄ ὁ Τρανὸς συγκάλεσε τρεῖς Πανορθοδόξους Συνόδους (1583, 1587 καὶ 1593), οἱ ὁποῖες μὲ σιγίλλια καὶ ἐγκυκλίους καταδίκασαν τὸ «νέον καλενδάριον» ὡς ἀντικανονικό. Ἡ συνοδικὴ ἀπόφαση τοῦ 1583 ἐπισημαίνει ὅτι διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως «παραβιάζονται οἱ ἀποστολικὲς καὶ συνοδικὲς διατάξεις περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα», καὶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης «μετέθετο τὰ καλῶς περί τοῦ ἱεροῦ Πάσχα τοῖς Χριστιανοῖς τελούμενα, τὰ ἀπὸ τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου τῶν 318 θεοφόρων Πατέρων ὁρισθέντα».[8] Ἀποδεικνύεται λοιπόν ὅτι ἡ ἑνιαία θέση Πασχαλίου–Ἐορτολογίου  εἶναι σταθερὴ πανορθόδοξη θέση, ὄχι περιστασιακὴ διατύπωση.

2. Κανονικὴ θεμελίωση. Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες καὶ τὸ Πηδάλιον

Ἡ σύνδεση τοῦ ἑορταστικοῦ ζητήματος μὲ τὴν Παράδοση δὲν εἶναι ἐφεύρημα τοῦ 1583· θεμελιώνεται στὸν κανονικὸ καί παραδοσιακό θησαυρὸ τῆς Ἐκκλησίας:

Ἀποστολικὸς Κανὼν Ζ΄: ὅποιος ἑορτάζει τὸ Πάσχα «μετὰ τῶν Ἰουδαίων» εἶναι παραβάτης — ὁ προσδιορισμὸς τοῦ Πάσχα εἶναι θέμα ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου.

Κανὼν Α΄ Ἀντιοχείας: ἐπιβεβαιώνει τὴν τάξη τῆς Νικαίας περί τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ.

Κανόνες ΛΖ΄ καὶ ΛΗ΄ Λαοδικείας: περὶ κοινῆς ἑορτολογικῆς τάξεως καὶ διαχωρισμοῦ ἀπὸ τὸ ἰουδαϊκὸ ἑορτολόγιο.

Οἱ κανόνες αὐτοὶ ἑρμηνεύονται στὸ Πηδάλιον τῶν Ἀγαπίου Ἱερομονάχου καὶ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου (1800), τὸ ὁποῖο θεωρεῖται ἐπίσημη κανονικὴ συλλογὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.[9]  Ὁ Ἅγιος Νικόδημος, «ὁ μεγαλύτερος τῶν νεωτέρων κανονολόγων», ἀντιμετωπίζει τὸ ζήτημα τοῦ Πάσχα ῥητὰ ὡς κανονικὸ-παραδοσιακό. Ἔτσι ἡ θέση τοῦ Σιγιλλίου ἔχει προηγούμενο δεκαέξι αἰώνων.

3. Συνεχιζόμενη πατριαρχικὴ μαρτυρία: ἡ Ἐγκύκλιος τῶν Ἀνατολικῶν Πατριαρχῶν τοῦ 1848

Στὴν Ἐγκύκλιο τῶν τεσσάρων Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων (Κωνσταντινούπολις, Ἀλεξάνδρεια, Ἀντιόχεια, Ἱεροσόλυμα, Μάιος 1848) διακηρύσσεται ἡ ἀρχὴ ὅτι οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι μποροῦν αὐτοτελῶς νὰ εἰσάγουν «νέα» στὴ λατρευτικὴ ζωή:

«παρ᾿ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησαν ποτὲ εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ».[10]

Ἡ μαρτυρία αὐτὴ ἐπιβεβαιώνει κατευθείαν τὴν ἐνότητα ΣΤ΄: ἡ ἑορτολογικὴ τάξη ἀνῆκει στὴν διατήρηση τῆς Παραδόσεως, ὄχι σέ μία «διαχειριστικὴ προσαρμογή».

4. Ἡ  σύγχρονη πραγματικότητα

Ἡ κανονικὴ αὐτὴ αὐτοσυνειδησία ἐκφράστηκε καὶ στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. Οἱ προσπάθειες μεταβολῆς τοῦ Ἐορτολογίου (Ἱερὰ Σύνοδος 1919–1920, Δ΄ Πανορθόδοξος Συνέλευσις Κωνσταντινουπόλεως 1923) προκάλεσαν ἔνταση ἀκριβῶς διότι, καὶ ἀπὸ τὶς δύο πλευρές, ἡ μεταβολὴ τοῦ Ἐορτολογίου ἐννοεῖτο ὡς ζήτημα Παραδόσεως καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος.

Η΄. Συμπέρασμα: Ἡ ἑνιαία θέση τοῦ Πασχαλίου καὶ τοῦ Ἐορτολογίου στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας

Ἀπὸ τὴν ἐξέταση τοῦ πατριαρχικοῦ ἐγγράφου τοῦ 1583 προκύπτει ἕνα σαφὲς ἱστορικὸ καὶ ἐκκλησιολογικὸ συμπέρασμα, ἐνισχυόμενο ἀπὸ τὰ πρόσθετα τεκμήρια:

  1.        Οἱ Πατριάρχες ἀναφέρονται ἀπὸ κοινοῦ στὸ «παλαιὸν πασχάλιον καὶ ἑορτολόγιον».
  2.        Συνδέουν τὴ διατήρηση τοῦ Πασχαλίου καὶ τῶν λοιπῶν ἑορτασίμων ἡμερῶν μὲ ὅσα παρέλαβαν οἱ πιστοὶ ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες.
  3.        Ἀντιμετωπίζουν τὴ μεταβολὴ τῶν ἑορτῶν καὶ τοῦ Πάσχα ὡς κοινὸ πρόβλημα τῆς Γρηγοριανῆς μεταρρυθμίσεως.
  4.       Ἡ θέση αὐτὴ ἐπαναλαμβάνεται συνοδικῶς (1583, 1587, 1593), θεμελιώνεται στὴν κανονικὴ παράδοση (Ἀπ. Ζ΄, Ἀντ. Α΄, Λαοδ. ΛΖ΄/ΛΗ΄, Πηδάλιον) καὶ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὴν Ἐγκύκλιο τοῦ 1848.

Ἀποδεικνύεται λοιπόν ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν πατριαρχικὴ ἀντίληψη ποὺ ἀποτυπώνεται στὸ ἔγγραφο τοῦ 1583 καὶ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὴ συνέχεια τῆς συνοδικῆς καὶ κανονικῆς Παραδόσεως, ἡ διατήρηση τοῦ Ἐορτολογίου συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴ διατήρηση τοῦ Πασχαλίου, καὶ ἀμφότερα ἐντάσσονται στὴ συνέχεια τῆς ἀποστολικῆς καὶ πατερικῆς Παραδόσεως.

Ἡ θέση αὐτὴ δὲν στηρίζεται στὰ ἀμφισβητούμενα ἀναθέματα ἄλλης μορφῆς τοῦ λεγομένου Σιγιλλίου τοῦ 1583, ἀλλὰ σὲ αὐτοτελεῖς μαρτυρίες, ὅπως τὸ δημοσιευμένο χειρόγραφο, τὶς συνοδικὲς ἀποφάσεις τῶν τριῶν Συνεδρίων, τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες μὲ τὸ Πηδάλιον καὶ τὴν Ἐγκύκλιο τοῦ 1848


[1] Vassiliki Tzoga, «Un sigillion inédit du patriarche de Constantinople Jérémie II et d'Alexandre Sylvestre sur la réforme du calendrier», Byzantinische Zeitschrift 107/1 (2014), σ. 221–252, DOI: 10.1515/bz-2014-0010. Ἡ ἔκδοση τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου βασίζεται στὸν κώδικα τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἑλλάδος 2347, φφ. 48r–51v.

[2] Ἔνθ᾿ ἀνωτ., σ. 247, κώδιξ ΕΒΕ 2347, περὶ τὸ φ. 48v.

[3] Ἔνθ᾿ ἀνωτ., σ. 247, κώδιξ ΕΒΕ 2347, φφ. 48v–49r.

[4] Ἔνθ᾿ ἀνωτ., σ. 248, στὸ χωρίο τῆς προτροπῆς «μένετε τοιγαροῦν».

[5] Αὐτόθι, σ. 248, εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπίκληση τῆς ἀποστολικῆς καὶ πατερικῆς Παραδόσεως.

[6] Ἔνθ᾿ ἀνωτ., σ. 246–247, στὴν περιγραφὴ τῶν συνεπειῶν τῆς νέας ἡμερολογιακῆς μεταρρυθμίσεως.

[7] Ἔνθ᾿ ἀνωτ., σ. 248, στὴν προτροπὴ περὶ διατηρήσεως τῆς παραδεδομένης τάξεως καὶ ἀποφυγῆς τῶν νεωτερισμῶν.

[8] Πρβλ. τὴν συνοδικὴ ἀπόφαση τοῦ 1583 καὶ τὴν ἱστορικὴ ἀνασκόπηση τῶν τριῶν Παν/Συνεδρίων (1583, 1587, 1593) ὑπὸ Ἱερεμίου Β΄ τοῦ Τρανοῦ· Φιλαρέτου Βαφείδη, περὶ τῆς «συγκροτηθείσης ἐν Κωνσταντινουπόλει συνόδου, ἥτις κυρίως καταδικάζει τὸ γρηγοριανὸν ἡμερολόγιον»· καὶ τὴν ἀνασκόπηση τοῦ ἑορτολογικοῦ ζητήματος στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο (Ἱερὰ Σύνοδος 1919–1920, Δ΄ Πανορθόδοξος Συνέλευσις Κωνσταντινουπόλεως 1923). Βλ. Ἀργολικὴ Ἀρχειακὴ Βιβλιοθήκη, «Ἡ ἱστορία τοῦ ἡμερολογιακοῦ καθορισμοῦ τοῦ Πάσχα».

[9] Ἀγαπίου Ἱερομονάχου καὶ Νικοδήμου Μοναχοῦ, Πηδάλιον τῆς νοητῆς νηός (1800)· βλ. καὶ τὸ σχετικὸ λῆμμα «Πηδάλιον» (Βικιπαίδεια) περὶ τῆς ἀναγνωρίσεώς του ὡς ἐπίσημης συλλογῆς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας.

[10] Ἐγκύκλιος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Παν/Συνόδου τῶν τεσσάρων Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων, Μάιος 1848, περὶ τοῦ Παπισμοῦ «καὶ παντὸς νεωτερισμοῦ».