Ἀναίρεσις τῶν «Κυπριανιστικῶν» κακοδοξιῶν
Ἡ παροῦσα μελέτη ἐξετάζει τή λεγομένη «Κυπριανιστική» διδασκαλία περί τῶν «ἀκρίτων αἱρετικῶν» καί εἰδικώτερα τή θέση, κατά τήν ὁποία πρόσωπα πού κηρύττουν δημοσίως αἵρεση ἐξακολουθοῦν νά θεωροῦνται ζῶντα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, μέχρις ὅτου καταδικασθοῦν ὀνομαστικῶς ἀπό νέα Σύνοδο.
Ἡ διδασκαλία αὐτή ἐξετάζεται ὑπό τό φῶς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, τῆς πατερικῆς παραδόσεως καί τῶν Ἱερῶν Κανόνων, μέ ἰδιαίτερη ἀναφορά στό ζήτημα τῆς αἱρέσεως, τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καί τῆς ἀποτειχίσεως.
Ἰδιαίτερη θέση στή μελέτη κατέχει ὁ ΙΕ΄ Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, καθώς καί τό ζήτημα τῶν ἐπισκόπων οἱ ὁποῖοι κηρύττουν αἵρεση «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» πρό συνοδικῆς διαγνώσεως.
Παράλληλα ἐξετάζεται ἡ πατερική διδασκαλία περί ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ τήν αἵρεση καί περί τοῦ ἐξ αἱρέσεως μολυσμοῦ, μέ παράθεση σχετικῶν πατερικῶν καί κανονικῶν μαρτυριῶν.
Ἡ μελέτη πραγματεύεται, μεταξύ ἄλλων, τό ζήτημα τῶν «ἀκρίτων αἱρετικῶν», τή θέση τοῦ αἱρετικοῦ ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας, τήν ἀποτείχιση, τόν ΙΕ΄ Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας καί τίς συνέπειες τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ τήν αἵρεση.
Ὁλόκληρη ἡ μελέτη διατίθεται κατωτέρω σέ μορφή PDF.
Κατεβλαστε ὁλόκληρη τή μελέτη σέ μορφή PDF
Πρόλογος
Ἡ παροῦσα μελέτη ἀφορᾷ τήν ἀνάδειξη καί ἀναίρεση ὁρισμένων ἐκκλησιολογικῶν πλανῶν, οἱ ὁποῖες ἐμφανίζονται στόν σύγχρονο ἐκκλησιαστικό χῶρο ὑπό τό ὄνομα «Κυπριανισμός». Ἡ ἔρευνα αὐτή δέν ἀποβλέπει σέ πολεμική ἀντιπαράθεση, ἀλλά στήν ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδόξου ἀληθείας, καθώς ἐκείνη ἐξεφράσθη διά τῶν Ἁγίων Πατέρων καί τῶν Ἱερῶν Κανόνων.
Ἡ ἀνάγκη διευκρινίσεως τοῦ θέματος εἶναι ἐπιτακτική, καθὼς ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ δόγμα πίστεως καί ὄχι ἁπλό πρακτικό ζήτημα. Ἡ ἀληθής ἑνότητα εὑρίσκεται μόνον ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία κατέχει ὅλη τήν ἀλήθεια καί τήν πληρότητα τῶν μυστηρίων. Ἡ ἀπόπειρα νά ὁρισθῇ ἡ ἐγκυρότητα τῶν μυστηρίων ἐκτός αὐτῆς ἄνευ διακρίσεως ἀκριβείας καί οἰκονομίας, δέν ὑπηρετεῖ τήν σωτηρία, ἀλλά προκαλεῖ σύγχυση καί σχίσματα.
Στήν μελέτη αὐτή, ἐπιδιώκεται ἡ ἐκκλησιολογική κατανόηση τοῦ ζητήματος ἐπί βάσεως Πατερικῆς καί Κανονικῆς· ὄχι διά φιλοσοφικῶν ἢ νομικῶν συλλογισμῶν, ἀλλά διά τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας τῶν Ἁγίων Πατέρων, τῶν ὁποίων ἡ ζωή καί ἡ διδασκαλία ἀποτελοῦν τήν ζῶσα ἑρμηνεία τοῦ δόγματος.
Ἡ Ἀλήθεια δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἐντάσεις οὔτε ἀπό ἐπιβολή· ἀπαιτεῖ ταπείνωση, διάκριση καί ὑπακοή εἰς τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖο ζωοποιεῖ τήν Ἐκκλησία καί ὁδηγεῖ εἰς πᾶσαν ἀλήθειαν.
Εἰσαγωγή
Μεγάλη σύγχυση προκλήθηκε στό χριστεπώνυμο πλήρωμα ἀπό τήν ἐκκλησιολογική τοποθέτηση τοῦ πρό ὀλίγων ἐτῶν ἀποθανόντος ἐπισκόπου "Ὠρωποῦ καί Φυλῆς" Κυπριανοῦ Κουτσούμπα καί τῶν ὀπαδῶν του. Ὁ ἐν λόγῳ ἐπίσκοπος καθ' ὅλην τήν ἐκκλησιαστική πορεία του διατήρησε μία ἰδιάζουσα θέση ἐπί βασικῶν ἐκκλησιολογικῶν θεμάτων, βασιζόμενος ὡς ἐπί τό πλεῖστον σέ καινοφανεῖς διδασκαλίες θεολόγων, ἀνηκόντων σέ μιά σχολή ἐπηρεασμένη σέ μεγάλο βαθμό ἀπό τήν δυτική ἐκκλησιολογική θεώρηση. Σύμφωνα μέ τήν ἐκκλησιολογία αὐτή, ὁ ἐπίσκοπος Κυπριανός καί οἱ ὁμοϊδεάτες ὀπαδοί του, θεωροῦν τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές ὡς μέλη τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τήν δέ Οἰκουμενιστική ἐκκλησία, ὡς Μητέρα τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία[1], τά δέ γινόμενα ὑπ' αὐτῶν μυστήρια ὡς ἔγκυρα καί ἰσχυρά! Ἐκ τούτου οἱ ἴδιοι κηρύττουν διά τόν ἑαυτόν τους ὅτι δέν ἀποτελοῦν τήν συνέχεια τῆς Μίας πραγματικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι διαχωρισμένη ἀπό τήν αἱρετική Οἰκουμενιστική ἐκκλησία, ἀλλά ὅτι εἶναι ἕνα κίνημα ἀντίστασης μέσα της, πού παρά τήν ἀσθενή κατάστασή της, διατηρεῖ τά χαρακτηριστικά τῆς ἀληθινῆς ἐκκλησίας, ἐλπίζοντες κάποια ἡμέρα νά ἐπιστρέψῃ στήν ὀρθή Πίστη...!
Ἀκόμη καί σήμερα ὅπου ἡ προσπάθεια τῆς ἑνώσεως ὅλων τῶν αἱρετικῶν ψευδεκκλησιῶν (συμπεριλαμβανομένων καί τῶν Οἰκουμενιστῶν), κατέληξε σέ μία Πανθρησκεία, οἱ ὀπαδοί αὐτῆς τῆς δοξασίας προπαγανδίζουν ὅτι οἱ Οἰκουμενιστές, παραμένουν ἀδιάσπαστο σῶμα τῆς Ἀληθινῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δυνάμενοι νά ἀποβληθοῦν ἀπό τό σῶμα της μόνον ἄν συσταθῇ ἐκ νέου Σύνοδος Οἰκουμενική, πού θά τούς ξανακαταδικάσῃ προσωπικῶς. Ἐκ τούτου, μέχρι τότε κάθε τελούμενη ἐξ αὐτῶν ἱερατική πράξη θεωρεῖται ἰσχυρή. Διά τούς "Κυπριανιστές" (ὅπως θά τούς ἀποκαλοῦμε πλέον), ἡ θέση αὐτή ἀποτελεῖ ἀδιαπραγμάτευτο γεγονός!
Κατά τό χρονικό λοιπόν διάστημα πού ὁ αἱρετικός αὐτός περιμένει Συνοδική κρίση, συνεχίζει νά ὑπάρχῃ ὡς κανονικό καί γνήσιο μέλος τῆς Ἐκκλησίας, τελεσιουργώντας τέλεια καί ἁγιαστικά μυστήρια. Ἡ κηρυττόμενη ὑπ' αὐτῶν γυμνῇ τῇ κεφαλῇ αἵρεση, δέν κωλύει, λένε, τήν κάθοδο τῆς Θείας Χάριτος, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ, μέ μία δόση ἀναγκαιότητας καί ἐξαναγκασμοῦ θά λέγαμε, ἀφοῦ ἡ ἐνεργή παρουσία της ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικά ἀπό κάποιες ἀνθρώπινες καί μόνο δραστηριότητες τῶν ὁποίων ἡ ἐπίδραση ἐπιφέρει καί τήν ἀναγκαστική παρουσία τοῦ Πνεύματος... Μέσα στήν Ἐκκλησία πιστεύουν συνυπάρχουν ἀρρωστημένα ὡς πρός τήν Πίστη, δλδ αἱρετικά, ἀλλά καί Ὀρθόδοξα μέλη, συναποτελοῦντα μαζί τό σῶμα τῆς Μίας Ἐκκλησίας, ἀσχέτως ἄν τά αἱρετικά αὐτά "μέλη" κηρύττουν φανερά κατεγνωσμένες αἱρέσεις, δηλαδή, αἱρέσεις πού στό παρελθόν εἶχαν καταδικαστῆ καί ἀναθεματιστῆ Συνοδικῶς καί οἱ δημιουργοί τους ἀποβλήθηκαν ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας!
Στήν ἄλλη μερίδα τῶν Θεολόγων πού ἀντιδροῦν στίς ἀνωτέρω ἐκκλησιολογικές θέσεις, ἐπικρατεῖ ἡ ἄποψη, ὅτι αὐτό πού κωλύει πραγματικά τήν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος διά τῆς Χάριτος ἐπί τῶν μυστηρίων, δέν εἶναι ἡ ὅποια νέα προσωπική καταδικαστική Συνοδικὴ Ἀπόφαση, ἀφοῦ ἡ αἵρεση ἔχει ἤδη κριθῆ, ἀλλὰ πρωτίστως ἡ παρρησίᾳ κήρυξη τῆς κατεγνωσμένης αἵρεσης καί ὁ ἐπερχόμενος ἐξ αὐτῆς μολυσμός πού παρεμποδίζει τόν δεσμό τῆς Χάριτος.
Τοῦτο βεβαίως ἰσχύει περί αἱρέσεων πού ἔχουν ἤδη κριθῆ οἱ διδασκαλίες τους ὡς κακόδοξες, καί ὁ ἀποδεχόμενος τίς αἱρέσεις αὐτές, ἤδη γνωρίζει τό ἐπιλήψιμο καί τό κατακεκριμένο αὐτῶν, ἀλλά καί τίς ἐπιπτώσεις ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τους.
Ἐπίσης, θεωροῦν ἀδιανόητο καί τό γεγονός ὅτι οἱ αἱρετικοί συναποτελοῦν ἐξίσου μαζί μέ τούς ὀρθοδόξους τό ἑνιαῖο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Βάσει τῶν δύο αὐτῶν παρατιθέμενων θέσεων, τό ζήτημα τοῦ τρόπου ἐπανεισδοχῆς τῶν αἱρετικῶν καί τῆς ἀποδοχῆς τῶν μυστηρίων τους στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, λαμβάνει στήν ἐποχή μας νέα τροπή, λόγῳ τῶν ἐσχάτως διακοπτόντων τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία κληρικῶν ἀπ' τήν κατεγνωσμένη αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Πολλοί λοιπόν σήμερα προβληματίζονται περί τοῦ γενομένου τρόπου εἰσδοχῆς αὐτῶν, κυρίως λόγῳ τῶν διαφορετικῶν ἐκκλησιολογικῶν ἀπόψεων, πού ἐπικρατοῦν στίς τάξεις τῶν ὀρθοδόξων παρατάξεων.
Τινές ἐξ αὐτῶν ὅπως καί οἱ λεγόμενοι "Κυπριανιστές", κατατάσσουν τούς ἀνωτέρω, στήν πρώτη κατηγορία τῶν "δυνάμει" λεγομένων αἱρετικῶν, ἐκείνων δηλαδή πού εἶχαν κοινωνία μέ τήν αἵρεση, ἀλλά δέν ἔλαβαν κάποια πρόσφατη Συνοδική καταδίκη, πού θά τούς εἶχε ἀποκόψη ἀπό τήν Ἐκκλησία, καθιστώντας τους οὕτως ἐν "ἐνεργείᾳ" αἱρετικούς. Βάσει αὐτοῦ τοῦ σκεπτικοῦ τούς ἀποδέχονται αὐτομάτως χωρίς καμμία ἐκκλησιαστική ἀποκατάσταση, ὡς κανονικούς καί ἐνεργούς λειτουργούς.
Ἡ ἑτέρα μερίδα, ἐπικαλούμενη τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἐκλαμβάνει αὐτούς ἐξ ἀρχῆς, φύσει αἱρετικούς, διό καί ἀποδέχεται αὐτούς μόνον διά τῆς πράξεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, δλδ διά τῆς χρίσεως Ἁγίου Μύρου καί τούς κληρικούς διά χειροθεσίας, ἐφ' ὅσον βεβαίως πληροῦν καί τά ἀναγκαία κριτήρια. Ἡ τάξη αὐτή τηρεῖται, διότι ἀντανακλᾶ τήν ἀρχαία πράξη τῆς Ἐκκλησίας, στήν ὁποία ἦταν ἄγνωστη αὐτή ἡ διάκριση τῶν αἱρετικῶν σέ "δυνάμει" καί "ἐνεργείᾳ", ἀλλά ὁ ὅποιος διαχωρισμός πού γινόταν ἀφοροῦσε αἱρετικούς πού ἀκολουθοῦσαν μιά ἤδη, ἤ μή, κατεγνωσμένη αἵρεση, κρινόμενοι οὕτως ἀναλόγως.
Σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία καί Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ πράξη πού βγάζει κάποιους ἐκτός τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἶναι ἀποκλειστικά ἡ Συνοδική κρίση, ἀλλά πρωτίστως ἡ ἀποδοχή μιᾶς ἤδη κατακεκριμένης αἵρεσης καί ἡ ἐμμονή τους σέ αὐτήν, παρά τούς ἐλέγχους καί τίς συστάσεις τῶν Πατέρων, μέ ἐπακόλουθο ὅλες ἐκεῖνες τίς συνέπειες πού τήν συνοδεύουν. Ἡ ἀποδοχή μιᾶς τέτοιας αἱρέσεως γίνεται αἰτία νά φυγαδευθῇ διά τῆς βλασφημίας καί τοῦ ἐνυπάρχοντος ἐν αὐτῇ μολυσμοῦ, ἡ ἀγιαστική Χάρις, πού θά ἐπισκίαζε καί θά ἔδινε ἰσχύ στίς μυστηριακές τους πράξεις. Οὕτω δέ, οἱ χειροτονίες καί ἡ ἰσχύς τῶν ὑπολοίπων μυστηρίων τους, τίθενται ὄχι μόνον ἐν ἀμφιβόλῳ ἀλλά χρήζουν ἐνίοτε καί τήν κατ' ἀκρίβεια θεώρηση, καί ἀντιμετώπιση.
Βάσει λοιπόν τῶν ἀνωτέρω θά προσπαθήσωμε, νά διασαφηνίσωμε κατά τό δυνατόν αὐτές τίς δύο τοποθετήσεις, καταδεικνύοντες κατά τήν ἡμετέρα γνώμη τό ἄτοπο καί πεπλανημένο τῆς μερίδας τῶν "Κυπριανιστῶν", βασιζόμενοι σέ ἱστορικά, θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά δεδομένα, παρουσιάζοντάς τα συνοπτικά, ἀποφεύγοντες νά κουράσωμε τόν ἀναγνώστη μέ περιττές λεπτομέρειες.
Ἡ ἐπίδραση τοῦ Σχολαστικισμοῦ στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία.
Ἡ ἐκκλησιολογικὴ πλάνη, ἡ ὁποία ἐκφράζεται σήμερα ὑπὸ τὸ ὄνομα «Κυπριανισμός», ἔχει ξεκάθαρα τίς ρίζες της στὴν ἐπίδραση τοῦ Σχολαστικισμοῦ καὶ τῆς δυτικῆς θεολογίας, ἐκ τῆς ὁποίας εἰσῆλθε στὸν ὀρθόδοξο χῶρο ἀπὸ τὸν μεσαίωνα καὶ ἐντεῦθεν. Ὁ Σχολαστικισμός, ὡς γνωστόν, ἐπεχείρησε νὰ ἐξηγήσῃ τὰ μυστήρια τῆς πίστεως διὰ λογικῶν σχημάτων καὶ ἐννοιῶν, ἀντὶ διὰ τῆς ἐμπειρικῆς γνώσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ νοησιαρχία αὐτή, ὅταν εἰσδύσῃ στὴν θεολογία, ἀλλοιώνει τὴν φύση αὐτῆς καὶ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν ἐκκλησιαστικὸ τρόπο βιώσεως.
Μετά τό σχίσμα λοιπόν τῶν Ἐκκλησιῶν κατά τό 1054, ὁ τρόπος προσεγγίσεως τῶν Θεολογικῶν καί Ἐκκλησιολογικῶν θεμάτων ἄλλαξε ριζικά. Ὁ Σχολαστικισμός κατ' ἀρχάς, ἐμφανίστηκε τόν ΙΑ' αἰῶνα μέ τίς Σταυροφορίες, κατά τήν ὁποία περίοδο ἡ Δύση ἦρθε σέ ἐπαφή καί μέ τήν ἀραβική φιλοσοφία ἡ ὁποία μελετοῦσε καί σχολίαζε ἤδη τά κείμενα τοῦ Ἀριστοτέλους.
Τό σχολαστικό πνεῦμα ἐμφανίστηκε καί στήν Ὀρθόδοξη θεολογική σκέψη ἀπό πολύ νωρίς. Πολλοί Θεολόγοι καί Λόγιοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐντυπωσιάστηκαν ἀπό τίς μεθόδους καί ἀκολούθησαν αὐτό, ἐφαρμόζοντάς το στήν ἀποδεικτική καί ἀπολογητική ἔρευνα ἐπί τῶν Θεολογικῶν ζητημάτων.
Ὁ Σχολαστικισμός στήν οὐσία εἶναι ἡ λογική ἑρμηνεία καί κατανόηση τῶν χριστιανικῶν δογμάτων καί ἡ ἐναρμόνιση τῆς πίστεως μέ τήν γνώση˙ τῆς Θείας ἀποκαλύψεως μέ τήν φιλοσοφία. Ἡ Σχολαστική σκέψη εἶναι μισή Θεολογία καί μισή Φιλοσοφία. Ἀναλόγως τήν μέθοδο πού ἀκολουθεῖται, ἡ προτεραιότητα δίδεται στήν πίστη καί ἀκολουθεῖ ἡ κατανόηση, ἤ δίδεται πρῶτα στήν κατανόηση διά τῆς ἀποδείξεως καί ἀκολουθεῖ ἡ πίστη.
Μία τέτοια μέθοδος ἄν καί μπορῇ νά φανῇ χρήσιμη ἐν μέρει, ὡς πρός τήν συμβολή τῆς προσφορᾶς πλείστων ἐκφράσεων καί ὅρων, στήν πραγματικότητα ὅμως, βρίσκεται σέ δυσαρμονία μέ τήν Ὀρθόδοξη ὀπτική τῆς δογματικῆς θεολογικῆς ἔρευνας, ἡ ὁποία βασίζεται κυρίως στήν Θεία ἀποκάλυψη ἐκ τῶν Ἁγίων Γραφῶν καί στήν ἐκπηγάζουσα ἐξ αὐτῶν πίστη.
Οἱ Σχολαστικοί δέν προσέγγισαν τήν Θεολογία ὅπως οἱ παλαιοί Πατέρες, ἀλλά θέλησαν νά τήν ἐξετάσουν καί νά τήν ἐρευνήσουν μέ βάση τήν Λογική, φθάνοντες ἀκόμη καί στό σημεῖο νά πραγματεύονται περί τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, ἐξηγώντάς τα λεπτομερῶς μέχρι καί τῶν πλέον ἀγνώστων πτυχῶν τους!
Αὐτή ὅμως ἡ ἀντίληψη ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα, σέ μία νομικὴ κατανόηση τῆς σωτηρίας. Ἐὰν τὰ μυστήρια ἐνεργοῦν ὡς ex opere operato[2], ὅπως δίδασκε ὁ Θωμᾶς ὁ Ἀκινάτης, τότε ἡ Χάρη καθίσταται ὑποχείριος τῶν τύπων, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀποξενώνεται ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη συνέργειά του μὲ τὸ Θεῖον. Ἡ θεολογία αὐτή, ἀντί νὰ ἀναδεικνύῃ τὸ μυστήριο τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ὑποβαθμίζει τὴν πίστη σέ νομικὴ πράξη, ὅπου ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ θεωρεῖται δεδομένη, ἐφ’ ὅσον πληροῦνται οἱ τύποι.
Ἐν ἀντιθέσει, ἡ Ὀρθοδοξία διδάσκει ὅτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν ἐνεργεῖ ἀναγκαστικῶς, ἀλλ’ ἐλεύθερα, καὶ μόνον ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ὀρθὴ πίστη καὶ κοινωνία μετὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς δίδασκε ὅτι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἔννοια, ἀλλὰ μέθεξη μέ τήν ἄκτιστη Χάρη. Ὅθεν, ὁποιαδήποτε θεωρία ἡ ὁποία ἀπολυτοποιεῖ τοὺς τύπους, χωρὶς τὴν πίστη καὶ τὴν μετάνοια, εἶναι ξένη πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας.
Ἔτσι λοιπόν, ἐνῷ μέχρι καί τό Σχίσμα τῶν Ἐκκλησιῶν ἦταν ἀδιανόητο διά τούς Πατέρες, ἀκόμη καί νά φανταστοῦν, ἐνυπάρχουσα Θεία Χάρη καί ἐγκυρότητα στά μυστήρια τῶν αἱρετικῶν, ὅπως ἐπίσης καί τῶν καθῃρημένων, οἱ Σχολαστικοί χρησιμοποιώντας ἄπειρα σοφίσματα ἀποδείκνυαν τό ἀντίθετο. Ἡ μέθοδος αὐτή πού υἱοθετήθηκε ἀπὸ νωρὶς ἀπό πολλούς ἡμετέρους θεολόγους, ἐπηρέασε κατά πολύ τόν τρόπο θεώρησης τῶν θεολογικῶν πραγμάτων, παρασύροντάς τους σέ φοβερές ἀστοχίες καί παρεκκλίσεις ἀπό τήν μέχρι τότε πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Τινές μάλιστα ἐξ αὐτῶν τῶν θεολόγων ἀνακάλυψαν... ἔγκυρα μυστήρια μέχρι καί στούς παμπάλαιους αἱρετικούς Λατίνους, μέ τήν πρόφαση τοῦ ἀστηρίκτου Παπικοῦ δόγματος περί τῆς "Ἀνεξαλείπτου Ἱερωσύνης"!
Εἶναι φανερό ὅτι μαζί μέ τό Σχίσμα τῶν Ἐκκλησιῶν, ὑπῆρξε ταὐτόχρονα καί ἕνα ἄλλο μεγάλο σχίσμα, αὐτό τῆς συνέχειας τῆς Θεολογικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας μας, καθώς ἡ Θεολογία τῶν Πατέρων μεταλλάχθηκε σέ ἕναν βαθμό σέ μιά "Μεταπατερική" θεολογία· ἕνα κρᾶμα περίπου Ὀρθοδόξου καί Παπικῆς! Ἡ διαφορά μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν θεολογικῶν Παραδόσεων, παλαιᾶς τε καί νέας, γίνεται ἀντιληπτή σέ μεγάλο βαθμό ἀπό πολλούς ἐντρυφῶντες στά θεολογικά ζητήματα, οἱ ὁποῖοι καί καταδεικνύουν σαφέστατα τά σημεῖα τῶν ἀλλοιώσεων πού ὑπέστη ἡ Ὀρθόδοξη ἐκλησιολογική Παράδοση.
Ἡ εἴσοδος μάλιστα τῆς Σχολαστικῆς σκέψεως στὸν ὀρθόδοξο χῶρο ὑπῆρξε ἰδιαίτερα αἰσθητὴ ἀπὸ τὸν ιζ΄ αἰῶνα καὶ ἑξῆς, ὅταν οἱ θεολογικές σχολὲς τῆς Ἀνατολῆς ἄρχισαν νὰ διδάσκουν σέ μεγάλο βαθμό ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ λατίνων θεολόγων. Ἡ διαλεκτικὴ μέθοδος ἐπικράτησε ἐπὶ τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας· ἡ Χάρις ἔλαβε θεωρητικὴ διάσταση, καὶ ἡ σωτηρία θεωρήθηκε κατ’ ἐπίδραση νομική.
Ἐξ αὐτῆς τῆς ἀλλοιώσεως γεννήθηκε ἐκείνη ἡ ἐκκλησιολογικὴ ἀσάφεια ἡ ὁποία ἐπιτρέπει σήμερα σέ ὁρισμένους νὰ θεωροῦν ὅτι ἡ Χάρις ἐνεργεῖ ἐκτὸς Ὀρθοδοξίας, ἐφ’ ὅσον τηροῦνται οἱ τύποι τῶν μυστηρίων. Ἡ πλάνη αὐτή δὲν ἐκπηγάζει ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς δυτικῆς ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία ἀντικαθιστᾷ τὴν πίστη μὲ τόν τύπο, καὶ τό ἐκκλησιαστικό βίωμα μὲ τὴν νομικὴ κατοχύρωση.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὅμως ἔχει ἄλλη ἀντίληψη. Ἡ Ἀλήθεια εἶναι πρόσωπο, ὁ Χριστός, καὶ ἡ Χάρις ἐνεργεῖ μόνον ἐκεῖ ὅπου ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ἐν κοινωνίᾳ μετ’ Αὐτοῦ. Ὅθεν, ὁ ὀρθόδοξος θεολόγος δὲν ἀναζητεῖ νομικές ἐγγυήσεις, ἀλλὰ τὴν ἐνεργή παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.
Ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὰ κατάλοιπα τοῦ Σχολαστικισμοῦ εἶναι ἀναγκαία, ἐὰν θέλωμε νὰ ἐπανακτήσωμεν τὴν ὀρθόδοξη ἐμπειρία τῆς σωτηρίας. Ἡ θεολογία ὀφείλει νὰ εἶναι ἐμπειρική, ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἀσκητική, καί ὄχι θεωρητικὴ ἢ νομικὴ. Μόνον τότε δύναται νὰ ἐρμηνεύῃ ὀρθῶς καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐγκυρότητος τῶν μυστηρίων, καὶ νὰ ἀποκρούῃ τίς ὅποιες πλάνες, ὅπως οἱ "Κυπριανιστικές" κακοδοξίες.
Ἡ αἱρετική δοξασία περί ἀρρωστημένων στήν πίστη μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ ἐντός Ἐκκλησίας αἱρετικοί.
Ἡ Ἐκκλησία συνιστᾷ τό μυστικό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καί μέλη ἐκ μέρους» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 27). Ἡ θεώρηση αὐτή δὲν εἶναι συμβολικὴ ἤ ἠθική, ἀλλά ὀντολογική καί πραγματική. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἁπλός θεσμός ἢ ἀνθρωπίνη ὀργάνωση, ἀλλὰ ἡ ἐν χρόνῳ φανέρωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἐν αὐτῇ ἐνεργεῖ τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖο ἁγιάζει, φωτίζει καί ζωοποιεῖ τά μέλη της.
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐρείδεται στήν κοινωνία τοῦ Ἑνός Πνεύματος καί στήν ὁμολογία τῆς μιᾶς Πίστεως. Ὁ Χριστός δέν ἵδρυσε πολλές Ἐκκλησίες, ἀλλά μόνον Μίαν· ἡ ὁποία εἶναι Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική. Ἡ ἑνότητα αὐτή εἶναι ὀντολογικῶς ἀδιάσπαστος· οὐδεὶς δύναται νὰ τὴν διαμελίσῃ, ἀλλά μόνον νά ἀποκοπῇ ἀπ’ αὐτήν διά τῆς αἱρέσεως. Ὅθεν, οἱ ἀπομακρυνόμενοι ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, παύουν νὰ μετέχουν τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ὄχι διότι ἡ Ἐκκλησία τούς ἐκβάλλει ἐκδικητικῶς, ἀλλά διότι οἱ ἴδιοι διακόπτουν τήν κοινωνία μετά τῆς Πηγῆς τῆς Ζωῆς.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀχώριστος ἀπό τόν Χριστό, καθώς ἡ κεφαλή ἀπό τό σῶμα. Ὅθεν, ἡ ἑνότητα τοῦ Σώματος ταυτίζεται μέ τήν ἑνότητα τῆς κεφαλῆς. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διασπᾶ τήν ἑνότητα, ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Χριστόν καί ἐκπίπτει ἐκ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκκλησιολογία λοιπόν τῶν Ἁγίων Πατέρων εἶναι ἐκκλησιολογία σωτηριολογική· διότι ἡ σωτηρία συνδέεται ἀναποσπάστως μέ τήν κοινωνία τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐκφράζεται μόνον μέ κάποιον τύπο διοικήσεως ἤ ὀργανώσεως, ἀλλά κυρίως ἐν τῇ κοινῇ πίστει καί ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς· ἐκεῖ ὁ Χριστός παρίσταται ἀληθῶς καί ἑνούμεθα πάντες ἐν Αὐτῷ. Ἐκτός τῆς Εὐχαριστίας οὐδεμία ἐκκλησιαστική ζωή ὑπάρχει· καί ἄνευ κοινωνίας τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου, οὐδεὶς δύναται νὰ λέγῃ ὅτι μένει ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.
Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀποτελεῖται ἐκ διαφόρων ὁμολογιῶν, σάν νά ἦταν ἕνωση πνευματικῶν κοινοτήτων· ἀλλ’ ἐκ τῆς Μιᾶς Ἀληθείας, ἡ ὁποία ἔχει ὑπόσταση ἐν Χριστῷ. Ὅθεν, ὅσοι χωρίζονται ἀπό τήν Ὀρθόδοξη πίστη, παύουν νά ἀνήκουν ὄντως στήν Ἐκκλησία, ἄν καί πολλές φορές διατηροῦν τύπους ἢ ὀνόματα ἐκκλησιαστικά. Ἡ Ὀρθοδοξία δέν ἐννοεῖται ὡς μέρος τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλὰ ὡς ὁλότης αὐτοῦ· ἡ Μία Ἀληθὴς Ἐκκλησία, ἡ ἔχουσα τήν πληρότητα τῆς ἀληθείας καί τῆς Χάριτος.
Ἡ ἐκκλησιολογία τῶν Πατέρων ἐκφράζει πάντοτε τήν ἀδιάσπαστη ἑνότητα πίστεως καί ζωῆς. Ὅπου ἡ πίστη ἀλλοιώνεται, ἐκεῖ παύει καί ἡ Ἐκκλησία νά ἐνεργῇ. Ὅθεν, ἡ Ἐκκλησία δέν ἐκτείνεται ἐκτός τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε διαμερίζεται σέ «κλάδους», ὅπως φαντάζονται τινές, ἀλλά παραμένει μία καί ἀδιάσπαστη εἰς πάντας τούς αἰῶνας.
Ἡ ἀλήθεια αὐτή ἀποτελεῖ θεμέλιο τῆς πίστεως· ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Κιβωτός τῆς σωτηρίας, καί ὅσοι εὑρίσκονται ἐκτός αὐτῆς, δέν μετέχουν τῆς Χάριτος, ἕως ἂν μετανοήσουν καὶ ἐπιστρέψουν σέ αὐτήν.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό μυστικό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως δίδαξε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος...
Ἡ Ἐκκλησία κατά τούς Πατέρες, εἶναι "ἄσπιλος καί ἀμόλυντος"[3], ὡς πρός τήν ἀκραιφνότητα τῆς πίστεως. Εἶναι, ὡς ἐκ τούτου, ἀδύνατον κάποιο μέλος αὐτῆς νά ἐμφορεῖται ἀπό κάποια φανερή καί κατακεκριμένη κακοδοξία, κηρυττομένη "γυμνῇ τῇ κεφαλῇ", καί νά διατηρῇ τήν ἰδιότητα τοῦ μέλους τοῦ Σώματος, ἔστω καί ἄν οὗτος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης[4]!
Μέσα στήν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ, μπορεῖ νά ὑπάρχουν καί ἁμαρτωλά μέλη, ἀλλά οὐδέποτε αἱρετικά, καθώς αὐτό πού καθορίζει τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πρωτίστως ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως πού ἐκδηλώνεται στό κοινό Ποτήριον, ἐνῷ αὐτή πού τήν διαλύει εἶναι ἡ αἱρετική πίστη καί ὄχι βεβαίως ἡ ἁμαρτωλότητα τῶν μελῶν της. Δέν μποροῦν νά συγκριθοῦν μεταξύ τους αὐτά τά δύο μεγέθη!
Διά τόν λόγο αὐτόν ἕνας ἁμαρτωλός δύναται νά ἀνήκῃ στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί διά τῆς συνεχοῦς μετανοίας νά σωθῇ˙ ἕνας αἱρετικός ὅμως ποτέ!
Ὁ Ἰωσήφ Καλόθετος εἶναι κάθετος ὡς πρός την σύσταση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας: «Ἡ Ἐκκλησία μας λαμβάνουσα τήν ὑπόστασή της ἄνωθεν, εἶναι ἁγνή, καθαρή, εἰρηνική, ἀπεχόμενη ἀπό κάθε τι πού εἶναι φαῦλο καί πονηρό καί ἀπό κάθε κακία ἀπαλλαγμένη καί ἀπό κάθε ρύπο καί σπίλο, πρεσβεύουσα πίστη καθαρά καί ἀπαλλαγμένη ἀπό ἀλλότριες διδασκαλίες, τά δόγματα τῶν θεοφόρων Πατέρων»[5].
«Οὐδὲν γὰρ ἐν τῇ καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ σκολιὸν, ἢ στραγγαλιῶδες (μᾶς λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός). Πάντα γὰρ εὐθεῖα τοῖς νοοῦσι, καὶ ὀρθὰ τοῖς εὑρίσκουσι γνῶσιν. Ὅλη γὰρ καλὴ, ὡς εἴρηται, καὶ μῶμος οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῇ»[6].
Ἡ Ἐκκλησία Ἀναθεματίζει ἐκείνους πού ἀμφισβητοῦν τήν καθαρότητά της καί προσάπτουν σέ αὐτήν ρύπο:
«Τοῖς τολμῶσι λέγειν ὅτι ἡ ἐκκλησία τὸ καθαρὸν καὶ ἄχραντον οὐ σῴζει τῆς ἀγιστείας αὐτῆς, ἀλλὰ μολυσμόν τινα προσετρίψατο διὰ τὴν χάριτι θεοῦ γενομένην σύναψιν τῶν τέκνων, οὓς διεμέρισε μὲν τὸ ἤδη προγεγονὸς σκάνδαλον, συνῆψε δὲ ἡ τούτου παρὰ πάντων ὁμοῦ ἀθέτησις καὶ ἀποκήρυξις, ἀνάθεμα»[7].
Λανθάνουν κατά πολύ ἐκεῖνοι οἱ "Κυπριανιστές"[8] πού παραλληλίζουν τούς κοινούς ἁμαρτωλούς μέ τούς αἱρετικούς, ἀναμειγνύοντες τό ψεῦδος μέ τήν ἀλήθεια, ἐπειδή τυγχάνει ἡ αἵρεση νά λογίζεται καί αὐτή ὡς ἁμαρτία, διότι, ἡ ἁμαρτωλότητα τῶν πρώτων δέν διασπᾷ τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί κατά συνέπεια τῆς Ἐκκλησίας σέ ἀντίθεση μέ αὐτήν τῶν αἱρετικῶν. Ἡ διαφορετική πίστη σέ τοποθετεῖ σέ διαφορετικό ἀπό τῆς Ἐκκλησίας χῶρο!
Τό φερόμενο δέ παράδειγμα πού προβάλουν τινές ἐξ αὐτῶν, περί τῶν πρώιμων ἰουδαϊζόντων καί τήν μετέπειτα πρώτη Ἀποστολική Σύνοδο πού κατεδίκασε αὐτές τίς διδασκαλίες, ὡς τήν καθ' ὕλην ἁρμόδια, οὐδόλως ἀφορᾷ καί συσχετίζεται μέ τό θέμα μας, διότι ἐδῶ μιλᾶμε περί διδασκαλιῶν πού ἔχουν ἤδη ἐλεγχθῆ καί διαγνωσθῆ καί ὄχι δι' αὐτές πού εὑρίσκονται ὑπό ἔλεγχο. Τό πρόβλημα λοιπόν τίθεται μέ αὐτούς πού ἀποδέχθηκαν καί κήρυξαν ἰουδαΐζουσες διδασκαλίες μετά τήν Ἀποστολική Σύνοδο καί ὄχι πρίν!
Ἐνίοτε ἀσθενεῖς θά μποροῦσαν νά χαρακτηρισθοῦν καί οἱ ὡς πρός τήν ἀκρίβεια τῆς πίστεως εὐμετάβολοι καί ἀσταθῶς ἀμφοτερίζοντες. Οἱ πλεῖστες δέ ἀναφορές τους σέ χωρία τῶν Πατέρων πού ὁμιλοῦν ὅτι ἡ αἵρεση ἀποτελεῖ νόσο, εἶναι ἐντελῶς ἄστοχες, διότι οὐδείς διαφώνησε ὅτι ἡ αἵρεση εἶναι νόσος, Ἡ διαφωνία εἶναι, στό ὅτι κάποιοι βλέπουν τήν ἐσαεί καί ἀπροβλημάτιστη συνύπαρξη τῶν ὑγιῶν καί οἰκειοθελῶς ἀθεράπευτα νοσούντων στήν πίστη "μελῶν", ἑνωμένους στό ἕνα σῶμα∙ αὐτό τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἀπόλυτα φυσικό κάποιο μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἀπό ἁπλότητα καί κουφότητα, ἐνίοτε νά παρασυρθῇ καί νά ἀσπασθῇ ξένες πρός τήν πίστη διδασκαλίες καί τό ὁποῖο ὀφείλουν οἱ Ποιμένες νά ἐπαναφέρουν διά τῆς ὀρθῆς διδασκαλίας στόν σωστό δρόμο. Αὐτό τό μέλος ἀσφαλῶς καί ἀσθένησε, ἀλλά προσωρινά, καθότι μέ τόν ἀνάλογο ἔλεγχο καί θεραπεία ἐπανῆλθε ὑγιαῖνον. Δέν ὁμιλοῦμε δι' αὐτούς, ἀλλά δι' ἐκείνους πού μέ πλήρη ἐπίγνωση καί ἀθεράπευτα ἀποδέχονται τά τῆς ἤδη κεκριμένης αἱρέσεως δόγματα καί κηρύττουν αὐτά παρρησίᾳ, ἐπιχειροῦντες νά παρασύρουν καί ἄλλους. Θά μπορούσαμε ἄραγε νά κατατάξωμε τούς σύγχρονους Οἰκουμενιστές "πατριάρχες" καί "ἐπισκόπους" στήν πρώτη κατηγορία, τῶν "ἁπλουστέρων"...;;; Ἀδιανόητο!!!
Ὑπάρχουν μαρτυρίες Ἁγίων περί τῆς συστάσεων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, τίς ὁποῖες ἐπικαλοῦνται οἱ ὀπαδοί αὐτῆς τῆς κακοδοξίας ὡς ἐπιχειρήματα, σκοπίμως ὅμως διαστρεβλώνοντας τό νόημά τους, καθώς δέν ὁμιλοῦν διά συνύπαρξη ὑγιῶν καί νοσούντων μελῶν, ἀλλά διά νοσούντων ἀπό τήν αἵρεση πού παρεισέφρησαν ὑπούλως καί σιωπηρῶς στό ποίμνιο τῆς Ἐκκλησία, ἀποκρύπτοντες τά πραγματικά τους φρονήματα, ὅπως παρασύρουν στήν αἵρεση τά γνήσια μέλη Της.
Οὕτω δέ, στά χωρία τοῦ Μ. Βασιλείου πού παρουσιάζουν ὡς ἀπόδειξη, παραδόξως παραβλέπουν τίς ἑξῆς φράσεις: «Ἤ γάρ διορθώσαιντο ἑαυτῶν τήν ἐν τῷ κρυπτῷ νόσον ἤ συγκαλύπτοντες αὐτήν ἐν τῷ βάθει αὐτοί μέν τό κρῖμα τῆς ἀπάτης βαστάσουσιν...»[9]. Ἐπάγει: «Ἀλλ' εἴ τινάς ποτε ὡρμημένους ἐξ ἐκείνου τοῦ διδασκάλου εἰς κοινωνίαν προσελαβόμεθα, ἐπικρυπτομένους τήν ἐν τῷ βάθει νόσον καί ρήματα λαλοῦντας εὐσεβῆ ἤ τοῖς γε παρ' ἡμῶν λεγομένοις μή ἀντιτείνοντας οὕτω προσηκάμεθα οὔτε πᾶσαν ἑαυτοῖς τήν κατ' αὐτούς κρίσιν ἐπιτρέψαντες...»[10]. Ἀλλοῦ δέ: «Οἱ δέ τήν δοράν τοῦ προβάτου περιβεβλημένοι καί τήν ἐπιφάνειαν ἥμερον προβαλλόμενοι καί πραεῖαν, ἔνδοθεν δέ σπαράσσοντες ἀφειδῶς τά Χριστοῦ ποίμνια καί διά τό ἐξ ἡμῶν ὡρμῆσθαι εὐκόλως ἐμβάλλοντες βλάβην τοῖς ἁπλουστέροις, οὗτοί εἰσιν οἱ χαλεποί καί δυσφύλλακτοι»[11].
Ὁ Ἅγιος ἐδῶ ὁμιλεῖ διά αἱρετικούς οἱ ὁποῖοι ἀποκρύπτουν τήν αἵρεσή τους ἀπό τό ποίμνιο καί γενικά ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὑποκρινόμενοι τόν ὀρθόδοξο καί ὄχι δι’ αὐτούς πού κηρύττουν τήν αἵρεση φανερά, ἤ διά ἐκείνους πού ἐπικοινωνοῦν σκανδαλωδῶς μέ αὐτούς, ὅπως οἱ σημερινοί οἰκουμενιστές καί λοιποί ἀδιάφοροι παντός καιροῦ… ρασοφόροι, ἀλλά καί λαϊκοί!
Οἱ συνεχεῖς δέ ἀναφορές τους ὅτι μόνον ἡ Ἐκκλησία διά Συνοδικῶν Ἀποφάσεων, ἀποκόπτει καί ἀποβάλλει τά σεσηπότα καί ἀρρωστημένα μέλη εἶναι ἡ μισή ἀλήθεια! Μέσα ἀπό τίς Ἀποφάσεις καί τά Πρακτικά τῶν Συνόδων δηλώνεται ρητῶς ὅτι, πρωτίστως οἱ κηρύττοντες γυμνῇ τῇ κεφαλῇ κατεγνωσμένη αἵρεση, ἤδη ἀπό μόνοι τους ἀπέκοψαν τούς ἑαυτούς τους ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Ἡ ἔνταξη ἐντός τῆς Ἐκκλησίας συμβαδίζει ἀδιαρρήκτως καί μέ τήν ὀρθή διδασκαλία, ἐνῷ ἡ ἀποξένωση ἀπ' αὐτήν ἐπιφέρει καί τήν ἔκπτωση ἐξ Αὐτῆς, καθώς καί τῆς Χάριτος. Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος προβαίνει στήν θεολογική θεμελίωση τῆς θέσεως αὐτῆς:
«Αὕτη γάρ τῇ Ἐκκλησίᾳ πεπίστευται ἡ τοῦ Θεοῦ δωρεά, καθάπερ ἡ πνοή τῷ πλάσματι, πρός τό πάντα τά μέλη μετασχόντα ζωοποιηθῆναι, καί ἐν αὐτῇ κατατέθειται ἡ κοινωνία τοῦ Χριστοῦ, τουτέστι τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ἀρραβών ἀφθαρσίας καί βεβαίωσις πίστεως τῆς ἡμετέρας καί κλῖμαξ τῆς εἰς Θεόν ἀνόδου "ἐν τῇ" γάρ '"ἐκκλησίᾳ", φησίν, "ἔθετο ὁ Θεός ἀποστόλους, προφήτας, διδασκάλους" καί πᾶσαν τήν λοιπήν ἐνέργειαν τοῦ Πνεύματος. Οὗ ἀμοιροῦσι πάντες οἱ μή συντρέχοντες εἰς τήν ἐκκλησίαν, ἀλλ’ ἑαυτούς ἀποστεροῦντες τῆς ζωῆς διά τῆς κακογνωμοσύνης καί τῆς κακοπραγίας. Ὅπου γάρ ἐκκλησία, ἐκεῖ καί Πνεῦμα Θεοῦ˙ καί ὅπου Πνεῦμα Θεοῦ, ἐκεῖ ἐκκλησία καί πᾶν χάρισμα˙ τό δέ Πνεῦμα ἀλήθεια. Διό καί οἱ ἀμοιροῦντες αὐτοῦ οὔτε ἀπό μαστῶν τῆς μητρός τρέφονται εἰς ζωήν οὔτε μεταλαμβάνουσι τῆς ἐκ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐκπορευομένης λαμπροτάτης πηγῆς, ἀλλ’ "ὀρύσσουσιν ἑαυτοῖς λάκκους συντετριμμένους" ἐκ βόθρων γηίνων καί ἐκ βορβόρου δυσῶδες πίνουσιν ὕδωρ, ἐκφεύγοντες τήν πίστιν τῆς ἐκκλησίας ἵνα μή ἐλεγχθῶσιν, ἐκβάλλοντες δέ τό Πνεῦμα ἵνα μή παιδευθῶσιν»[12].
Βλέπουμε λοιπόν τόν ἅγιο Εἰρηναῖο νά ἀναφέρεται στούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τοῦ Πνεύματος τῆς ἀληθείας ἕνεκα τῆς παρηλλαγμένης πίστεώς τους. Στέρηση ὅμως τοῦ Πνεύματος σημαίνει πλήρη ὀργανική ἀποκοπή ἀπό τῆς ζωῆς τῆς Έκκλησίας καί στέρηση τῶν χαρισμάτων καί τῆς μετοχῆς τῆς μεταλήψεως τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Κατά συνέπεια ἡ πίστη καί ἡ πράξη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐκεῖνα, τά ὁποῖα τόν τοποθετοῦν ἐντός ἡ ἐκτός τῆς περιοχῆς τῆς ζωοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Πνεύματος, ἤτοι τῆς Ἐκκλησίας. Καί ταῦτα ἐλέχθησαν πρίν τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Ὁ Ἰωσήφ Καλόθετος, μαθητής τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τόν καιρό τῆς ἡσυχαστικῆς ἔριδος, κατακεραυνώνει τόν «ἄκριτο» Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα, διά τά αἱρετικά του φρονήματα, φθάνων σέ σημεῖο νά ἀμφισβητῇ εὐθέως ὄχι μόνον τήν ἰδιότητά του ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά καί αὐτήν τῆς ἀρχιερωσύνης του:
«Πῶς καί εἶσαι ἐσύ Ἐκκλησία εὐσεβῶν; Ἀπό τόν λόγο; Ἀπό τόν τρόπο; Ἀπό τίς πράξεις; Ἀπό τά ὑγιῆ δόγματα; Ἀφοῦ λοιπόν ἔγινες ἐργαστήριο κάθε ψεύδους, κάθε συκοφαντίας, ὁποιουδήποτε φαύλου πράγματος, κάθε ἐπαναστατικοῦ φρονήματος, κάθε ἀδικίας, πλεονεξίας, ἱεροσυλίας, ἁρπαγῆς καί καπηλείας, ἔπειτα “χειροτονεῖς” -ὦ τοῦ θράσους!- καί τόν ἑαυτό σου Ἐκκλησία. Δέν γνωρίζεις φαίνεται, ὅτι καί οἱ Νεστόριος καί Μακεδόνιος πιθανῶς νά ἰσχυρίσθησαν αὐτό πού καί ἐσύ τώρα ἰσχυρίζεσαι, διότι καί αὐτοί εἶχαν τόν ἴδιο θρόνο μέ σένα»[13].
Κατά τόν καθηγητή Σπυρ. Τρωιάνο, τρεῖς εἶναι οἱ τρόποι ἐξόδου ἀπό τήν Ἐκκλησία: «Ἡ ἑκούσια ἔξοδος ἀπό τήν Ἐκκλησία — ἐφ’ ὅσον συντρέχουν οἱ προϋποθέσεις τῆς βουλητικῆς ἱκανότητας πού ἀναπτύχθηκαν πιό πάνω σχετικά μέ τήν εἴσοδο στήν Ἐκκλησία καί τήν προσέλευση στήν ’Ορθοδοξία — μπορεῖ νά πραγματοποιηθεῖ μέ τούς ἑξῆς τρόπους: α) Μέ τήν Ἀποδοχή ἀπό τόν μέχρι τότε ὀρθόδοξο χριστιανό ἄλλου δόγματος (περιλαμβάνεται καί ἡ προσχώρηση σέ σχισματική ἐκκλησία) ἤ ἄλλου θρησκεύματος, σύμφωνα μέ τίς διατάξεις του ἀντίστοιχου ἐκκλησιαστικοῦ ἤ γενικώτερα θρησκευτικοῦ δικαίου, β) Μέ ρητή, ἀλλά ὄχι καί τυπική, δήλωση ἀποχωρήσεως πρός τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική ἀρχή (Ἱ. Σύνοδο, ἁρμόδιο ἐπίσκοπο ἤ ἐφημέριο), χωρίς ἡ ἐπέλευση τοῦ ἀποτελέσματος νά ἐξαρτᾶται ἀπό τήν τήρηση κάποιας διατάξεως σχετικά μέ τήν καθ’ ὕλην ἁρμοδιότητα γ) Μέ τή γενική στάση καί τήν ὅλη συμπεριφορά τοῦ μέλους, ἀπό τίς ὁποῖες νά συνάγεται ἀνεπιφύλακτα ἡ ἀπομάκρυνσή του ἀπό τήν ὀρθόδοξη πίστη — ἀνεξάρτητα ἀπό τήν προσχώρηση σέ ἄλλη θρησκευτική κοινότητα, στήν ἀθεΐα ἤ στήν ἀθρησκεία»[14].
Ποῖος ἀγνοεῖ ἄλλωστε καί τόν λόγο ἐκεῖνον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, πού ἀπευθύνεται ἐπίσης πρός τόν πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα, πού σαφέστατα καθορίζει τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας σέ σχέση μέ τήν ὀρθή Πίστη:
«Ποῖος κλῆρος, ποία μερίς, τίς γνησιότης πρός τήν τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίαν τῷ συνηγόρῳ τοῦ ψεύδους; Ἐκκλησίαν ἥ "στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας" κατά Παῦλον ἐστιν, ἥ καί μένει χάριτι Χριστοῦ διηνεκῶς ἀσφαλής καί ἀκράδαντος, ἐστηριγμένη παγίως οἷς ἐπεστήρικται ἡ ἀλήθεια; Καί γάρ οἱ τῆς Χριστοῦ ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί· καί οἱ μή τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδέ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας εἰσί, καί τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἄν καί σφῶν αὐτῶν καταψεύδοιντο, ποιμένας καί ἀρχιποιμένας ἱερούς ἑαυτούς καλοῦντες καί ὑπ’ ἀλλήλων καλούμενοι· μηδέ γάρ προσώποις τόν Χριστιανισμόν, ἀλλ’ ἀληθείᾳ καί ἀκριβείᾳ πίστεως χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα»[15].
Σέ ἐλεύθερη μετάφραση:
«Ὅμως ποιά μερίδα καί ποιό κλῆρο, ποιά γνησιότητα καί ποιά σχέση μπορεῖ νά ἔχετε ΟΛΟΙ ἐσεῖς, πού εἶστε ΣΥΝΗΓΟΡΟΙ τοῦ ΨΕΥΔΟΥΣ μέ τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ;
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας εἶναι στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ, σύμφωνα καί μέ τόν Ἀπόστολο Παῦλο...
Ὁπότε, ὅσοι βρίσκονται μέσα στήν ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἔχουν ἀπαραίτητα καί τήν Ἀλήθεια. Ἐνῶ αὐτοί οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν τήν Ἀλήθεια, δέν εἶναι οὔτε μπορεῖ νά βρίσκονται μέσα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Εἶναι δηλαδή ΕΚΤΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ἄσχετα ἐάν αὐτοί νομίζουν ὅτι εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καί παρόλο πού αὐτοί λέγουν ψέματα μεταξύ τους, καί κοροϊδεύουν τούς ἑαυτούς τους, καλώντας ὁ ἕνας τόν ἄλλο -ἀλλά καί ἀπό ἄλλους καλούμενοι- ὡς "ἅγιοι"... ("ἁγιώτατοι"..., "σεβασμιώτατοι"..., "πανιερώτατοι"..., "παναγιώτατοι"...) ποιμένες καί ἀρχιποιμένες, δηλαδή ἐπίσκοποι, ἀρχιεπίσκοποι καί πατριάρχες. Μήν τούς πιστεύετε! Λένε ψέματα δέν εἶναι τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά, ἀλλά εἶναι ΨΕΥΔΟΠΟΙΜΕΝΕΣ καί ΨΕΥΔΕΠΙΣΚΟΠΟΙ!
Νά ξέρετε ἀγαπητοί μου, ὅτι ὁ Χριστιανισμός καί ἡ Ὀρθοδοξία μας, ΠΟΤΕ δέν στηρίζεται στά πρόσωπα, στά ὁποιαδήποτε πρόσωπα, ἀλλά ΜΟΝΟΝ στήν ΑΛΗΘΕΙΑ καί στήν ΑΚΡΙΒΕΙΑ τῆς Πίστεως, ὅπως ἔχουμε διδαχθεῖ καί μυηθεῖ, στήν Ὀρθόδοξη Παράδοσή μας»[16].
Οἱ τρόποι λοιπόν πού ἀποκόπτεται κάποιος ἀπό τήν Ἐκκλησία δέν εἶναι μόνο διά Συνοδικῆς Ἀποφάσεως, διά τῆς εἰσχωρήσεως σέ ἄλλη ἑτερόδοξη ἐκκλησία καί διά τῆς ἀποστασίας, ἀλλά καί ἡ φανερή ἀποδοχή ὁποιασδήποτε πρότερον καταδικασμένης αἱρετικῆς διδασκαλίας, ἤ ἐλεγμένης ὑπό τῶν Πατέρων. Ἡ τελευταία αὐτή ἐκδοχή αὐθαίρετα καί σκανδαλωδῶς δέν λαμβάνεται ὑπ' ὄψιν ἀπό τούς ὀπαδούς τοῦ "Κυπριανισμοῦ", διότι οὕτω καταρρέει ὅλο τό στρεβλό ἀφήγημά τους, περί ἀρρωστημένων στήν πίστη μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἐάν κάποια στιγμή τό ἀποδεχθοῦν, αὐτό πού σήμερα θεωροῦν ὡς ἐκκλησία..., θά ἀδειάσῃ αὐτομάτως ἐντελῶς ἀπό "μέλη"...[17]
Σέ καμμία λοιπόν περίπτωση, ἡ ἀνοχή, ἡ ἀδράνεια, ἤ ἀκόμη καί οἱ ἐσκεμμένες παραβλέψεις καί ὅ,τι ἄλλο βλέπουμε νά ἐνεργεῖται ἀπό τούς ταγούς τῆς Ἐκκλησίας, σέ δύσκολες περιστάσεις καί συγκυρίες, πού προέκυψαν στήν πορεία Της, μποροῦν νά ἐκληφθοῦν ὡς ἐπίσημη ἐκκλησιολογική γραμμή.
Ἡ κακόδοξη λοιπόν διδασκαλία τῶν "Κυπριανιστῶν"[18], περί ἀρρωστημένων στήν πίστη μελῶν τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὄχι μόνον ἀστήρικτη καί γέννημα τῆς νοσηρᾶς φαντασίας τους, ἀλλά καί ὑπέρμετρα βλάσφημη, καταδεικνύουσα ἐπακριβῶς καί τήν δική τους ἀσθένεια...!
Ἡ ἐπίκληση τῆς Παπικῆς κακοδοξίας τῆς "Ἀνεξαλείπτου" Ἱερωσύνης στίς περιπτώσεις ἐπανεισδοχῆς τῶν αἱρετικῶν.
Ἡ πλέον ἰσχυρή ἀπόδειξη τῶν λεγομένων "Κυπριανιστῶν" πού περιέχεται στήν φαρέτρα τῶν ἐπιχειρημάτων τους, πρός ἐπιβεβαίωση τῶν δοξασιῶν τους, εἶναι αὐτή τῆς περί "ἀνεξαλείπτου ἱερωσύνης" θεωρία. Ἡ θεωρία αὐτή (διότι περί θεωρίας πρόκειται), δέν ἐντοπίζεται πρό τοῦ σχίσματος τῶν Ἐκκλησιῶν ὡς κάποια θεολογική θέση στίς Ἐκκλησίες τοὐλάχιστον τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλά ἀποτελεῖ μεταγενέστερη καινοτομία εἰσαχθεῖσα ἀπό τήν Δύση. Μέ τήν ἐπίδραση τοῦ Σχολαστικισμοῦ στούς θεολόγους τῆς Ἀνατολῆς, ὅπως ἀναφέραμε καί προηγουμένως, δημιουργήθηκε ἕνας νέος τρόπος θεώρησης τῶν θεολογικῶν πραγμάτων μέ ἀποτέλεσμα νά γεννηθῇ ἕνα χάσμα μεταξύ τῶν παλαιῶν πρό τοῦ Σχίσματος θεολόγων καί τῶν μεταγενεστέρων, μέ συνέπεια νά παρεμβληθῇ μία νέα ἐκκλησιαστική Παράδοση διαφέρουσα σέ μεγάλο βαθμό ἀπό τήν παλαιά τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Τίς προαναφερόμενες διαφορές μεταξύ τῆς παλαιάς καί νέας ἐκκλησιαστικῆς Παράδοσης, ἕνεκα τῆς ἐπιδράσεως τῆς Δυτικῆς θεολογίας, ἐντόπισε ἀκόμη καί ὁ Καθηγητής Παν. Τρεμπέλας. Ὁ ἐν λόγῳ Καθηγητής ἄν καί ἔβλεπε συμπαθῶς τό ἐν λόγῳ Παπικό δόγμα τῆς "Ἀνεξαλείπτου Ἱερωσύνης", ἐν τούτοις ἀναγνώριζε ὅτι, ἡ ἀρχαία Παράδοση καί ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας ἦταν διαφορετική. Διέκρινε ὅτι ἡ παραδοσιακή πράξη τῆς Ἐκκλησίας, στίς περιπτώσεις ἀποδοχῆς κατεγνωσμένης αἱρέσεως, μέχρις ὅτου ἔγινε ἀποδεκτή ἀπό ἐνίους ἡμετέρους θεολόγους ἡ Σχολαστική μέθοδος, ἑδραζόταν στήν πεποίθηση τῆς παντελοῦς ἀπωλείας τῆς ἱερωσύνης καί γενικώτερα τῆς Χάριτος, πού ὑποστασιάζει τά Θεῖα μυστήρια, καί ὄχι σέ κάποια ὑπολανθάνουσα κατάσταση ἐπισχέσεως, ὅπως φρονοῦν οἱ "Κυπριανιστές" βασιζόμενοι στήν θεωρία αὐτή.
Σημαντική εἶναι ἡ ὑποσημείωση στόν τρίτο τόμο τῆς Δογματικῆς του, ὅπου ἀναφέρει τά ἑξῆς:
«Τῆς νέας αὐτῆς διδασκαλίας τῶν σχολαστικῶν, καθ' ἥν τά μυστήρια τῶν καθῃρημένων καί αἱρετικῶν εἶναι διά τό ἀνεξάλειπτον τῆς ἱερωσύνης παράνομα μόνον, οὐχί ὅμως καί ἄκυρα ἤ ἀνίσχυρα, τήν ἐπίδραση βλέπουμε ἐμφανῆ οὐχί μόνον ἐπί τῆς νεωτέρας πράξεως τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας, ἀλλ' ὡς μή ὤφειλε καί ἐπί τῆς σκέψεως πολλῶν ἐκ τῶν νεωτέρων ὀρθοδόξων θεολόγων, ἔτι δέ καί ἐπί διαμορφώσεώς τινος τῆς παρ' ἡμῖν ἐκκλ. πράξεως».
Καί συνεχίζει:
«Οὕτως ἡ ἐν ἔτει 1879 συσταθεῖσα ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Ἐπιτροπεία ἐκηρύχθη ὑπέρ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ κύρους τῶν ὑπό καθῃρημένων ἤ σχισματικῶν γινομένων χειροτονιῶν. Οἱ μετά τούς Πατέρας ὅμως κατά τόν μεσαίωνα παλαιότεροι ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς παρουσιάζονται συμφωνοῦντες πρός τήν ἀρχαιοτέραν τῆς ἐκκλησίας πρᾶξιν. Οὕτω κατά Νικόδημον τόν Ἁγιορείτην (Ὑποσημ. 2 εἰς τόν ΚΗ' κανόνα τῶν Ἀποστόλων) Θεόδωρος ὁ Στουδίτης λέγει, πώς ὁ καθῃρημένος ἱερεύς δέν κάμνει κανένα ἔργον ἱερατικόν, ἀλλά κοσμικός εἶναι, καθώς καί πρότερον. Ἀλλά καί ὁ εἰς χρόνους νεωτέρους ἀκμάσας Ἐμμανουήλ Μαλαξός, καθώς ἀναφέρεται ὑπό τοῦ Νικοδήμου, "εἰς τήν μετάφρασιν τῶν κανόνων ὅπου ἔκαμε κατά τό ᾳφξε, ἐν κεφαλαίῳ λ', λέγει ὅτι ὁ Κωνσταντινουπόλεως ὥρισεν, ὅσοι ἐχειροτονήθησαν ἀπό καθῃρημένους ἀρχιερεῖς, εἰ μέν ἤξευραν τήν αὐτῶν καθαίρεσιν, νά εἶναι καθῃρημένοι καί αὐτοί καί νά μήν δευτεροχειροτονῶνται ἀπό τούς ἀκαθαιρέτους". Ἡ πληροφορία αὐτή τοῦ Μανουήλ Μαλαξοῦ παρουσιάζει τήν ἐκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως ἀκλονήτως ἐχομένην ὡς πρός τάς χειροτονίας τῆς παλαιᾶς πράξεως καί ἀνεπηρέαστον παραμένουσαν ἀπό τῶν νεωτέρων ἐκ τῆς Δύσεως διδαγμάτων».
Στήν συνέχεια ἀνατρέπει τά ψευδοεπιχειρήματά τινων θιασωτῶν τοῦ νέου δόγματος, ὅπως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀγχιάλου Βασιλείου, ὁ ὁποῖος διά τῆς Πραγματείας "Περί τοῦ κύρους τῶν χειροτονιῶν ὑπό καθῃρημένων κληρικῶν", προσπάθησε νά δώσῃ ἔναυσμα διά τὴν εὐκολωτέρα ἀποκατάσταση τῶν ὑπαιτίων τοῦ Βουλγαρικοῦ σχίσματος. Στήν Πραγματεία του ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Βασίλειος προσπαθεῖ νά θέσῃ τίς βάσεις διά τήν ἐπανένταξη τῶν σχισματικῶν Βουλγάρων στούς κόλπους τῆς μητρός Ἐκκλησίας, ἐπιχειρώντας τήν ἔνταξή τους μέ πλήρη ἀναγνώριση τῶν χειροτονιῶν πού διατελέσθηκαν κατά τήν διάρκεια τοῦ σχίσματός τους. Δυστυχῶς ἡ ὅλη του προσπάθεια στέφεται ἄν μή τί ἄλλο, ἀπό παρανοήσεις καί παρερμηνεῖες τῶν πηγῶν πού ἐπικαλεῖται, ἐξάγοντας ἔτσι παραπλανητικά καί λίαν ἐπικίνδυνα συμπεράσματα, προκαλώντας οὕτω περαιτέρω σύγχυση ἐπάνω στό εὐαίσθητο αὐτό ζήτημα!
Νά σημειώσωμε ἐπίσης ὅτι ἡ Πραγματεία αὐτή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀγχιάλου, ἀποτελεῖ μέχρι σήμερα τό "μανιφέστο" πολλῶν θεωρητικῶν ὑπερασπιστῶν τῆς "Κυπριανιστικῆς" δοξασίας.
Ὁ Καθηγητής Παν. Τρεμπέλας θέλοντας νά τονίσῃ τό μέγεθος τῆς Σχολαστικῆς ἐπίδρασης στούς ἡμετέρους θεολόγους, ἀναφέρεται σέ μία Συνοδική Ἀπόφαση, τήν ὁποία ἐπικαλεῖται στό σύγγραμμά του ὁ Βασίλειος, πού ἔχει νά κάνῃ μέ τήν περίπτωση τῆς ἐπαναλήψεως τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος, τό ὁποῖο τελέσθηκε ἀντικανονικῶς ὑπό τινός καθῃρημένου ἱερέως:
«Οὐδέ δύναται νά ἐξουδετερώσῃ τήν μαρτυρίαν ταύτην τό γεγονός, ὅτι ἡ ἐπί Ἰωάννου τοῦ Κομνηνοῦ, πατριαρχεύοντος Μιχαήλ τοῦ Ὀξείτου, ἐν ἔτει 1143 συνελθοῦσα σύνοδος κατηγορεῖ τόν Λεόντιον, διατί ἐβάπτισε δεύτερον τόν ὑπό ἱερέως καθῃρημένου ἐπί φανεροῖς ἐγκλήμασι βαπτισθέντα μέ τό νά ἐνόμισε, πώς δέν εἶναι τέλειον τό ὑπό καθῃρημένου γεγονός βάπτισμα (Παρά Νικοδήμῳ ἔνθ' ἀνωτ.), διότι ἡ περί ἑνιαίου βαπτίσματος διδασκαλία, ἐπί τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζεται καί τό ὑπό ὀρθοδόξου λαϊκοῦ ἐν ἀνάγκῃ τελεσθέν βάπτισμα, ἐγένετο δεκτή παλαιόθεν καί ἐν τῇ καθ' ἡμᾶς ἐκκλησίᾳ. Ἀντιθέτως πρός τἀνωτέρω Ἰωσήφ ὁ Βρυένιος, προδήλως διατελῶν ὑπό τήν ἐπίδραση τῆς δυτικῆς θεολογίας, γράφει ἐν τῇ δευτέρᾳ πρός Νικήταν ἱερέα ἐπιστολῇ: "πρός πάντων πατέρων καθαιρεθέντας τούς τῶν Ἰταλῶν ἱερεῖς ἡγοῦ, καί πρό πάντων γε τόν ἑαυτόν πρόκριτον. Τά μέντοι παρ' αὐτῶν ἱερουργούμενα ἅγια, ἅγια πάντα καί τέλεια νόμιζε, καθάπερ ἄρα καί τά πρός τῶν ἐν ἡμῖν καθῃρημένων τελούμενα" (Βασιλείου ἀρχιεπισκόπου Ἀγχιάλου, Περί τοῦ κύρους τῆς χειροτονίας κληρικῶν ὑπό ἐπισκόπου καθῃρημένου καί σχισματικοῦ. Σμύρνη 1887 σελ. 20)[19].
Καί συνεχίζει μέ ἐπί πλέον ἀναφορές καί περί ἑτέρων ἐπηρεασμένων θεολόγων.
Ἀλλά καί Εὐγένιος Βούλγαρις ὑπό τήν ἐπίδραση τῆς Δυτικῆς θεολογίας σημειοῖ ἐν ταῖς Κριτικαῖς αὐτοῦ ἐπιστασίαις τῆς τοῦ Νεοφύτου γραμματικῆς, ὅτι "ἡ καθαίρεσις ἔκπτωσίς τίς ἐστιν ἀπό τῆς ἱεροτελεστίας... τοσούτῳ τῆς ἀργίας αὐτῆς διαφέρουσα, ὅτι ἡ μέν ἐν χρόνῳ τεταγμένῳ ἐπιβάλλεται, μεθ' ὅν ἡ ἀποκατάστασις, ἡ δέ τῷ βίῳ συμπτεκτείνουσά ἐστιν... Οὐκ ἔστι δέ καί τῆς ἱερωσύνης αὐτῆς ἄρδην ἐξάλειψις, ἄπαγε, τῆς ἀνεξαλείπτου μενούσης καί τόν χαρακτῆρα ἀκαθαιρέτου"[20] (Παρά Ἀρχιεπισκόπῳ Ἀγχιάλου Βασιλείῳ ἔνθ. ἀνωτ.)».
Στήν συνέχεια, ὁ Ἀρχιεπ. Βασίλειος ἐπικαλεῖται μαρτυρία ἀπό τόν Νικόλαον Καβάσιλα, ἡ ὁποία ὅμως, στὴν πραγματικότητα εἶναι ἄσχετη μέ τήν συγκεκριμένη περίπτωση, πρᾶγμα πού τό ἐπισημαίνει καί ὁ Τρεμπέλας:
«Παραπέμπει δέ ὁ Εὐγένιος καί εἰς τόν Καβάσιλαν, ὅστις ὁμιλῶν ἐν τῇ Ἑρμηνείᾳ τῆς Θείας Λειτουργίας (κεφ. μστ΄ Migne 150, 448-469) περί τοῦ ὅτι καί τά ὑπό φαύλων λειτουργῶν προσφερόμενα δῶρα γίνονται δεκτά παρά τῷ Θεῷ, ὀρθῶς παρατηρεῖ, ὅτι ἀμφιβολίαι καί ἀπορίαι περί τῆς δραστικότητος καί ὑπό τῶν τοιούτων λειτουργῶν τελουμένων μυστηρίων δύναται νά γεννηθῇ μόνον παρ' ἐκείνῳ, ὅστις "οἴεται τόν ἱερέα αὐτόν εἶναι τόν κύριον τῆς τῶν δώρων τούτων προσαγωγῆς· οὐκ ἔστι δέ", ἀλλ' "ἡ χάρις ἐστίν ἡ ἁγιάζουσα".
Ἀλλ' ὅτι τά ὑπό φαύλων λειτουργῶν τελούμενα μυστήρια οὐδεμίαν παρουσιάζουν ἀναλογίαν πρός τά ὑπό καθῃρημένων συντελούμενα, κατανοεῖ τις, ὅταν ἐνθυμηθῇ, ὅτι τά μέν πρῶτα τελοῦνται ἐντός τῆς ἐκκλησίας καί ὑπό λειτουργῶν ἀνεγνωρισμένων καί ἐγκατεστημένων ὑπό τῆς ἀληθοῦς ἐκκλησίας· τά δέ ὑπό καθῃρημένων τελούμενα καθίστανται ὑπό τῆς ἐπιδεικνυμένης ἀνυποταξίας καί ἐπαναστατικῆς διαθέσεως ἐν τῇ τελέσει αὐτῶν τοῦ καθῃρημένου μυστήρια μικρόν τι ἤ καί οὐδόλως διαφέροντα τῶν ἐν σχίσματι τελουμένων καί συνεπῶς τῶν ἔξω τῆς ἐκκλησίας γινομένων. Ὅτι δέ ἡ χειροτονία ἐντίθησι σφραγῖδα ἀνεξάλειπτον παρά τοῖς λαμβάνουσι αὐτήν, θά ἐδεχόμεθα καί ἡμεῖς, τοῦτο ὅμως δέν ἀποκλείει, ὡς ἤδη εἴπομεν, τό ὑπό τοῦ Μ. Βασιλείου ὑποστηριζόμενον, ὅτι καί τό ὑπό σχισματικῶν ἱερέων τελούμενον βάπτισμα ὡς παρά λαϊκῶν γενόμενον δέον νά ἐκλαμβάνηται καί διά τοῦτο δέον νά ἐπαναλαμβάνεται[21]. Οὐδέ δυνάμεθα νά παρίδωμεν τό ὑπό τοῦ ΚΑ΄ κανόνος τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁριζόμενον, καθ' ὅ "οἱ ἐπ' ἐγκλήμασι κανονικοῖς ὑπεύθυνοι γινόμενοι καί διά τοῦτο παντελεῖ τε καί διηνεκεῖ καθαιρέσει ὑποβαλλόμενοι καί ἐν τῷ τῶν λαϊκῶν ἀπωθούμενοι τόπῳ, εἰ μέν ἑκουσίως πρός ἐπιστροφήν ὁρῶντες ἀθετοῦσι τήν ἁμαρτίαν, δι' ἧς τῆς χάριτος ἐκπεπτώκασι καί ταύτης τέλεον ἀλλοτρίους ἑαυτούς καθιστῶσι, τῷ τοῦ κλήρου κειρέσθωσαν σχήματι. Εἰ δέ μή τοῦτο αὐθαιρέτως αἱρήσονται, καθάπερ οἱ λαϊκοί τήν κόμην ἐπιτρεφέτωσαν, ὡς τήν τῶν ἐν κόσμῳ ἀναστροφήν τῆς οὐρανίου ζωῆς προτιμήσαντες».
Συντριπτική εἶναι στήν συνέχεια ἡ ἀπάντηση τοῦ καθηγητοῦ, περί τοῦ ΝΑ' Κανόνος τοῦ Μ. Βασιλείου, πού ἀστόχως ἐπικαλεῖται ὁ Ἐπίσκοπος Ἀγχιάλου, καταδεικνύων περίτρανα τήν ἀσυνάφειά του μέ τό πρόβλημα τῆς ἰσχύος τῶν μυστηρίων:
«Καί προβάλλει μέν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀγχιάλου Βασίλειος (ἔνθ. ἀνωτ.) τόν ΝΑ' κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου, ὡς ἀκριβέστερον ὁρίζοντα τί ἐστι καθαίρεσις, ἔχει ὅμως ὁ κανών οὗτος ὡς ἑξῆς: "τό κατά τούς κληρικούς ἀδιαφόρως οἱ κανόνες ἐξέθεντο κελεύσαντες μίαν παρά τοῖς παραπεσοῦσιν ὁρίζεσθαι τιμωρίαν, τήν ἔκπτωσιν τῆς ὑπηρεσίας". Προδήλως λοιπόν ἐν τῷ κανόνι τούτῳ ὁ λόγος κυρίως πρόκειται περί τοῦ διπλοῦ ἐπιτιμίου, ὅπερ τινές ἐπέβαλλον εἰς τούς παραπίπτοντας κληρικούς, οὐ μόνον διά καθαιρέσεως, ἀλλά προσθέτως καί διά τόν εἰς τούς λαϊκούς ἐπί τό αὐτῷ παραπτώματι ἐπιβαλλομένων ἐπιτιμίων κολάζοντες τούτους. Ἐφ' ὅσον δέ ὁ Μ. Βασίλειος οὕτω σαφῶς ἐν τῷ Αῳ κανόνι αὐτοῦ γνωματεύει περί τῶν δι' αἱρέσεως ἤ σχίσματος ἀπορραγέντων τῆς μετά τῆς ἀληθοῦς ἐκκλησίας κοινωνίας, εἶναι λίαν παρακεκινδυνευμένον νά καταλήγωμεν εἰς συμπεράσματα ἀντιτιθέμενα εἰς τόν κανόνα τοῦτον ἐπί τῇ βάσει ἀορίστου τινός φράσεως δευτερευόντως εἰς ἄλλον κανόνα παρεισαγομένης. Ἄλλως τε ὁ Μ. Βασίλειος καί ἐν τῇ πρός Νικοπολίτας πρεσβυτέρους ἐπιστολῇ αὐτοῦ (Ἐπιστ. 240, Migne 32, 897. Πρβλ. καί ἐπιστ. 239) ὁμιλῶν περί Φρόντωνος πρεσβυτέρου, χειροτονηθέντος ἐπισκόπου τῆς ἐν Ἀρμενίᾳ Νικοπόλεως ὑπό Ἀρειανῶν, γράφει σαφῶς, ὅτι "οὐκ οἶδα ἐπίσκοπον, μηδέ ἀριθμήσαιμι ἐν ἱερεύσι Χριστοῦ τόν παρά βεβύλων χειρῶν ἐπί καταλύσει τῆς πίστεως εἰς προστασίαν προβεβλημένον"· ταῦτα δέ παρουσιάζονται ἐξ ὁλοκλήρου σύμφωνα καί πρός τά ἐν τῷ Αῳ κανόνι ὁριζόμενα»[22].
Συνοψίζοντας τά ἀναφερόμενα στήν ἐν λόγῳ Ὑποσημείωση τῆς Δογματικῆς, διαπιστώνουμε πρωτίστως ὅτι, ἡ Συνοδική πράξη τοῦ ἔτους 1143 ὑπό τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ, ἐξεδόθη κάτω ἀπό τήν ἐπιρροή καί τό πνεῦμα τοῦ Σχολαστικισμοῦ καί ὄχι τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως· καί ὡς ἐκ τούτου ὀρθῶς καί δικαίως ἔπραξε ὁ κατηγορηθῆς Λεόντιος, δευτερώσας τό ὑπό καθῃρημένου τελεσθέν βάπτισμα, ἐφαρμόζοντας τήν ἀκρίβειαν, ἀκολουθῶν πιστά τό πνεῦμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί ὄχι αὐτό, τῶν παπικῶν θεολογικῶν ἐπιδράσεων[23].
Κάτω ἀπό τήν ἴδια ἐπίδραση ἦταν καί οἱ προαναφερθέντες Θεολόγοι, Ἰωσήφ Βρυένιος καί Εὐγένιος Βούλγαρις, ἀλλά κυρίως καί ὁ μεταγενέστερος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀγχιάλου Βασίλειος, οἱ ὁποῖοι πρέσβευαν τήν ἐγκυρότητα τῶν τελεσθέντων ὑπό καθῃρημένων μυστηρίων, ὡσάν κατά πάντα "τέλεια καί ἅγια"! Ἡ δέ τελειότητα αὐτῶν προεκτεινομένη, ἄκουσον ἄκουσον, ἕως καί μέχρι αὐτῶν τῶν Παπικῶν μυστηρίων[24]!!!
Ἄστοχη τελείως καί ἡ ἀναφορά στόν Νικόλαο Καβάσιλα, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ ξεκάθαρα μόνον περί τῶν μυστηρίων πού τελοῦνται ὑπό ἀναξίων καί φαύλων ἱερέων, τῶν ὁποίων τά μυστήρια μέ κανέναν τρόπο δέν μποροῦμε νά τά παραλληλίσωμε μέ αὐτά τῶν καθῃρημένων.
Παρομοίως καί ἡ συσχέτιση τοῦ ΝΑ΄ κανόνος τοῦ Μ. Βασιλείου, τοῦ ἀναφερομένου στό θέμα τῆς καθαιρέσεως, συγκρινομένης μέ αὐτῆς τῆς ἀργίας, ὡς πρός τίς συνέπειές της, εἶναι ἐντελῶς ἀποτυχημένη, ἀφοῦ ὁ Ἅγιος σέ ἄλλον Κανόνα, ὅπως ὁ Α', ἀλλά καί στίς ἐπιστολές του, λέει ἀκριβῶς τά ἀντίθετα!
Εἶναι ἄκρως περίεργο, πώς ἄνδρες τόσο σοφοί, ἀδυνατοῦσαν νά διακρίνουν καί νά ξεχωρίσουν τίς ἀντιφάσεις τῶν ἐπιχειρημάτων τους, κατά τήν μεταξύ τους σύνδεση, ἀποτυπώνοντάς τες καί στά συγγράμματά τους, ἐνῷ καταφανέστατα εἶναι ἄσχετα καί ἐνίοτε ἀντικρουόμενα, συμπαρασύροντες δέ καί πολλούς ἄλλους μεταγενεστέρους, σέ παντελῶς πεπλανημένα καί ἀλλόκοτα συμπεράσματα!
Περαιτέρω ἔλεγχος τῶν πλανῶν τῆς Πραγματείας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Βασιλείου.
Θεωροῦμε ὅτι ἡ περαιτέρω ἀναίρεση τῶν πλανῶν τῆς Πραγματείας εἶναι ἐπιτακτική, διότι ὅπως εἴπαμε προηγουμένως ἀποτελεῖ πηγή ἄντλησης τῶν ἐπιχειρημάτων ὑπό τῶν δοξαζόντων τήν θεωρία τοῦ "Κυπριανισμοῦ".
Στήν ἐν λόγῳ αὐτήν Πραγματεία καταβάλλεται μέγιστη προσπάθεια ὅπως καταδειχθῇ τό ἔγκυρο καί ἰσχυρό τῶν ὑπό τῶν σχισματικῶν Βουλγάρων χειροτονιῶν, ὥστε νά διευκολυνθῇ ἡ μετ' αὐτῶν ἕνωση καί γίνουν αὐτές ἀποδεκτές ἀπό τήν ἡμετέρα Ἐκκλησία ὡς εἶναι.
Ἡ προβαλλόμενη στήν Πραγματεία θέση τοῦ Βασιλείου ἀρχιεπισκόπου Ἀγχιάλου, περί τῆς ἐπενεργείας τῆς καθαιρέσεως ἐπί τῆς ἱερωσύνης εἶναι πώς· «διά τῆς καθαιρέσεως αὐτό τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης αἴρεται, ἤ ἀναιρεῖται, ἧς τό ποιητικόν αἴτιόν ἐστι κυρίως αὐτό τό Πανάγιον Πνεῦμα, ἀλλ' ἡ ἐνέργεια αὐτῆς ἐπίσχεται καί κωλύεται...»[25]. Τοῦτο πιστεύει, διότι κατ' αὐτόν ἡ ἱερωσύνη εἶναι ἀνεξάλειπτος! Μᾶς λέγει, «οὐκ ἔστι δέ ἐκ τῆς ἱερωσύνης αὐτῆς ἄρδην ἐξάλειψις, ἄπαγε, τῆς ἀνεξαλείπτου μενούσης καί τόν χαρακτῆρα ἀκαθαιρέτου»[26].
Διά τῆς πράξεως τῆς καθαιρέσεως ἁπλῶς «κωλύεται οὕτως ἡ ἐνέργεια τῆς ἱερωσύνης»[27].
Ἡ Ἀπόφαση ὅμως τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἀποστομωτική καί δέν δέχεται παρερμηνεῖες!
Στά πρακτικά τῆς Συνόδου πού προέβη στήν καθαίρεση τῶν Βουλγάρων σχισματικῶν ἀναφέρεται ρητῶς:
«ἐκπεσόντες ἅπαξ τῆς χάριτος τῆς ἱερωσύνης παίζουσιν ἐν οὐ παικτοῖς, μετάδοσιν ἱερωσύνης ἑτέροις ἐπαγγελλόμενοι, ἧς περ αὐτοί ἐκπεπτώκασι. Τίς γάρ, κατά τήν ἐν Καρχηδόνι σύνοδον, δύναται δοῦναι ὅπερ αὐτός οὐκ ἔχει, ἤ πῶς δύναται πνευματικά ἐργάζεσθαι ὁ ἀποβαλών Πνεῦμα ἅγιον»;[28]
Οἱ καθαιρεθέντες λέγει Βούλγαροι, ἐξέπεσαν τῆς ἱερωσύνης, καταστάντες ἁπλοί λαϊκοί, παρά ταῦτα ὅμως συνέχιζαν νά χειροτονοῦν κληρικούς, νομίζοντες ὅτι τούς μετέδιδαν ἱερωσύνη. Πῶς νά δώσουν ὅμως κάτι ἀπό τήν στιγμή πού οὔτε οἱ ἴδιοι τό εἶχαν;
Παρά ταῦτα ὅμως, κατόπιν ἐντόνων πολιτικῶν πιέσεων κατά τό 1947, ἡ τότε ἱεραρχία ἀπεφάσισε νά τούς ἐπαναφέρῃ σέ κοινωνία, ἀποδεχόμενη κατ' οἰκονομία καί τίς μέχρι τότε ἱεροπραξίες τους.
Ἡ ἀπογύμνωση τῆς ἱερωσύνης.
Σέ ὅλη τήν Πραγματεία του ὁ ἀρχιεπίσκοπος Βασίλειος, ἀναφέρεται, σέ ἀποδιδομένους διά τά ἀποτελέσματα τῆς καθαιρετικῆς πράξεως συνωνύμους ὁρισμούς, πού χρησιμοποιοῦν οἱ Πατέρες, διαστρέφοντας ὅμως τήν πραγματική τους σημασία, ὅπως: «καθαιρεῖν τῆς Ἐπισκοπῆς, καθαιρεῖν τῆς ἱερωσύνης, ἐκπίπτειν ἤ παύεσθαι τῆς βαθμοῦ», ἐν τούτοις παραλείπει ἕναν, ἀλλά καί τόν πιό χαρακτηριστικό, περί τῆς "γυμνώσεως" τοῦ καθῃρημένου ἐκ τῆς ἱερωσύνης, ὁ ὁποῖος καί ἀποδίδει πλέον ξεκάθαρα τήν πραγματική σημασία τῆς καθαιρέσεως!
Οἱ ἱεροί κανόνες τῶν Συνόδων δέν ὁμίλησαν περί τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν καθαιρέσεων γενικῶς καί ἀόριστα, ἀλλά τόνιζαν συγκεκριμένα τίς συνέπειες αὐτῆς τῆς καθαιρετικῆς πράξεως. Οὕτως ὁ ΠΑ' τῆς ΣΤ' Συνόδου, τούς κληρικούς πού προσθέτουν εἰς τόν Τρισάγιον Ὕμνον τήν προσθήκη τοῦ Πέτρου τοῦ Κναφέως, τούς καθαιρεῖ ἀπογυμνώνοντας αὐτούς πάσης ἱερατικῆς ἀξίας[29]!
Ὡσαύτως καί ὁ ΚΗ' κανόνας τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ, περί τῶν κλοπή διαπραξάντων κληρικῶν, ἀποφαίνεται ὅτι καθαιρεθέντες «ἱερωσύνης ἀπογυμνοῦνται»[30]. Ἐπίσης καί στήν ἑρμηνεία τοῦ ΝΖ' τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου, περί τινος ἐπισκόπου πού ποιοῦσε ἀναχειροτονίες καί ἀναβαπτισμούς, ἐντέλλεται ὅπως «καθαιρεθῇ καί ἔπειτα οὕτω καθῃρημένος, ὡς λαϊκός ἤδη ὤν, νά παραδοθῇ εἰς τόν ἄρχοντα»[31].
Νά σημειώσουμε ἐπίσης, ὅτι κατά τούς Βυζαντινούς χρόνους οἱ πρός τιμωρία ὑπό τῶν κρατικῶν ἀρχῶν προοριζόμενοι κληρικοί, πρῶτον καθαιροῦντο, διά νά τούς ἀφαιρεθῇ παντελῶς ἡ ἱερωσύνη, ἵνα μή μαζί μέ αὐτούς ἀτιμασθῇ καί αὐτή[32]. Εἰς τόν Νομοκάνονα τοῦ Μ. Φωτίου λέγει:
«Εἰς δέ περί ἐγκλημάτων ζητεῖται, εἰ μέν πολιτικῶν, οἱ ἄρχοντες δικάζουσιν ἐν Βυζαντίῳ καί ταῖς ἐπαρχίαις, τῆς δίκης μετά προκάταρξιν μή ὑπερβαινούσης δύο μῆνας. Καί ἐάν φανῇ ποινῆς ἄξιος ὁ κληρικός, πρότερον γυμνοῦται διά τοῦ ἐπισκόπου τῆς ἱερατικῆς ἀξίας, καί οὕτως ὑπό τά χεῖρας γίνεται τοῦ νόμου»[33].
Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος κατατάσσει τούς καθῃρημένους κληρικούς μετά τῶν λαϊκῶν, διό καί ἐντέλλεται ὥστε νά λαμβάνουν τήν Θείαν Μετάληψη μετ' αὐτῶν.
«Εἴ τις κληρικός πορνεύσαι, τοῦ μέν βαθμοῦ τῆς ἱερωσύνης κατάγεται, τῆς θείας δέ κοινωνίας οὐ κωλύεται, ἀλλά μετά τῶν λαϊκῶν κοινωνεῖ»[34].
Τό ὅτι ἡ καθαίρεση ἔχει διαφορετικά ἀποτελέσματα ἀπό αὐτά πού νομίζουν αὐτοί, τό λέγει καί ἡ ἴδια ἡ λέξη. Ἡ λέξη καθαίρεση δέν σημαίνει τήν ἐπίσχεση, ἀλλά ἔχει τήν σημασία τῆς καταβίβασης ἐκ τοῦ ἀξιώματος, τοῦ καταστρέφω, ἐπί βασιλέων ἐκθρονίζω, ἐπί ψηφισμάτων καταργῶ, ἐξαλείφω, ἀκυρῶ· ἀφαιρῶ τόν βαθμό, ἀποβάλλω τοῦ ἱερατικοῦ ἀξιώματος...
Σέ καμμία περίπτωση δέν ἔχει τό νόημα πού θά ἤθελαν οἱ "Κυπριανιστές"!
Ἡ καθαίρεση δηλαδή ἀφαιρεῖ παντελῶς τήν ἱερωσύνη κατατάσσουσα τόν καθαιρούμενο ὡς οἱ κανόνες ἀναφέρουν, στήν τάξη τῶν λαϊκῶν[35].
Κατά τήν ἀκρίβεια λοιπόν τῶν κανόνων τά ὑπό τῶν καθῃρημένων τελούμενα λογίζονται ὡς οὐδέν!
Μόνον χάριν τῆς οἰκονομίας, ὅταν ἡ ἐκκλησία τό κρίνῃ εὔλογο καί ἐπωφελές ἀποδέχεται αὐτά, κατά τόν τρόπον πού δέχεται καί τά τῶν αἱρετικῶν μυστήρια. Ἡ ἀφαίρεση τῆς ἱερωσύνης διά τῆς καθαιρέσεως, εἴτε διά λόγους αἱρέσεως, εἴτε διά ποινικούς λόγῳ παραπτωμάτων, ἔχει ἀκριβῶς τά ἴδια ἀποτελέσματα. Τήν μή δυνατότητα δηλαδή τελέσεως ἐγκύρων μυστηρίων.
Στό Ἐπίτομο Λεξικό τοῦ Δημητράκου, ἡ λέξη "γύμνωσις", ἔχει τήν ἑξῆς ἔννοια· «ἀφαίρεσις τοῦ περιβλήματος ἤ τῆς περιβολῆς, τό γδύσιμο, ἡ γυμνότης, καί μτφ. ἡ στέρησις ἡ ἔλλειψις...». Στό λῆμμα "γυμνῶ", ἀποδίδονται τά ἑξῆς· «ἀφαιρῶ τό περίβλημα, τό κάλυμμα, τό ἔνδυμά τινος... ἐντελῶς ἀφαιρῶ...».
Δεκάδες ἀναφορές περί ἀπογυμνώσεως ἀπό τήν ἱερωσύνη, θά μπορούσαμε νά παραθέσουμε μέσα ἀπό τά Πρακτικά τῶν ἱερῶν Συνόδων καί τά κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά διά τήν συντομία τοῦ λόγου παρακάμπτουμε.
Παντελής ἡ ἀφαίρεση τῆς ἱερωσύνης.
Στήν διατύπωση τῶν κανόνων πού σχετίζονται μέ περιπτώσεις καθαιρέσεων, ἐμβάλλεται πολλάκις καί ἡ λέξη "παντελῶς", πού σημαίνει τήν ὁλοκληρωτική ἀφαίρεση τῆς ἱερωσύνης.
Οὕτως ἐν τῷ ΙΕ' κανόνι τῆς ΑΒ' Συνόδου περί τῶν ἀνυποτάκτων καί καταφρονούντων τόν ἴδιον Ἐπίσκοπον κληρικοί, ἐπιβάλλεται καθαίρεση καί τελεία ἀποξένωση τῆς ἱερωσύνης σέ αὐτούς. «τοῦτον ὥρισεν ἡ ἁγία Σύνοδος πάσης ἱερατείας παντελῶς ἀλλότριον εἶναι...».
Ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ δέ τοῦ κανόνος ἀναφέρεται· «...παρά τῆς Συνόδου αὐτός νά κατακριθῇ· οὗτοι, λέγω, πάντες νά καθαίρωνται παντελῶς, οἱ μέν Ἐπίσκοποι καί Μητροπολῖται, πάσης Ἀρχιερατικῆς ἐνεργείας, οἱ δέ Πρεσβύτεροι, πάσης ἱερατικῆς». Ὁμοίως ἀποφαίνεται καί ὁ ΙΣΤ' τῆς αὐτῆς Συνόδου, ὡς καί ὁ Γ' τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ.
Τό "παντελῶς" λοιπόν, ὡς ὁλοκληρωτική καί ὁλοσχερῆ ἀφαίρεση πρέπει νά ἐκλαμβάνεται, ὅπως καί ἡ λέξη ἀπό μόνη της μαρτυρεῖ!
Λαϊκός καί χωρίς εὐλογία ὁ καθῃρημένος.
Περί δέ τῶν θανασίμως ἁμαρτανόντων καί καθαιρεθέντων κληρικῶν ἐν τῷ ΚΒ' κανόνι τοῦ Μ. Βασιλείου, στήν ὑποσ. τοῦ Πηδαλίου τοῦ ἁγ. Νικοδήμου, ἀναφέρεται «ὅτι καί οἱ ἱεροπραξίαι ὁποῦ ἤθελαν κάμῃ, λογίζονται ὡσάν νά ἔγιναν καί ἀπό λαϊκούς, εἰς τόν ὁποῖον τόν τόπον ἐπερρίφθησαν»[36]. Ἐν συνεχείᾳ γίνεται ἀναφορά καί στόν ἅγ. Θεόδωρον τόν Στουδίτην, στήν ὁποίαν λέγει: «πώς ὁ καθῃρημένος ἱερεύς δέν κάμνει κᾀνένα ἔργον ἱερατικόν, ἀλλά κοσμικός εἶναι καθώς τό πρότερον, καί χάριν ἁγίου Πνεύματος δέν ἔχει, διατί ἐπάρθη ἀπό αὐτόν. Καί ἄν δώσῃ εἰς τινα ἱερωσύνην, ἐκεῖνος ἱερεύς δέν εἶναι»[37].
Φῶς στίς φλυαρίες περί ἐγκυρότητας τῶν ὑπό καθῃρημένων τελουμένων μυστηρίων, τίς ὁποῖες προασπίζεται ἡ ἐν λόγῳ Πραγματεία, ρίχνει καί ὁ ΚΣΤ' κανόνας τῆς ΣΤ' Συνόδου. Ἀναφερόμενος στούς ἱερεῖς πού ἀπό ἄγνοια ἦλθαν σέ γάμου σχέση μέ συγγενικά πρόσωπα καί ὁμολόγησαν ἀπό μόνοι τους τόν τοιοῦτον ἄθεσμο γάμο, ὁ κανών τούς συγχωρεῖ καί παραχωρεῖ μετά τήν καθαίρεση νά διατηροῦν τήν τιμή τῆς καθέδρας τῶν ἱερέων. Πέραν ὅμως αὐτῆς τῆς τιμῆς πού διά τήν ταπείνωσή τους τούς ἐχαρίσθη, δέν ἔχουν τό δικαίωμα ὄχι μόνον νά ἱεροπρακτοῦν, ἀλλά οὔτε κἄν νά δίδουν στούς πιστούς καί τήν ἁπλή εὐλογία!
Τοῦτο ἐντέλλεται ὁ κανόνας, διότι ὡς λέγει, ἡ εὐλογία εἶναι μετάδοση ἁγιασμοῦ, καί πῶς μπορεῖ νά μεταδόσῃ σέ ἄλλους αὐτό πού ἴδιος δέν ἔχει; «Ὁ δέ τοῦτον μή ἔχων, διά τό ἐκ τῆς ἀγνοίας παράπτωμα, πῶς ἑτέρῳ μεταδώσει;... καί οὐδαμῶς ὀ ἀνήρ μετουσίαν ἔξει πρός τήν δι' ἧς ἱερᾶς ἐνεργείας ἐστέρηται»[38].
Δέν ὁμιλεῖ διά κώλυμα ἤ ἐπίσχεση, ἀλλά διά ἀπώλεια!
Εἰς τόπον μετά τῶν λαϊκῶν ὁ καθῃρημένος κληρικός.
Ἕτερο στοιχεῖο πού καταρρίπτει τίς ἀβάσιμες θεωρίες τῆς Πραγματείας εἶναι ὅτι, κατ' ἐπιταγή τῶν ἱερῶν κανόνων πάντες οἱ καθῃρημένοι Πρεσβύτεροι καί Διάκονοι, μετά τήν καθαίρεσή τους βάλλονται εἰς τόπον μετά τῶν λαϊκῶν, ἀφοῦ πλέον καί οἱ ἴδιοι εἶναι λαϊκοί.
Ἡ ἀποβολή δέ τῆς ἱερωσύνης συνοδεύεται καί μέ τήν ἀποβολή τῆς ἱερατικῆς ἐνδυμασίας, δηλαδή τῶν ῥάσων, ἐνδυομένων πλέον αὐτῶν τήν περιβολή τῶν λαϊκῶν. «ὅλοι οἱ ἱερωμένοι (λέγει ὁ ἅγ. Νικόδημος στήν ὑποσ. 2 τοῦ Γ' κανόνος τοῦ Μ. Βασιλείου), καί εἰς τόν τόπον τῶν λαϊκῶν ἀπωθούμενοι, πρῶτον μετασχηματίζονται, ἤτοι ἀποβάλλουσι τό σχῆμα τῶν ἱερωμένων, καί ἔτσι βάλλονται εἰς τόν τόπον τῶν λαϊκῶν, καθώς καί ὁ ΚΑ' τῆς ΣΤ' φανερῶς περί τούτου διορίζεται. Ἀπρεπές καί ἀνοίκειον εἶναι νά στέκονται οὗτοι μετά λαϊκῶν, ἔχοντες τό σχῆμα τῶν κληρικῶν»[39].
Ἴσως κάποιοι προβάλλουν ἔνσταση, λέγοντες ὅτι ἡ ἀποβολή τῶν ῥάσων γίνεται μόνον διά τό ἀνοίκειο, τοῦ νά στέκονται δηλαδή μέ αὐτά στόν τόπο τῶν λαϊκῶν, καί ὄχι διά τό ὅτι σχετίζεται μέ τήν ὁλοκληρωτική ἀποβολή τῆς ἱερωσύνης, καθιστάμενοι οὕτω πραγματικά λαϊκοί. Ἐάν ὅμως ἡ ἀπόφαση αὐτή ἀφοροῦσε μόνον τό ἀνοίκειο, τότε θά ἔπρεπε νά εἴμαστε σίγουροι ὅτι θά τοποθετοῦντο σέ ἰδιαίτερο στόν Ναό χῶρο, μόνον διά τήν κατηγορία τους ξεχωρισμένο!
Ἄραγε ὁ συγγραφέας τῆς Πραγματείας ἀγνοοῦσε ἤ παρέβλεψε ἐσκεμμένως αὐτήν τήν λεπτομέρεια, περί τῆς ἀποβολῆς τοῦ ἱερατικοῦ σχήματος, ἐπειδή οὕτω περιδινιζόταν τό ἀφήγημά του; Ἐάν ἡ ἱερωσύνη ἦταν ἀνεξάλειπτος στόν καθαιρούμενο κληρικό, οὐδέποτε οἱ Πατέρες θά νομοθετοῦσαν τήν ἀποβολή τῆς ἱερατικῆς περιβολῆς καί τήν ἐπιβολή τῆς λαϊκῆς τοιαύτης, οὔτε θά ἔβαζαν αὐτούς νά στέκουν στήν ἐκκλησία ἐκεῖ ὅπου στέκουν καί οἱ ἀνίεροι λαϊκοί! Ἀντίθετα στήν περίπτωση καθαιρέσεως ἱερομονάχου, ἡ περιβολή τοῦ ῥάσου διατηρεῖται, καθότι ἡ κουρά τοῦ Μοναχικοῦ Σχήματος παραμένει ἀνεξίτηλη ἕνεκα τῶν Μοναχικῶν ὑποσχέσεων.
Οἱ ἐξ αἱρετικῶν χειροτονίες.
Βασική ἀπόδειξη στήριξης τῶν θέσεων τῆς Πραγματείας ἀποτελεῖ καί ἡ κατά περίσταση ἀποδοχή ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, τῶν χειροτονιῶν πού ἐκτελοῦνται ἀπό καθῃρημένους ἐπισκόπους, ἤ ὑπό ὑπαρχόντων ἐν τῇ αἱρέσει.
Κλασικό παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῶν χειροτονιῶν, ἀποτελεῖ αὐτή τοῦ Πατρ. Κων/λεως Ἀνατολίου, ὑπό τοῦ αἱρετικοῦ Πατρ. Ἀλεξανδρείας Διοσκούρου. Περί τῆς χειροτονίας αὐτῆς ἔγινε ἀναφορά καί ὑπό τοῦ Πατρ. Ταρασίου, κατά τίς συζητήσεις, ἐν τῇ Ζ' Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ. Ἡ χειροτονία αὐτή θεωρεῖται ἀπό τόν συγγραφέα τῆς Πραγματείας, ὡς χαρακτηριστικό παράδειγμα ἐπιβεβαίωσης τῶν ἀπόψεών του, καθώς ἔγινε δεκτή, ὡς γενομένη ὑπό καθῃρημένου αἱρετικοῦ! Ἄρα καί τά ὑπό καθῃρημένων τελούμενα μυστήρια εἶναι ἔγκυρα!!!
Προφανῶς ὅμως ἐξέλαβε ἐπιπόλαια καί βιαστικά, ὡς ἀτράνταχτο καί ἐπιβεβαιωτικό τῆς γνώμης αὐτοῦ, τό ἐπιχείρημα τοῦτο!
Ὁ Πατρ. Ταράσιος πράγματι ἀπεκάλεσε τήν ὑπό τοῦ Διοσκούρου χειροτονία "ὅτι ἐκ Θεοῦ ἔστιν"[40], καθότι αὐτή ἐγένετο πρίν τήν καθαίρεση καί ἀναθεματισμό τοῦ Διοσκούρου! Ἡ χειροτονία τοῦ Ἀνατολίου ἐτελέσθη ἕναν μέ δύο μῆνες μετά τήν ληστρική σύνοδο τῆς Ἐφέσου τό 449, ἐνῷ ὁ Διόσκουρος καθῃρέθῃ ἀπό τήν Δ' Οἰκουμ. ἐν Χαλκηδόνι σύνοδο τό 451!!! Ἕνεκα τούτου οἱ ἀρχικῶς ἀντιδρῶντες στήν ἀποδοχή τῶν ὑπό αἱρετικῶν χειροτονιῶν ἐν τῇ Ζ' οἰκουμ. Συνόδῳ, τελικά ὑποχώρησαν ἀποδεχόμενοι τήν οἰκονομική εἰσδοχή, τῶν ἐχόντων ὅμως τά προκαθορισμένα κριτήρια τῆς οἰκονομίας, αἱρετικῶν καί τῶν χειροτονιῶν αὐτῶν.
Ἡ ἀποδοχή αὐτῶν ἦταν λόγῳ οἰκονομίας, καί ὄχι ἕνεκα τῆς ἐγκυρότητας αὐτῶν ὅπως ὑπολαμβάνει ἡ Πραγματεία! Ἄλλωστε καί ὁ ἴδιος ὁ Πατρ. Ταράσιος ἦταν τῆς γνώμης διά τό ἄκυρο αὐτῶν, καθώς σέ ἄλλο σημεῖο τῶν συζητήσεων συντάσσεται μέ τήν γνώμη τοῦ μ. Βασιλείου πού λέει ὅτι «οὐκ οἶδα ἐπίσκοπον, μηδέ ἀριθμήσαιμι ἐν ἱερεῦσι Χριστοῦ τόν παρά βεβήλων χειρῶν ἐπί καταλύσει τῆς πίστεως εἰς προστασίαν προβεβλημένον»[41].
Εἶναι φανερό, ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου ἔκαναν διακρίσεις μεταξύ τῶν χειροτονιῶν, καί τοῦτο δέν σημαίνει τίποτα ἄλλο, παρά τό ὅτι, ἀλλά ἦταν τά κριτήρια ἀποδοχῆς αὐτῶν, καί ὄχι γενικῶς τό ἔγκυρο τῶν χειροτονιῶν, ὅπως θέλει νά φαντάζεται ὁ συντάκτης τῆς Πραγματείας· εἰδάλλως ἀναγκαστικῶς θά γινόταν δεκτές ἀδιακρίτως!
Εἶναι λοιπόν γεγονός ὅτι, κάθε κατ' οἰκονομία ἀναγνώριση ἱερωσύνης αἱρετικῶν καί καθῃρημένων, δέν ἀναφέρεται στό διάστημα πού αὐτοί εὑρίσκοντο ἀμετανόητοι ἐκτός Ἐκκλησίας, ἀλλά ὅταν αὐτοί ἐπέστρεφαν καί ἡνώνοντο καί πάλιν μέ τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Παρόμοια ἐπιπόλαια ἐπιχειρηματολογία ἀναπτύσσει ἐπίσης καί διά τίς ὑπόλοιπες χειροτονίες πού ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας γνωρίζουμε τήν θολή καί συνεσκιασμένη προέλευσή τους.
Ἀξία προσοχῆς εἶναι καί ἡ πρόταση τοῦ καθ. Π. Τρεμπέλα περί τῶν χειροτονιῶν αὐτῶν. «Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τά ἀναφερόμενα ὑπό τοῦ Μ. Ἀθανασίου εἰς τήν πρός Ῥουφιανόν κανονικήν ἐπιστολήν αὐτοῦ, καθ' ἥν ἐκ τῶν ἀπό τῆς Ἀρειανικῆς πλάνης ἐπιστρεφόντων κληρικῶν" οἱ μέν προϊστάμενοι τῆς ἀσεβείας" συνεχωροῦντο μέν μετανοοῦντες, δέν ἐδίδετο ὅμως "αὐτοῖς τόπος κλήρου", "τοῖς δέ μή αὐθεντοῦσι μέν τῆς ἀσεβείας, παρασυρεῖσι δέ δι' ἀνάγκην καί βίαν ἔδοξε δίδοσθαι μέν συγνώμην, ἔχειν δέ καί τόν τόπον τοῦ κλήρου", παρατηροῦμεν, ὅτι κατά πᾶσαν πιθανότητα, ἄν μή καί βεβαιότητα, πρόκειται περί κληρικῶν λαβόντων τήν χειροτονίαν ἐν τῇ μιᾷ ἁγίᾳ Ἐκκλησίᾳ καί ἐκ ταύτης ἀποσχισθέντων καί εἰς αἵρεσιν ἐκπεσόντων. Παρόμοιόν τι θά ἠδύνατο νά παρατηρηθῇ καί περί ἐπισκόπων χειροτονηθέντων ὑπό αἱρετικῶν μέν, ἀλλ' ἐντός τῆς μιᾶς ἁγίας καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐνεργούντων, οἷοι οἱ Ἀντιοχείας Μελέτιος, Ἱεροσολύμων Κύριλλος, Κων/λεως Ἀνατόλιος, Γερμανός Κων/λεως, Ἰωάννης Ἱεροσολύμων. Δέν ἐχειροτονήθησαν οὗτοι, ἵνα ὥσιν ἐπίσκοποι τῆς αἱρέσεως, τήν ὁποίαν ἐπρέσβευον οἱ χειροτονήσαντες, οὐδέ φρονοῦντες τά τῆς αἱρέσεως ταύτης, ἀλλ' ὀρθοδόξως πιστεύοντες τῶν ὀρθοδοξούντων ποιμνίων ἐξ ἀρχῆς ὡς τῆς μιᾶς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπίσκοποι κατεστάθησαν»[42].
Ὑπάρχει διαφορά μεταξύ τῶν ἐντός Ἐκκλησίας ἀκρίτων αἱρετικῶν καί τῶν ἐκτός αὐτῆς. Ὡς ἐντός θεωροῦμε αὐτούς πού ἐξέφρασαν μέν φανερά τά αἱρετικά τους φρονήματα, ἀλλά οἱ Πατέρες τούς ἔδωσαν χρόνο ἀνεχόμενοι αὐτούς, μήπως καί μεταμεληθοῦν καί ἐπιστρέψουν στήν Ὀρθοδοξία καί ἡ αἵρεση αὐτῶν ἐξετασθῇ καί κριθῇ Συνοδικῶς. Αὐτήν τήν τακτική τήν βλέπουμε σέ πάρα πολλές περιπτώσεις στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, καί ὁ χρόνος τῆς ἀνοχῆς ἐξαρτιόταν ἀπό πολλές παραμέτρους[43]. Ἀπό τήν ἄλλη, ἀναφερόμαστε σ' ἐκείνους τούς αἱρετικούς πού εὑρίσκονται φαινομενικά ἐντός Ἐκκλησίας, σύμφωνα μέ τήν ἀντίληψη τινῶν, ἀλλά στήν πραγματικότητα εἶναι ἐκτός, διότι ἀκολουθοῦν αἱρέσεις πού καταδικάσθηκαν Συνοδικῶς ἀπό τήν Ἐκκλησία δι' ἀναθέματος, ἄν καί οἱ ἴδιοι δέν κρίθηκαν προσωπικῶς οὔτε καθῃρέθησαν, ὅπως π.χ. οἱ Λατῖνοι μετά τό σχίσμα τοῦ 1054. Σέ παρόμοια κατάσταση μέ τούς Λατίνους εὑρίσκονται καί οἱ σημερινοί Οἰκουμενιστές, οἱ ὁποῖοι κηρύττουν φανερά τήν ἀντίχριστη αὐτήν αἵρεση, εὑρισκόμενοι δέ καί σέ ἐκκλησιαστική κοινωνία μετά ἀπό τήν ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας τό 1965 μέ τούς πρώτους[44]. Ὁ Οἰκουμενισμός συνίσταται ἀπό τήν ἀνακαίνιση πολλῶν καταδικασμένων αἱρέσεων! Ἡ συγκρότηση κάποιας Συνόδου διά τήν προσωπική καταδίκη τῶν Οἰκουμενιστῶν πρός τό παρόν θεωρεῖται ἀδύνατη, διότι ὅλοι οἱ θρόνοι διά τῆς κρατικῆς ἐπιβολῆς, εἶναι κατειλημμένοι ὑπό τῶν ἰδίων αἱρετικῶν∙ φέρουν ὅμως ἐπάνω τους τά ἴδια ἐπιτίμια ἐκ τῶν Συνοδικῶν καταδικῶν κατά τῶν Παπικῶν αἱρέσεων, πού φέρουν καί ἴδιοι οἱ Λατῖνοι, διά τήν μεταξύ τους κοινωνία καί συνάφεια!
Καί στίς δύο περιπτώσεις τῶν ἐκτός ἤ "ἐντός", οἱ συνέπειες τῆς αἵρεσης εἶναι κοινές, ἄν καί στήν δευτέρα λείπει τό τυπικό μέρος, δηλαδή ἡ μεταγενέστερη προσωπική καταδίκη. Ἐφ' ὅσον ὅμως πρόκειται διά κατεγνωσμένη καί κατακεκριμένη αἵρεση, οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτήν, θεωροῦνται καί αὐτοί ἤδη κεκριμένοι καί φορτωμένοι μέ τά παλαιότερα ἐπιτίμια τῶν Συνόδων.
Τοῦτο εἶναι ἐμφανέστατο καί ἀπό τά Πρακτικά τῶν Συνόδων, ὅπως αὐτά τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς.
Κατά τίς συζητήσεις τῆς Ζ' Συνόδου, ὑπῆρξαν κάποιες ἐπιφυλάξεις περί τῆς εἰλικρινείας τῶν μετανοούντων εἰκονομάχων, ὑπό τινῶν συμμετασχόντων, στούς ὁποίους ἀπάντησαν οἱ συνοδικοί, «Ἡ ἁγία σύνοδος εἶπε· εἰ μέν ὁλοψύχως κατάθοιντο οἱ ἐξεταζόμενοι ἐπίσκοποι, χάρις τῷ Θεῷ καί αὐτοῖς· εἰ δέ ὑπουλότητα ἔχουσι, κρινεῖ αὐτούς ὁ Θεός, ὡς ἐπί Ἀρείου καί Νεστορίου, καί τῶν ὁμοίων αὐτοῖς.... ἐλπίζομεν, ὅτι μετά τήν σύνοδον οὐδείς διαστραφήσεται, καθότι ἐν ταῖς καταθέσεσιν αὐτῶν ἑαυτούς οἱ ἐπίσκοποι ἀναθεμάτισαν· ὅτι ἐάν ἐπιστρέψωμεν ἐπί τήν προτέραν αἵρεσιν, ἀναθεματισμένοι καί καθῃρημένοι ἐσμέν»[45]. Οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου δηλαδή ἐνεργοῦν διαχρονικά διά ὅσους παραβοῦν τούς ὅρους της, οἱ ὁποῖοι φέρουν σαφῶς τά ἐπιτίμια τῶν προγενεστέρων αἱρετικῶν, διότι ἐκλαμβάνονται ὡς ἤδη ἀναθεματισμένοι[46].
Ἐν κατακλεῖδι ἀναφέρουμε καί τήν γνώμη τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, ὅπου στήν ἀναφορά του περί τῆς ἐκκκλησιολογικῆς καταστάσεως τῶν Λατίνων μετά τό σχίσμα, ὅπως αὐτή ὑποδηλώνεται μέσα ἀπό τό "Κανονικόν" τοῦ Νεοφύτου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, συμπεραίνει: «Εἰς τό ἐπιπολάζον κατά τήν ἐποχήν τῶν συγγραφέων ἐρώτημα, πότε κατεδικάσθησαν οἱ Λατῖνοι, ὡς αἱρετικοί, ἀπαντᾷ ὁ Νεόφυτος, ὅτι "τό τῶν Λατίνων περί Θεοῦ φρόνημα, εἶτ' οὖν δόγμα, αἱρετικόν ὄν, καί σύνοδοι ἤλεγξαν...". Ἡ συνοδική, οὕτω, καταδίκη τοῦ "Φιλιόκβε" ὑπῆρξε διά τόν Νεόφυτον συγχρόνως καταδίκη καί αὐτῶν τῶν Λατίνων, ὥστε νά μήν κρίνεται ἀναγκαία ἄλλη, εἰδική καταδίκη αὐτῶν»[47].
Μή ἀπαραίτητη λοιπόν ἡ ἐπιπλέον καταδίκη, ὥστε οἱ Οἰκουμενιστές νά θεωρηθοῦν, ὡς ὄντως εὑρισκόμενοι κάτω ἀπό Συνοδικά ἐπιτίμια!
Περί τῶν γενομένων καθαιρέσεων τῶν "χειροτονουμένων" ὑπό καθῃρημένων .
Ἕνα ἄλλο βασικό ἐπιχείρημα τῶν ὑποστηρικτῶν τῶν παραδόξων αὐτῶν κακοδόξων δοξασιῶν, εἶναι τό ἑξῆς: Λέγουν ὅτι ἀτράνταχτη ἀπόδειξη τῆς παραμονῆς τῆς Χάριτος τῆς ἱερωσύνης στόν καθαιρεθέντα, εἶναι τό γεγονός πώς οἱ Κανόνες, δέν ἀγνοοῦσαν ὡς ἀνιέρους, τούς ὑπό καθαιρεθέντας ἐπισκόπους χειροτονημένους, ἀλλά τούς καθαιροῦσαν καί αὐτούς· συμπεραίνοντες ἐκ τούτου, πώς ἐφ' ὅσον ὑφίστατο καθαίρεση τῶν "νεοχειροτονηθέντων", ἄρα εἶχαν ἐνεργή ἱερωσύνη καί χειροτονία[48]!!!
Αὐτό τό συμπέρασμα βεβαίως εἶναι πολύ ἀφελές καί δηλώνει τοὐλάχιστον ἄγνοια τῶν Κανόνων, ἄν ὄχι πονηρία, διότι γνωρίζομε πώς οἱ Κανόνες ἐνεργοῦσαν οὕτως ὄχι μόνον σέ αὐτές τίς περιπτώσεις, ἀλλά καί ἐκεῖ ὅπου ξεκάθαρα δέν ὑπῆρξε ἴχνος ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς!
Κλασικό παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ περίπτωση τῶν αἱρετικῶν Παυλικιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναντίρρητα στεροῦνταν βαπτίσματος καί κατά συνέπεια ἱερωσύνης, συμφώνως μέ τήν γνώμη τῶν Πατέρων τῆς Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Δι' αὐτό καί ὁ ΙΘ' Κανόνας τῆς αὐτῆς Συνόδου, ἐντέλλεται περί τῶν ἐκ τῆς αἱρέσεως αὐτῆς προσερχομένους τόν ἀναβαπτισμό καί τήν ἐξ ἀρχῆς χειροτονία:
«Εἰ δέ τινες τῷ παρεληλυθότι χρόνῳ, ἐν τῷ κλήρῳ ἐξητάσθησαν, εἰ μέν ἄμεμπτοι καί ἀνεπίληπτοι φανεῖν ἀναβαπτισθέντες, χειροτονείσθωσαν ὑπό τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπισκόπου». Ἐδῶ θά πρέπῃ νά δώσωμε μεγάλη προσοχή στήν συνέχεια τοῦ Κανόνος, ὅπου ἐπισημαίνει τά ἑξῆς: «Εἰ δέ ἡ ἀνάκρισις ἀνεπιτηδείους αὐτούς εὑρίσκοι, καθαιρεῖσθαι αὐτούς προσήκει»[49].
Δηλαδή μᾶς λέγει ὁ ἱερός Κανόνας, ὅτι ὅσοι ἐκ τῆς αἱρέσεως αὐτῆς θελήσουν νά εἰσέλθουν στήν καθολική Ἐκκλησία, θά πρέπη πρῶτα νά ξαναβαπτισθοῦν καί ἄν κατόπιν ἐξετάσεως εὑρεθοῦν μέ ἀνεπίληπτο βίο νά ξαναχειροτονηθοῦν κληρικοί, καθώς πρότερον ἦταν ἁπλοί λαϊκοί. Ἐάν ὅμως ἡ γινομένη αὐτή ἐξέταση τούς βρῇ μή ἱκανούς καί ἀξίους νά χειροτονηθοῦν, τότε ἁρμόζει σέ αὐτούς νά καθαιρεθοῦν!
Τούς θέτουμε λοιπόν τό ἑξῆς ἐρώτημα: Ἀπό τί νά καθαιρεθοῦν; Ἀπό τήν ἱερωσύνη τήν ὁποία παντελῶς στεροῦνται ὡς ἀβάπτιστοι;
Ἄς γνωρίζουν λοιπόν οὗτοι, ὅτι οἱ ὅροι αὐτοί ὅπως, ἀναβαπτισθέντες, χειροτονηθέντες καί καθαιρεῖσθαι, χρησιμοποιοῦνται καταχρηστικά, καθώς ὡς μέλη αἱρέσεως ἦταν ἐντελῶς ἐκτός Ἐκκλησίας, καί δέν ἦταν οὔτε βαπτισμένοι, οὔτε βεβαίως κληρικοί. Ὅλοι οἱ κανονολόγοι συμφωνοῦν μέ τήν γνώμη τοῦ ἑρμηνευτή τῶν Ἱ. Κανόνων Ἰ. Ζωναρᾶ:
«Τό δέ τῆς καθαιρέσεως ὄνομα ἐνταῦθα καταχρηστικῶς οἶμαι κεῖσθαι· καθαιρεῖται γάρ ὁ κυρίως χειροτονίαν δεξάμενος, καί εἰς ὕψος ἱερωσύνης ἀρθείς· ὁ δέ τήν ἀρχήν μή χειροτονηθείς ἀληθῶς πῶς, ἤ πόθεν, καί ἀπό ποίου ὕψους καθαιρεθήσεται; Ἀντί γοῦν τοῦ εἰπεῖν ἐξωθήσεται τοῦ κλήρου, τέθειται κατά παράχρησιν τό, καθαιρεθήσεται»[50].
Τήν γνώμη τοῦ Ζωναρᾶ ἀκολουθεῖ ἐπίσης καί ὁ Θεόδωρος Βαλσαμών: «...πῶς φησιν ὁ κανών καθαιρεῖσθαι αὐτόν μετά ἐξέτασιν, ἀνάξιον τοῦ χειροτονηθῆναι εὑρισκόμενον; Λύσις. Καταχρηστικῶς ἐνταῦθα παρελήφθη τό τῆς καθαιρέσεως ῥῆμα, ἀντί τῆς ἐξωθήσεως· ἡ γάρ πρό τοῦ βαπτίσματος κλήρωσις οὐκ ἔστι κλήρωσις»[51].
Ἄρα λοιπόν συνεπάγεται πώς ὄχι μόνον το βάπτισμα, ἀλλά καί οἱ χειροτονίες ἐκλαμβάνονται ὑπό τῶν Κανόνων ὡς μηδέποτε γενόμενες, καί μόνον μετά τον ἀναβαπτισμό ἐπαναλαμβανόμενες ἀποκτοῦν πραγματική καί ὁλοκληρωμένη ὑπόσταση.
Πολλοί βεβαίως εἶναι ἐκεῖνοι πού ἀγανακτοῦν στό ἄκουσμα τῆς ἐπαναλήψεως τῶν χειροτονιῶν, μή ἔχοντες ἀκόμη ἐμπεδώσει ὅτι ἡ προτέρα χειροτονία ἔγινε ἐντός τῆς αἱρέσεως, καί ἄρα ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διά τόν ὁποῖον λόγο καί κατατάσσονται στήν κατηγορία τῶν ἐπαναλαμβομένων. Προφανῶς οἱ ὀπαδοί τοῦ "Κυπριανισμοῦ" δέν μποροῦν νά ξεχωρίσουν ἀκόμη μεταξύ τῶν ὁρίων τῆς αἱρέσεως καί τῆς ἀληθινῆς καί ἀμολύντου Ἐκκλησίας!
Ὁ ΜΖ’ Ἀποστολικός Κανόνας[52] κατακρίνει αὐτούς τούς Ἐπισκόπους ἤ Πρεσβυτέρους, πού θά ἐπαναλάβουν τό βάπτισμα σέ ὅποιον εἶχε λάβη πρότερον τό πραγματικό βάπτισμα, καί ὄχι αὐτό τό μεμολυσμένο τῶν αἱρετικῶν. Ἀντιθέτως ὅσους ἐξ αὐτῶν ἐκλάβουν τό μολυσμένο βάπτισμα ὡς ἁγιαστικό (ὅπως τό πιστεύουν οἱ "Κυπριανιστές"), αὐτούς τούς καθαιρεῖ, διότι γελοιοποιοῦν καί χλευάζουν τόν Σταυρό καί τόν θάνατο τοῦ Κυρίου, μή διακρίνοντες τόν πραγματικό ἱερέα τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ψευδοϊερέα καί κατ’ ἐπέκταση τά ἀληθινά μυστήρια ἀπό τά ψευδομυστήρια! Σημειωτέον, ὅτι ὕπαρξη ἐγκύρου Βαπτίσματος συνεπάγεται καί ὕπαρξη ἰσχυρῆς χειροτονίας, καθότι, ὅπου δέν ὑπάρχει τό πρῶτο εἶναι ἀνύπαρκτο καί τό δεύτερο.
Τό ἄν λοιπόν ἡ χειροτονία, τινων αἱρετικῶν πού ἐπιθυμοῦν νά ἐπιστρέψουν στήν Ἐκκλησία, ἔχει τά κριτήρια διά νά οἰκονομηθῇ καί νά γίνῃ ἀποδεκτή, αὐτό θά τό κρίνῃ Σύνοδος, καί ὄχι ὁ κάθε ἀδέσποτος... Ὅσο λοιπόν χρόνο ἡ χειροτονία αὐτή ὑφίσταται ἐκτός Ἐκκλησίας ἀναμένουσα κρίση, παραμένει παντελῶς ἀνίσχυρη.
Ἐξ ὅσων ἔχουν εἰπωθῆ, εἶναι φανερό ὅτι κύρια αἰτία αὐτῆς τῆς πλάνης, εἶναι ἡ ἀποδοχή τῆς θεωρίας τῆς "Ἀνεξαλείπτου Ἱερωσύνης", πού γέννησε ὁ Σχολαστικισμός, καθώς ἡ ἐπίκληση αὐτῆς τῆς νεωτεριστικῆς δοξασίας, εἶναι ὁ ἰδανικώτερος τρόπος διά νά σταθῇ ἡ ὑπόσταση ἑνός ἐγκύρου μυστηρίου τελουμένου εἴτε ὑπό χειρῶν αἱρετικοῦ, εἴτε καθῃρημένου. Χωρίς αὐτήν τήν θεωρία ὅλα καταρρέουν, δι' αὐτό καί πρίν τήν ἐμφάνισή της στόν χῶρο τῆς Ἀνατολῆς, οὐδείς ἐφαντάσθη τοιαῦτα φληναφήματα καί ἀνοησίες σχετικά μέ τά ἐκτός Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δῆθεν θεῖα καί ἁγιαστικά μυστήρια! Ἐπιπλέον, κατ' οὐδένα τρόπο θά μποροῦσε νά στηριχθῇ ἡ θεωρία τῆς "ἀνεξαλείπτου ἱερωσύνης", ἐάν πρῶτον δέν γινόταν ἀποδεκτή ἡ προτεραιότητα τοῦ τύπου τοῦ μυστηρίου ἔναντι τῆς παραμεριζούσης ὀρθῆς πίστεως καί τῆς ἐνεργούσης Θείας Χάριτος!
Τό συμπέρασμα λοιπόν εἶναι ὅτι, διαχρονικά ἡ Ἐκκλησία πίστευε πώς, τά γενόμενα ὑπό καθῃρημένων καί αἱρετικῶν μυστήρια ἦταν χωρίς οὐδένα κῦρος καί ἡ τυχών ἀποδοχή αὐτῶν ἐφαρμοζόταν μόνον κάτω ἀπό ἐξαιρετικές καταστάσεις καί μόνον κατ' οἰκονομία. Ἐάν ἦταν ὄντως ἰσχυρά ὅπως διατείνονται κάποιοι, ἡ Ἐκκλησία θά τά δεχόταν ἀδιακρίτως, χωρίς καμμία ἀναφορά στήν ἐκκλησιαστική πράξη τῆς Οἰκονομίας, εἴτε αὐτά ἀφοροῦσαν τήν ἱερωσύνη, εἴτε τό βάπτισμα.
Οἱ ἔννοιες λοιπόν περί "ἀνεξαλείπτου" ἱερωσύνης καί τῶν ἐν "δυνάμει" ἐγκύρων μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν, πρό τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Σχολαστικισμοῦ, ἦταν ὄχι μόνον ἀσύμβατες μέ τήν πίστη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά καί παντελῶς ἄγνωστες.
Ἡ αὐτόματη ἀπώλεια τῆς Θείας Χάριτος καί ἡ περί "δυνάμει καί ἐνεργείᾳ" αἱρετικῶν θεωρία.
Ἡ θέση περί τῆς αὐτομάτου ἀπωλείας τῆς Θείας Χάριτος, ἑδράζεται ὡς ἑξῆς:
Σύμφωνα μέ τήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, ὅταν κάποιος ἐκφράζῃ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ αἱρετικά φρονήματα μιᾶς ἤδη Συνοδικῶς καταδικασμένης αἵρεσης, ἤ ὑπό τῶν Πατέρων ἐλεγχθείσης, τοῦτος πραγματικά ἀπεσχίσθη τῆς Ἐκκλησίας θεωρούμενος πάραυτα αἱρετικός καί ἐκτός αὐτῆς -παρ' ὅλο πού τυπικά τόν βλέπουμε νά εὑρίσκεται εἰσέτι ἐντός της- καί ἡ Θεία Χάρις παύει πλέον νά ἐνεργῇ. Οἱ δέ πιστοί ὀφείλουν τήν ἄμεση διακοπή ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας.
Ἡ μή εἰσέτι ἐπ΄ αὐτοῦ γενομένη καθαιρετική πράξη, καί ἡ διατήρηση τῆς ἰδιότητας τῆς ἱερωσύνης μέχρι τῆς Συνοδικῆς κρίσης, εἶναι ἀνωφελής, καθότι διά τῆς διακοπῆς τοῦ συνδέσμου μέ τήν Θεία Χάριν κατέστη ἀδρανῆς, καί ἕνεκα τούτου ἡ τέλεση ἰσχυροῦ μυστηρίου εἶναι ἀδύνατη, διότι διά τῆς ἀμετανοησίας του ἀπέκοψε ἑαυτόν ἀπό τό ὑπόλοιπο σῶμα, πού δρᾷ ὡς σύνδεσμος τῆς Χάριτος!
Συγκεκριμένα:
Μετά λοιπόν τόν Πατερικό ἔλεγχο, ἐπέρχεται ἡ ἄμεση διακοπή κάθε ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μετ' αὐτοῦ, ἕνεκα τῆς ἐκπτώσεώς του ἀπό τήν κοινή πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία καί ἀποτελεῖ ἐκεῖνον τόν παράγοντα ἑνότητος τῶν πιστῶν μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ κεφαλή Της. Ἡ διακοπή αὐτή τῆς κοινωνίας ἀπό τούς ὀρθοδόξους πιστούς συνεπάγεται καί τήν ἀποκοπή ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ οἱ πιστοί εἶναι στήν οὐσία τό σῶμα Αὐτῆς. Δέν εἶναι λογικό νά ἀναφερόμαστε σέ διακοπή ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας διά τοῦ κοινοῦ Ποτηρίου τῶν πιστῶν μέ τούς αἱρετικούς, ἀλλά ταὐτόχρονα αὐτοί νά παραμένουν ἑνωμένοι μέ τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας! Στήν περίπτωση αὐτή διαχωρίζουμε τήν Ἐκκλησία ἀπό τό σῶμα της, πρᾶγμα ἀπαράδεκτο!!!
Ἡ ἄμεση καί αὐθόρμητη αὐτή ἀποβολή ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐπιφέρει αὐτομάτως καί μία ἄλλη διακοπή, αὐτῆς τοῦ συνδέσμου τῆς Χάριτος, πού ἐνεργεῖ καί ἀναπαύεται στό σῶμα, ἤτοι στούς πιστούς τῆς Ἐκκλησίας καί πηγάζει μόνον ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο καί μόνον διά τούς πιστούς. Κατά συνέπεια λοιπόν, ἡ ἀποκοπή τῆς κοινωνίας μέ τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐπισύρει καί τήν διακοπή τοῦ δεσμοῦ τῆς Χάριτος. Τοῦτο ἀποτελεῖ νομοτέλεια!
Ὅπως ἡ ἀντίδραση αὐτή τῶν πιστῶν γίνεται αὐτομάτως διά τῆς ἀποτειχίσεως, δίχως τήν ἀναμονή συγκλήσεως Συνόδου, πού θά ἀποφάσιζε τήν διακοπή τῆς κοινωνίας μέ τούς αἱρετικούς, ἔτσι αὐτομάτως, μαζί μέ τήν διακοπή τῆς κοινωνίας συντελεῖται καί αὐτή τῆς Θείας Χάριτος, ἕνεκα τῆς διαρρήξεως τοῦ δεσμοῦ τῆς κοινωνίας.
Ἡ διακοπή τῆς Θείας Μεταλήψεως καί τοῦ κοινοῦ Ποτηρίου μετά τῶν ἀποβεβλημένων τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας τῶν γυμνῇ τῇ κεφαλῇ κηρυττόντων τήν αἵρεση ἐπισκόπων, αὐτό ἀκριβῶς δηλοῖ, ὅτι πλέον δέν ἀνήκουν στό ἑνιαῖο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί εἶναι κατά πάντα ἀλλότριοι αὐτοῦ, διακοπτομένης κάθε δυνατότητας χορηγίας ἐξ ὅσων ἀφειδῶς χορηγεῖ ἡ Ταμειοῦχος Ἐκκλησία διά τῆς Θείας Χάριτος.
Ἡ ἀποτείχιση αὐτή τῶν πιστῶν ἀπό τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο δέν σημαίνει ἁπλῶς μία διατήρηση ἀποστάσεων καί ῥήξη σχέσεων, ἀλλά πράξη ἀναγνώρισης καί ἐπιβεβαίωσης ὅτι πλέον δέν ἀνήκει στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Σύνοδος ὅταν τελικά συγκληθῇ, πρωτίστως θά ἐπιχειρήσῃ νά θεραπεύσῃ τό ἀρρωστημένο πρώην μέλος καί νά τό ἐπαναφέρῃ στήν ὀρθή πίστη καί στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Σέ περίπτωση ὅμως ἀποτυχίας αὐτῆς τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ πεπλανημένου μέλους, ἡ Ἀπόφαση ἁπλῶς θά σημάνῃ τήν ἐπισημοποίηση καί γνωστοποίηση στό ὑπόλοιπο ἐκκλησιαστικό πλήρωμα, τῆς τελεσίδικης ἀποβολῆς αὐτοῦ[53].
Ἡ Σύνοδος δηλαδή ἔρχεται νά ἐπικυρώσῃ μία ἤδη ὑφιστάμενη κατάσταση καί ὄχι νά δημιουργήσῃ ἄλλη ἐξ ἀρχῆς, ἀφοῦ οἱ συνέπειες ἐκ τῆς παράβασης τοῦ Ὅρου πίστεως τῆς προτέρας Συνοδικῆς καταδίκης ἐπενεργοῦν καί σέ μελλοντικό χρόνο.
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά οἱ ὀπαδοί τῆς θεωρίας τοῦ "δυνάμει καί ἐνεργείᾳ", πιστεύουν ὅτι πρέπει ἀπαραιτήτως νά προηγηθῇ ἐκ νέου Συνοδική Ἀπόφαση πού θά καταδικάζῃ τά αἱρετικά αὐτά μέλη, ὥστε νά ἐξέλθουν τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχουν ὅμως καί πολλοί ἐξ αὐτῶν, πού διδάσκουν -ἀναγκαζόμενοι ἀπό τήν ἀλήθεια- ὅτι πράγματι αὐτά τά μέλη λόγῳ τῆς διαφορετικῆς πίστης εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας, ἀλλά ἡ θέση τους αὐτή εἶναι περισσότερο θεωρητική παρά πραγματική, εἰπωθεῖσα ὡς ἕνα παραπλανητικό τέχνασμα πρός συσκότιση τῶν πραγματικῶν τους φρονημάτων, καί κάμψη τῶν ἀντιδράσεων τῶν ἀντιφρονούντων!
Ἀναλυτικώτερα ἡ σημασία τοῦ ἀνωτέρου φρονήματός τους ἔχει ὡς ἑξῆς: Βασιζόμενοι στόν Ἀριστοτελικό ὅρο "δυνάμει καί ἐνεργείᾳ", θεωροῦν ὅτι, ὅταν κάποιος κηρύξῃ τά αἱρετικά φρονήματά του παρρησίᾳ, κατατάσσεται στούς "δυνάμει" αἱρετικούς, παραμένων δηλαδή ἐντός Ἐκκλησίας ὡς ἄρρωστο μέλος, ἐνεργῶν ἐγκύρως ὅλα τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καί τά λοιπά ὑγιῆ μέλη.
Ὁ αἱρετικός αὐτός, μέχρι καί τῆς συγκλήσεως Συνόδου πού θά τόν καταδικάσῃ προσωπικῶς, θά ἐνεργῇ καί θά ἐκτελῇ ἱερατικές πράξεις ἰσχυρές καί νόμιμες, καί ἀναντιρρήτως ἀποδεκτές ἀκόμη καί ἀπό ὀρθοδόξους! Μετά ὅμως τήν καταδίκη ὑπό τῆς Συνόδου, θά θεωρεῖται ὡς ἐν "ἐνεργείᾳ" αἱρετικός καί θά ἐκλαμβάνονται τά ὑπ' αὐτοῦ τελούμενα ὡς μή ἔχοντα τό κῦρος τῆς Ἐκκλησίας.
Σημ.. Ὡς "κῦρος" ἐννοοῦν οἱ θεολογικοί αὐτοί κύκλοι, ὄχι τήν ἰσχύ καί ὑπόσταση τῶν μυστηρίων τους, ἀλλά ἁπλῶς τήν ἔγκριση τῆς Ἐκκλησίας, διότι, κατ' αὐτούς ἡ ἱερωσύνη εἶναι ἀνεξάλειπτος ἀκόμη καί μετά τήν καθαίρεση, τήν ὁποία καί ἐκλαμβάνουν σάν μία συνεχῆ ἀργία!
Οὕτως ὅμως ἀναιροῦν τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, πού θεωρεῖ τούς αἱρετικούς καί τά μυστήριά τους ἐξ ἀρχῆς ὡς πηγή μολυσμοῦ, ἀγνοοῦσα τόν διαχωρισμό αὐτῶν σέ ἐν "δυνάμει" καί "ἐνεργείᾳ". Νά τονίσωμε ἐδῶ ὅτι ὡς "μολυσμός" θεωρεῖται ὑπό τῶν Πατέρων ἡ κοινωνία μέ τήν αἵρεση. Ἐκ τούτου, ἐφ' ὅσον ἡ κοινωνία τῆς αἵρεσης ὑφίσταται παρομοίως καί στόν ἐν "δυνάμει" καί στόν ἐν "ἐνεργείᾳ" αἱρετικό, ἄρα καί ὁ μολυσμός συνυπάρχει καί στούς δύο, καί συνέπεια τῆς ὑπάρξεως τοῦ μολυσμοῦ εἶναι, τό νά εἶναι ἀδύνατη ἡ παρουσία τῆς ἐνεργείας τῆς Θείας Χάριτος στά μυστήριά τους[54].
Ἅν ἡ ἐνέργεια λοιπόν τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀδύνατον νά συνυπάρξῃ μέ τόν μολυσμό τῆς αἵρεσης, πόσο μᾶλλον νά συνεργασθῇ σέ ἕναν καί τόν αὐτόν τόπο.
Ὡς τόπος, στήν περίπτωσή μας θεωρεῖται τό τελούμενο μυστήριο, ὅπου καί ἐκδηλώνεται ἡ παρουσία τῆς Χάριτος. Διότι, τί ἄλλο θά μποροῦσε νά εἶναι ἕνα μυστήριο τοῦ Θεοῦ, παρά τό μέσο ἐκδήλωσης τῆς παρουσίας Του, διά τῆς Χάριτός Του πρός μετοχή τῶν χριστιανῶν!
Ἀντιθέτως, ἕνα αἱρετικό μυστήριο, εἶναι ἀποκλειστικά κατοικητήριο τῆς ἐνεργείας τοῦ Πονηροῦ καί πηγή μολυσμοῦ καί ἀπωλείας, διά τούς μετέχοντας σέ αὐτό.
Ὅταν μεταλαμβάνουμε τήν Θεία Κοινωνία, κοινωνοῦμε καί μέ τήν πίστη τοῦ ἱερέως πού τό ἐκτελεῖ καί ἑπομένως εἴμαστε ἀπόλυτα σύμφωνοι μέ αὐτήν.
Ἐκ τούτου, ὅταν μεταλαμβάνωμε ἀπό τό Ποτήριο ἑνός ἱερέως πού πιστεύει σέ αἱρετικά φρονήματα, τότε κοινωνοῦμε καί ἀποδεχόμαστε καί τά αἱρετικά φρονήματα τοῦ αἱρετικοῦ ἱερέως, ἀσχέτως ἐάν προφασιζόμαστε ὅτι πιστεύουμε διαφορετικά μέ αὐτόν. Τί πιό ἁπλό! Ἡ μετάδοση αὐτή τοῦ μολυσμοῦ εἶναι διαδοχικά κολλητική, ἀπό τόν ἐπίσκοπο στόν ἱερέα καί στήν συνέχεια στόν λαϊκό.
Κατά τόν Μ. Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ σύμφωνα μέ τήν δογματική ἀκρίβεια, καί χωρίς νά υἱοθετῇ τούς ὑποτιθέμενους ἐκκλησιολογικούς διαχωρισμούς τῶν "Κυπριανιστῶν", οἱ αἱρετικοί λόγῳ τῆς ἀθέτησης τῆς ὀρθῆς πίστεως, κατατάσσονται στήν κατηγορία τῶν μή χριστιανῶν[55]!
Ἀλοίμονο λοιπόν ἄν πιστεύαμε ὅτι ἕνας μή χριστιανός, δύναται νά τελέσῃ καί νά παράσχῃ μυστήρια ἁγιαστικά καί ἰσχυρά, τά ὁποῖα ἔχουν ὡς οὐσία τους τόν ἴδιο τόν Ἰησοῦ Χριστό!!! Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ὅπου θέλει πνεῖ [56], καί δέν ὑπόκειται σέ κανενός εἴδους δικανικῆς ἀναγκαιότητας καί ἐξαναγκασμοῦ, ὅπως θέλουν νά τό παρουσιάσουν οἱ ὀπαδοί τῆς θεωρίας τοῦ "δυναμισμοῦ".
Ἕνεκα τούτου ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων ἅγιος Σωφρόνιος ἐντέλλεται στούς πιστούς νά ἀπομακρύνονται ἀπό ἐκείνους πού κηρύττουν φανερά αἵρεση καί νά προσεύχονται κατ' ἰδίαν ὅταν ἀδυνατοῦν νά εὕρουν ὀρθοδόξους ἱερεῖς, παρά νά ἐκκλησιαζονται στούς ναούς τῶν αἱρετικῶν, ὅπως ἀποφύγουν τῶν ἐξ αὐτῶν μολυσμό[57].
«Εἰ μή δυνατόν ἐν ἐκκλησίᾳ προϊέναι, κατ' οἴκον συνάξεις, ὧ ἐπίσκοπε, ἵνα μή εἰσέρχεται εὐσεβής εἰς ἐκκλησίαν ἀσεβῶν∙ οὐχ ὁ τόπος γάρ τόν ἄνθρωπον ἁγιάζει, ἀλλ' ὁ ἄνθρωπος τόν τόπον∙ φευκτέον σοι ἔστω διά τό βεβηλῶσθαι ὑπ' αὐτῶν∙ ὡς γάρ ὅσιοι ἱερεῖς ἁγιάζουσιν, οὕτως οἱ ἐναγεῖς μιαίνουσι∙ εἰ δέ μήτε ἐν οἴκῳ ἅμα μήτε ἐν ἐκκλησίᾳ δυνατόν συναθροισθῆναι, ἕκαστος ἑαυτῷ ψαλλέτω, ἀναγινοσκέτω, προσευχέσθω∙ ἤ ἅμα δύο ἤ τρεῖς∙ "Ὅπου γάρ ἑάν ὧσι, φησίν Κύριος, δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι ἐν τῷ ἐμῷ ὀνόματι, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν"»[58].
Ἁπτό παράδειγμα ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία εἶναι ἡ στάση τῶν ὀρθοδόξων ἀνθενωτικῶν ἀπέναντι στούς Λατίνους κατά τόν 13ον αἰῶνα καί δή τοῦ Πατριάρχου Κων/λεως Γερμανοῦ, ἀλλά καί αὐτή τῶν λοιπῶν Πατριαρχῶν. Χαρακτηριστικό εἶναι τό ἀναγραφόμενο σημεῖο στήν Ἐπιστολή τοῦ προειρημένου Πατριάρχου πρός τόν Ἱεροσολύμων Ἀθανάσιον, πού φανερώνει τό φρόνημα καί τήν ἐκκλησιολογική ἀντιμετώπιση τῶν Λατίνων ἀπό πλευράς ὀρθοδόξου.
«Οὐδέ γάρ ἡμεῖς αὐτούς ἠναγκάσαμεν εἰς τοῦτο, ἀλλ' αὐτοί ἑαυτοῖς τούτου γεγόνασιν αἴτιοι. Εἰ γάρ διά τό τάς ἐπισάκτους καινοτομίας καί παρενθέτους παραδόσεις προσδέχεσθαι ἀνάθεμα εἰσι, κατά τόν μέγαν Ἀπόστολον, ὁμολογουμένως τοῦ βελίαρ εἰσι∙ καί εἰ τοῦ βελίαρ, οὐ τοῦ Χριστοῦ∙ εἰ δ' οὐ τοῦ Χριστοῦ, οὐδέ ἡμῶν. Τίς γάρ κοινωνία τῷ βελίαρ ἤ τοῖς τοῦ βελίαρ, πρός Χριστόν ἤ τούς τοῦ Χριστοῦ;».
«Εἰ οὐδεμία κοινωνία πρόσεστι τούτοις, εὔδηλον ὅτι παντελής χωρισμός∙ καί διά τόν ἀπό Χριστοῦ χωρισμόν, οὐδ' ὑμεῖς αὐτοῖς ποτε κοινωνήσωμεν, ἵνα μή ὡς κοινωνοί τούτων, καί τοῦ Χριστοῦ συμμετάσχωμεν χωρισμοῦ»[59].
Οἱ Λατῖνοι λέει μόνοι τους ἀποκοπῆκαν ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας χωρίς νά τούς ἀναγκάσῃ κανείς, καί βρέθηκαν ὑποκείμενοι τοῦ ἀναθέματος διά τίς παρένθετες καί παρείσακτες καινοτομίες τους. Αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά ἀνήκουν πλέον στόν Βελίαρ καί ὄχι στόν Χριστό. Κατά συνέπεια δέ, οὔτε αὐτοί πού ἔχουν κοινωνία μέ τόν Βελίαρ, ἔχουν πλέον κάποια σχέση μέ αὐτούς πού ἔχουν τόν Χριστό. Διότι ποιά μπορεῖ νά εἶναι ἡ κοινωνία μεταξύ τους;
Στήν συνέχεια τονίζει ὅτι οὐδεμία κοινωνία δέν μπορεῖ νά ὑπάρξῃ πλέον μεταξύ τῶν δύο, διότι ἀφότου χωρίσθηκαν ἀπό τόν Χριστό, ἔτσι καί οἱ ὀρθόδοξοι πρέπει νά εἶναι χωρισμένοι ἀπό τήν κοινωνία αὐτῶν, διότι μία τέτοια κοινωνία θά τούς συμπαρασύρη σέ αὐτόν τόν χωρισμό ἀπό τόν Χριστό.
Βλέπουμε λοιπόν τόν Πατριάρχη Γερμανό νά θεωρῇ ὡς αἰτία πού ὑπόκεινται οἱ Λατῖνοι στό ἀνάθεμα, τήν ἀποδοχή τῶν καινοτομιῶν, οἱ ὁποῖες τούς κατέτασσαν ἄμεσα, μαζί μέ τούς ἀκολούθους τους, μέ τήν πλευρά τοῦ Βελίαρ. Νά σημειώσωμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ποτέ στήν ἱστορία δέν ἀναθεμάτισε Συνοδικῶς τήν ἐκκλησία τῆς Ρώμης οὔτε καθῄρεσε κάποιον Πάπα, ἁπλῶς οἱ κατά καιρούς συγκροτηθεῖσες Σύνοδοι, καταδίκαζαν αὐτές μόνον τίς αἱρέσεις τῶν Λατίνων. Καί ὅμως θεωροῦνταν ἀπό τούς ὀρθοδόξους ὡς ἀναθεματισμένοι καί κοινωνοί τοῦ Βαλίαρ-Διαβόλου!
Στήν ἴδια κατηγορία κατέτασσαν καί ὅσους ἐκ τῶν ἡμετέρων φιλολατίνων ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ κοινωνοῦσαν μαζί τους, ἔστω καί ἄν ὁμολογοῦσαν τά ὀρθόδοξα δόγματα. Ὁ λόγος πού τούς θεωροῦσαν ἀναθεματισμένους αἱρετικούς ἦταν ἕνεκα τοῦ Συνοδικοῦ Ἀναθέματος ὑπό τοῦ Μ. Φωτίου τοῦ ἔτους 867, στό ὁποῖο ὑπέπιπταν ὅσοι ἀσπάζονταν τήν αἵρεση τοῦ Φιλιόκβε, ἀλλά καί τῆς ἀπαγόρευσης τῆς Γ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου οἱασδήποτε προσθήκης στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ἡ Ἀπόφαση αὐτή ἔδρασε διαχρονικά καί διά τούς μεταγενέστερους Λατίνους, ὅταν αὐτοί ἀργότερα τήν ἀποδέχθηκαν ὡς ἐπίσημο δόγμα τους καί τήν πρόσθεσαν στό Σύμβολο τῆς Πίστεως!
Τήν ἴδια λοιπόν γνώμη μέ τόν πατριάρχη Γερμανό[60] περί τῆς αὐτομάτου ἀποκοπῆς ἐκφράζουν μέσα ἀπό Ἐπιστολή τους πρός τήν πατριαρχική Σύνοδο καί οἱ ἁγιορεῖτες Πατέρες.
Στήν Ἐπιστολή αὐτή τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων πρός τήν Σύνοδο τοῦ ἔτους 1273, ἐλέγχουν ἐκείνους τούς Ἐπισκόπους πού κοινώνησαν μέ τούς Λατίνους∙ γράφοντας:
«...σύμφωνα μέ τούς κανόνες οἱ κοινωνήσαντες ἐπίσκοποι τοῖς αἱρετικοῖς καί τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καθολικῇ ἀπωλείᾳ ὑποβάλλοντες ἅμα μέν καί τῆς ἱερωσύνης στεροῦνται καί ἐκκήρυκτοι δέ γίνονται, ἤτοι πᾶσι δηλοῖ ὡς ἀποκεκομμένοι τοῦ ὀρθοδόξου σώματος τῆς Ἐκκλησίας».[61]
Σχολιάζων ὁ καθ. Χρ. Ἀραμπατζῆς τήν λακωνικότητα τῆς ἁγιορείτικης Ἐπιστολῆς διαπιστώνει ὅτι, «τά ζητούμενα ἀπό τόν πάπα προνόμια δέν ἐξετάζονται (σ. ἀπό τούς Πατέρες) κατ' οὐσίαν, ὄχι γιατί ἔλειπαν τά ἀντίθετα ἐπιχειρήματα, ἀλλά γιατί οἱ καινοτομίες τῶν Λατίνων ἔθεταν ἑαυτούς ἐκτός Ἐκκλησίας»[62].
Οἱ ἀναφερόμενοι ὡς κοινωνήσαντες τούς αἱρετικούς Λατίνους ἐπίσκοποι, ἀπ' ὅσον γνωρίζουμε δέν ἦταν κατά τόν καιρό τῆς συγγραφῆς τῆς ἐπιστολῆς ὑποκείμενοι σέ κάποια προσωπική Συνοδική καταδίκη, ἀλλά παρέμειναν ὡς «ἄκριτοι», κατά τήν προσφιλῆ διατύπωση τῶν ὀπαδῶν τῆς "Κυπριανιστικῆς" δοξασίας.
Ἐδῶ, δέν μποροῦμε βεβαίως νά ἀποφύγουμε τόν πειρασμό νά ρωτήσωμε τούς ὑποστηρικτές αὐτῆς τῆς θεωρίας, διά τό ἄν συμφωνοῦν μέ τίς ἀνωτέρω θέσεις τῶν Πατέρων ἤ τίς θεωροῦν ἀκραῖες, πιστεύοντες ὅτι οἱ κοινωνοῦντες μέ τούς Λατίνους ὡς μή κεκριμένοι συνέχιζαν νά εὑρίσκονται ἐντός Ἐκκλησίας καί νά παρέχουν ἀπρόσκοπτα τήν Χάρη διά τῶν μυστηρίων!
Ὁμοίως καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς προειδοποιεῖ ὅσους τολμήσουν νά παραβοῦν τόν Ὅρο τῆς Συνόδου τοῦ 1351, ὅτι ὅσοι στό μέλλον ἀσπασθοῦν τίς ὑπ' αὐτοῦ κακοδοξίες τῶν ἀντιησυχαστῶν, θά εἶναι ὑποκείμενοι στά ἐπιτίμια καί στό Ἀνάθεμα πού ὑποβλήθηκαν καί οἱ προγενέστεροι καταδικασθέντες πρωτεργάτες τῆς αἵρεσης: «Καί δικαίως, εἰ μή μεταμεληθεῖεν, ἀναθέματι αἰωνίῳ παρά τοῦ Συνοδικοῦ Τόμου καθυποβέβληνται αὐτός τε καί οἱ κοινωνοῦντες αὐτῷ τῆς κακοφροσύνης, οἵ τε καθηγησάμενοι τῆς πλάνης αὐτῷ καί εἷ τίς ἔπειτα τούτοις εἰς τέλος ὁμοφρονήσειεν»[63].
Ὁ Α' Κανών τῆς ΣΤ' Συνόδου ἐπίσης ἐντέλλεται: «Εἰ δέ τίς τῶν ἀπάντων μή τά προειρημένα τῆς εὐσεβείας δόγματα κρατοῖ καί ἀσπάζοιτο, καί οὕτω δοξάζοι τε καί κηρύττοι, ἀλλ' ἐξ ἐναντίας ἰέναι τούτων ἐπιχειροῖ, ἔστω ἀνάθεμα, κατά τόν ἤδη προεκτεθέντα ὅρον ὑπό τῶν προδηλωθέντων ἁγίων καί μακαρίων Πατέρων, καί τοῦ χριστιανικοῦ καταλόγου, ὡς ἀλλότριος ἐξωθείσθω καί ἐκπιπτέτω...»[64].
Ἐπιπροσθέτως καί ὁ ἅγιος Σωφρόνιος στό περί Ἐξαγγελιῶν ἔργο του, σαφῶς ἀναφέρεται στίς ἄμεσες ἐπιπτώσεις ἀπό τήν κοινωνία μέ τήν αἵρεση: «Ὁ συνευχόμενος ἀκοινωνήτῳ, ἀκοινώνητος ἔστω καί αὐτός. Ὁ συνευχόμενος αἱρετικῷ ἐν ἐκκλησίᾳ ἤ ἐν οἴκῳ, ἀκοινώνητος ἔστω καί αὐτός. Ὁ συνευχόμενος καθῃρημένῳ, καθῃρημένος ἔστω καί αὐτός. Ὁ κοινωνῶν τοῖς ἀκοινωνήτοις, ἀκοινώνητος ἔστω καί αὐτός»[65].
Ὁ ῥηματικός τύπος "ἔστω", πού χρησιμοποιεῖ ὁ Κανών τῆς Συνόδου, ὅπως ἐπίσης καί ὁ προειρημένος Ἅγιος, εἶναι σέ τρίτο ἑνικό πρόσωπο προστατικῆς ἐνεστῶτα[66] τοῦ ῥήματος "εἰμί", καί ὄχι τοῦ "ἔσομαι" πού μέ μέσες καταλήξεις, θά ἀπέδιδε τό "ἔσται" ἤ "ἔσονται" στόν πληθυντικό, πού θά παρέπεμπε σέ μελλοντικό χρόνο. Συγκεκριμένα, τό "ἔστω" εἶναι μιά ἐντολή ἤ παραχώρηση πού ἀναφέρεται στό παρόν, ἀλλά ἡ ἰσχύς της ἐκτείνεται καί στό μέλλον, δηλώνοντας διάρκεια στήν κατάσταση πού διατάσσεται ἤ ἐπιτρέπεται νά συμβῇ.
Διά τήν ἐφαρμογή τῆς ἐντολῆς αὐτῆς δέν εἶναι πάντοτε ἀπαραίτητο νά ὑπάρχῃ παρόν δεύτερο πρόσωπο πού θά τήν ἐκτελέσῃ, ἀλλά ξεκινᾷ νά ἐνεργεῖται ἀμέσως μετά τήν προσταγή ἤ ἐπιθυμία. Οὕτω, σέ ἀρχαῖες γενικές ἐκφράσεις ὅπως: "Ἔστω σιωπή", "Ἔστω οὗτος φίλος", ἤ "Ἔστω ταῦτα" κ. ἄ., δέν ἀπαιτεῖται κάποιος ἄλλος ὥστε νά ἐπιβάλλῃ τήν σιωπή, ἤ τήν φιλία κάποιου, ἀλλά ταῦτα ἐνεργοῦνται ἀπό μόνα τους ἀμέσως μετά τήν ἐκφρασθεῖσα ἐπιθυμία ἤ ἐντολή.
Ἡ ἀνάγκη παρουσίας δευτέρου προσώπου, ὅπου στήν περίπτωσή μας εἶναι ἡ Σύνοδος ἡ ὁποία θά κρίνῃ τόν ὑπόδικο, εἶναι ἀπαραίτητη σέ κανονικές παραβάσεις καί ὄχι ἐκεῖ πού ὑπάρχει κατακεκριμένη αἵρεση καθώς τόν χωρισμό ἀπό τόν Χριστό καί τήν ἐπίσχεση τῆς Χάριτος ἐπιφέρει ἄμεσα ἡ ἐνυπάρχουσα ἐν αὐτῇ βλασφημία τῆς αἱρέσεως καί μολυσμός[67].
Ἀλλά διά νά μήν μακρηγοροῦμε, καί ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διαλαλεῖ: «ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾿ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω, ὡς προειρήκαμεν, καὶ ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ᾿ ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω»[68].
Ἐπίσης: «εἴ τις οὐ φιλεῖ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα. μαρὰν ἀθᾶ»[69].
Δηλαδή, νά εἶναι ἀπό τώρα Ἀνάθεμα, δλδ ξεχωρισμένοι ἀπό τόν Χριστό, ὄχι σέ κάποιον μελλοντικό... χρόνο!!! Ἀλοίμονο ἄν ὁ Ἀπόστολος περίμενε κάποια καταδικαστική Ἀπόφαση διά νά ἀποβάλλῃ τούς αἱρετικούς ἀνάμεσα ἀπό τούς πιστούς, ἀπό τήν στιγμή πού ἦταν διαπιστωμένη ἡ διαφορά τῆς διδασκαλία τους μέ τήν δική του!
Περαίνοντας νά ποῦμε ὅτι, οἱ ἀνωτέρω θέσεις γίνονται σαφέστερες καί ἀπό τό Τριώδιο τῆς Ἐκκλησίας μας τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπου ἀναφωνεῖται τό Ἀνάθεμα κατ' αὐτῶν πού μελλοντικά ὑποπέσουν σέ κατεγνωσμένη αἵρεση, δηλαδή αὐτῆς πού ἔχει ἤδη κριθῆ ὑπό Ὀρθοδόξου Συνόδου, θεωρώντας τους, ὡς ἤδη ἀποκόψαντας τούς ἑαυτούς τους ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί ὑπάρχοντες ἤδη ὡς σεσηπότα-σάπια μέλη, χωρίς τήν ἀνάγκη νά παραπεμφθοῦν σέ κάποια μελλοντική Σύνοδο: «...ὅ γάρ ἀμέσως ἐκεῖνοι εἰς τό πρωτότυπον βλασφημοῦσι, καί οὗτοι διά τῆς αὐτοῦ εἰκόνος εἰς αὐτόν ἐκεῖνον τόν εἰκονιζόμενον τολμᾶν οὐκ ἐρυθριῶσι· τοῖς οὖν ἀνεπιστρόφως τῇ πλάνῃ ταύτῃ κατεχομένοις καί πρός πάντα λόγον θεῖον, καί πνευματικήν διδασκαλίαν τά ὦτα βεβυσμένοις, ὡς ἤδη λοιπόν σεσηπόσι καί τοῦ κοινοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἀποτεμοῦσιν ἑαυτούς, ἀνάθεμα γ'»[70].
Ἐξ ὅλων αὐτῶν κατανοοῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὡς μοναδική ταμειοῦχος τῆς Χάριτος, τήν μεταδίδει μόνο σέ ὅσους πιστούς εἶναι συνδεδεμένοι μέ τό σῶμα Της διά τῆς κοινῆς Πίστεως καί Ποτηρίου, καί ὄχι στούς ἀποκεκομμένους καί ἀλλοτριόφρονες. Ἐάν λοιπόν, κάποιος πιστός ἀσπασθῇ κάποια αἵρεση καί μείνει ἀμετανόητος, τότε ἐπέρχεται καί ἡ ἀποκοπή ἀπό τό ὑπόλοιπο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί οὕτως ἀναγκαστικά διακόπτεται καί ἡ παροχή τῆς Θείας Χάριτος, ὡς φυσική συνέπεια. Εἶναι ἀδύνατον κάποιος νά ἔχῃ διαφορετική πίστη ἀπ' αὐτήν τῆς Ἐκκλησίας καί νά συνεχίσῃ νά παραμένῃ ἑνωμένος μέ τό σῶμα Της, ἔστω καί ὡς "ἀρρωστημένο" μέλος της!
Ἡ ἰσχύς τῶν γενομένων ὑπό "ἀκρίτων" αἱρετικῶν Κανονικῶν Πράξεων.
Διά τήν ἀσφαλῆ κατανόηση τοῦ θέματος, ἀναγκαία κρίνεται ἡ παράθεση τοῦ Α΄ Κανόνος τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος καθορίζει σαφῶς τά ὅρια δράσεως τῆς Θείας Χάριτος. Τά ὅρια αὐτά περιορίζονται φυσικά ἀποκλειστικῶς ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Οὕτω δέ, ὁ Κανόνας ἀναφέρει περί τῶν ἐπισκόπων πού προσῆλθαν ἀπό την αἵρεση τοῦ Νεστορίου, λέγων: «…κατά τῶν τῆς Ἐπαρχίας Ἐπισκόπων διαπράττεσθαί τι οὐδαμῶς δύναται, πάσης ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐντεῦθεν ἤδη ὑπό τῆς Συνόδου ἐκβεβλημένος καί ἀνενέργητος ὑπάρχων. Ἀλλά καί αὐτοῖς τοῖς τῆς ἐπαρχίας Ἐπισκόποις, καί τοῖς πέριξ Μητροπολῖταις τοῖς τά τῆς ὀρθοδοξίας φρονοῦσιν ὑποκείσεται εἰς τί πάντῃ, καί τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐπισκοπῆς ἐκβληθῆναι»[71]. Ἐνταῦθα γίνεται φανερό ὅτι ἡ σωτηρία καί ἡ χορήγηση τῆς Θείας Χάριτος, γίνεται μόνον μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία καί διά τῆς πλήρους ἑνώσεως μέ Αὐτήν.
Κάθε λοιπόν ἱερατική πράξη ἐκτός Αὐτῆς κρίνεται ἄκυρη καί ἀνίσχυρη, ὅπως σαφῶς ὁρίζεται ὑπό τοῦ Κανόνος. Διά τοῦ Κανόνος αὐτοῦ ἐπίσης, κηρύττονται ἄκυρες καί οἱ καθαιρέσεις πού ὑπέστησαν οἱ ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι ὑπό τῶν αἱρετικῶν Νεστοριανῶν, καθότι ὅλες αὐτές οἱ πράξεις τους δέν ἔχουν οὐδεμία ἀξία καί κῦρος διά τούς ὀρθοδόξους.
Τήν ἰδία ἐπίσης ἀπαξία ἐκ μέρους τῶν ὀρθοδόξων λαμβάνουν καί ἐκεῖνες οἱ Πράξεις πού ἔχουν γίνει σέ ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους ὑπό τῶν Νεστοριανῶν, δίδοντες σέ αὐτούς συγχώρεση διά τινά κανονικά παραπτώματα, ἀποκαθιστώντάς τους στά πρώην ἀξιώματα. Δι' αὐτό καί ὁ Ε' Κανόνας τῆς Αὐτῆς Συνόδου, ἐντέλλεται περί αὐτῶν τήν παραμονή στήν τιμωρητική κατάσταση πού τούς εἶχε ἐπιβληθῆ πρότερον. «...μένειν οὐδέν ἧττον καθῃρημένους ἐδικαιώσαμεν»[72].
Αὐτό πού ἔχει μεγάλη σημασία σέ αὐτό τό σημεῖο εἶναι πώς, ὅταν οἱ Νεστοριανοί ἐπέβαλαν αὐτές τίς ποινές ἤ τίς παράνομες ἀποκαταστάσεις στούς ὀρθοδόξους, δέν εἶχαν καταδικασθῆ ἀκόμη οἱ αἱρετικές διδασκαλίες τους ὑπό Ὀρθοδόξου Συνόδου, οὔτε καί οἱ ἴδιοι εἶχαν καθαιρεθῆ, διό καί θά τούς χαρακτηρίσωμε ὡς κατ' ἐξοχήν "ἀκρίτους". Οἱ Πράξεις τους ἀσφαλῶς αὐτές ναί μέν ἔγιναν πρό Συνοδικῆς καταδίκης, ἀλλά ὅμως μετά ἀπό τήν διάγνωση καί τόν ἔλεγχο τῆς αἱρέσεως ὑπό τῶν Πατέρων, ὅπως τοῦ Πάπα Κελεστίνου καί τοῦ Ἀλεξανδρείας Κυρίλλου, καθώς βεβαίως καί ἄλλων ὀρθοδόξων[73].
Ὅταν συναντᾶμε σέ κάποιο κείμενο τήν φράση ὅτι μιά αἵρεση εἶναι «κατεγνωσμένη ὑπό τῶν Πατέρων», σημαίνει ὅτι: α΄. Δέν ὑπάρχει πλέον περιθώριο διαλόγου διά τήν ὀρθότητά της. β΄. Ἔχει ὑποστῆ τόν ἔλεγχο τῆς Ἐκκλησίας. γ΄. Ἡ διάγνωσή της ἀποτελεῖ πλέον δεδομένο πνευματικό νόμο διά τους πιστούς.
Συνεπῶς, ἡ κατάγνωση ὑπό τῶν Πατέρων εἶναι ἡ διάγνωση καί ὁ ἔλεγχος πού κατέληξε σέ βεβαιωμένη ἐνοχή. Εἶναι τό τελικό ἀποτέλεσμα τοῦ ἐλέγχου, πού σημαίνει ὅτι ἡ αἵρεση δέν εἶναι ἁπλῶς ὑπό ἐξέταση, ἀλλά ἔχει πλέον κηρυχθῆ ἔνοχη καί ἀπορριπτέα.
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω λοιπόν διαπιστώνουμε πώς οἱ Πατέρες τῆς Γ' Συνόδου, εἶχαν ἐντελῶς ἀντίθετη γνώμη ἀπό τούς ὀπαδούς τοῦ "Κυπριανισμοῦ", καθώς θεωροῦσαν ὅτι οἱ Συνοδικές Πράξεις τῶν αἱρετικῶν Νεστοριανῶν, τίς ὁποῖες καί ἐξέδωσαν πρίν ἀκόμη ἡ Ὀρθόδοξη Σύνοδος τούς ἀναθεματίσῃ καί Καθαιρέσῃ, ἦταν ἐντελῶς ἀνίσχυρες, διό καί οἱ ὀρθόδοξοι θά ἔπρεπε νά μήν τίς λαμβάνουν οὐδόλως ὑπ' ὄψιν τους.
Ἀντιθέτως, οἱ "Κυπριανιστές" ἐάν σέβονται πράγματι τήν ἐκκλησιολογία τους, θά πρέπῃ νά ἐκλαμβάνουν, τίς ἐκκλησιαστικές ἐκεῖνες πράξεις τῶν Νεστοριανῶν, ὡς ἰσχυρές καί κανονικῶς ἐνεργούμενες, ὡς ἐκτελούμενες μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου τελοῦνται καί ἐπισφραγίζονται ὅλες οἱ ἀποφάσεις ὑπό τοῦ Θείου Πνεύματος! Ὁποία ἀντίθεση μεταξύ αὐτῶν καί τῶν Πατέρων πού συγκρότησαν τήν Γ' Οἰκουμενική Σύνοδο!
Ἑπομένως οὕτω, διά τῆς δικανικῆς αὐτῆς θεώρησης τῶν πραγμάτων, δικαιώνουν στήν πράξη τούς αἱρετικούς καταδικάζοντας τούς ὀρθοδόξους καί ἀφήνοντάς τους ἀνυπεράσπιστους, δίνοντας στούς αἱρετικούς μέ τήν ἐπικουρία μιᾶς ἐπίπλαστης Κανονικότητας... πᾶσα ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καί λύειν ἐπί τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων!!!
Ἄρα λοιπόν οἱ "Κυπριανιστές" καί κατ' ἐπέκταση οἱ ὁμοϊδεάτες τους νεοαποτειχισμένοι, ἄν θέλουν νά εἶναι συνεπεῖς μέ τίς δοξασίες τους, ἐπιβάλλεται νά ἀποδέχονται κάθε Κανονική Πράξη πού τούς ἐπιβάλλεται ἀπό τά Συνοδικά Δικαστήρια τῆς "ἀκρίτου" αἱρετικῆς Οἰκουμενιστικῆς ἐκκλησίας, ἀπό τήν ὁποία ἀποσχίσθηκαν, ὑπακούοντας ἀναντίρρητα σ' αὐτές[74]!
Ἡ σύμφωνη μέ τούς Ἱερούς Κανόνες ἀποκατάσταση τῶν συγχρόνων Ἀποτειχισμένων.
Εἶναι δυνατή ἡ ἐπιστροφή τῶν ἀποτειχισμένων κληρικῶν στήν πραγματική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καί ἄν ναί, μέ ποιά κριτήρια;
Στήν ἑνότητα αὐτήν δέν θά ἀσχοληθοῦμε τόσο μέ τόν τρόπο ἀποδοχῆς καί ἀποκατάστασης γενικά τῶν αἱρετικῶν, ἀλλά μέ τήν καινοφανῆ περίπτωση τῶν λεγομένων Ἀποτειχισμένων. Τό τελευταῖο διάστημα μετά τήν Σύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου, ἔκανε τήν ἐμφάνισή του τό κίνημα τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου ἀπό τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν καί δή τῶν προεξαρχόντων τῆς αἱρέσεως, ὅπως τοῦ νῦν "Πατριάρχου" Κων/λεως.
Τινές ἐξ αὐτῶν τῶν ἀποτειχισμένων τυγχάνουν κληρικοί, ἔχοντες λάβη τήν χειροτονία ἀπό χέρια αἱρετικῶν Ἐπισκόπων, τῶν ὁποίων διέκοψαν τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τήν κατηγορία τῆς κηρύξεως, γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Οἱ κληρικοί αὐτοί ἄν καί ἡ χειροτονία τους προέρχεται ἀπό τούς αἱρετικούς (ὅπως καί οἱ ἴδιοι τούς ἀποκαλοῦν) ἐκ τῶν ὁποίων ἀποκόπηκαν, συνεχίζουν νά ἀσκοῦν κανονικά ἱερατικές πράξεις, ἐκλαμβάνοντας αὐτήν ὡς ἰσχυρή καί ἔγκυρη, καθώς τήν θεωροῦν γενομένη ἀπό "ἀκρίτους" δῆθεν αἱρετικούς καί ὄχι ἀπό κεκριμένους!
Οὕτω δέ, συνεχίζουν νά τελοῦν κανονικά τίς λειτουργίες καί τά λοιπά μυστήρια, πιστεύοντες ὅτι αὐτά εἶναι μεταδοτικά τῆς Χάριτος. Νά σημειώσωμε ὅτι τήν στάση αὐτή τῶν νεο-ἀποτειχισμένων ἐπικροτοῦν καί ὑπερασπίζονται καί οἱ δοξάζοντες τῶν "Κυπριανιστικῶν" θέσεων.
Εἶναι ὅμως αὐτή ἡ θέση τους ὀρθή καί σύμφωνη μέ τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἤ βαδίζουν στηριζόμενοι σέ προσωπικούς ὑπολογισμούς μαγειρεύοντας νέες ἐκκλησιολογίες, πού ἐπινοήθηκαν ὡς δικαιολογία, ὥστε μετά τήν διακοπή τοῦ μνημοσύνου, νά ἐνεργοῦν αὐτοβούλως καί χωρίς καμμία ἐπισκοπική ἐποπτεία, κυριολεκτικά ἀδέσποτοι;
Βεβαίως, δι' αὐτήν τήν στάση τους ἐπικαλοῦνται διάφορες προφάσεις, ἀλλά δέν εἶναι δύσκολο διά κάποιον ὅταν τό θελήσῃ, νά ἐφεύρῃ προσχήματα ὑπερτονίζοντας ἤ ὑποβαμθίζονοντας τά πεπραγμένα ἄλλων, ἀποσπῶντας οὕτω τήν προσοχή, ὅπως καλύψῃ καί δικαιολογήσῃ οὕτω τίς δικές του ἐξίσου παράνομες καί ἀντικανονικές πράξεις!
Ἀσφαλές κριτήριο λοιπόν, διά νά ἐξακριβώσωμε τήν ὀρθότητα τῆς στάσεώς τους, δέν εἶναι ἡ κατά τό δοκοῦν παρουσίαση τῶν ἐπιχειρημάτων, πού μποροῦν νά προσαρμοστοῦν στά μέτρα τοῦ καθενός, ἀλλά ἡ διαχρονικά ἐφαρμοζόμενη ὑπό τῶν Πατέρων πράξη.
Ἄς δοῦμε ὅμως μέσα ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, πώς ἀντιμετωπιζόταν ἀπό τήν Ἐκκλησία οἱ ἀποκηρύσσοντες τούς αἱρετικούς ποιμένες καί δή τούς "ἀκρίτους".
Ἕνα ξεκάθαρο παράδειγμα ἀποκαταστάσεως κληρικῶν πού διέκοψαν τό μνημόσυνο καί τήν κοινωνία τῶν αἱρετικῶν ἐπισκόπων τους, μᾶς δίνει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. Οἱ θέσεις τοῦ Ὁσίου εἶναι τόσο σαφεῖς, πού δέν ἐπιτρέπουν παρερμηνεῖες καί παρεκδοχές τοῦ ἀληθινοῦ νοήματος˙ θέσεις οἱ ὁποῖες ἀντανακλοῦν καί τό καθολικό καί διαχρονικό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας.
Κατά τήν δευτέρα περίοδο τῆς εἰκονομαχίας στήν ὁποία ἔδρασε ὁ Ἅγιος, πολλοί κληρικοί πού εἶχαν χειροτονηθῆ ἤ καί παρασυρθῆ ἀπό τούς αἱρετικούς εἰκονομάχους, μετανοοῦσαν καί διέκοπταν τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους, θέλοντες νά ἐπιστρέψουν στήν Ὀρθοδοξία. Οἱ δέ Ὀρθόδοξοι ὑποδεχόμενοι αὐτούς τούς κληρικούς ἀντιμετώπιζαν ἕνα σοβαρό δίλημμα, ὡς πρός τόν τρόπο ἐπανεντάξεώς τους στούς κόλπους τοῦ ὀρθοδόξου κλήρου, καθότι πολλοί ἐξ αὐτῶν ὄχι μόνον ἐμολύνθησαν ἐκ τῆς αἱρέσεως, ἀλλά ὅπως εἴπαμε ἔλαβαν ἐκ τῶν αἱρετικῶν τίς χειροτονίες τους.
Ἦταν ἄραγε οἱ χειροτονίες αὐτές ἐπαρκεῖς ἰσχύος καί κανονικότητος, ἤ εἶχαν ἔλλειψη τοιούτων προσόντων καί χρειαζόταν ἀποκατάσταση; Πολλοί, κυρίως ἐκ τοῦ λαοῦ, λόγῳ τῆς μεγάλης ἐλλείψεως ὀρθοδόξων κληρικῶν, πίεζαν νά τούς δεχθοῦν ὅπως ἦταν, χωρίς καμμία ἄλλη διαδικασία ἀποκαταστάσεως.
Νά τονίσωμε ἰδιαιτέρως πώς, οἱ κληρικοί αὐτοί πού μετεστράφησαν στήν Ἐκκλησία, ἀνῆκαν σέ αἵρεση πού εἶχε ἀναθεματισθῆ ἤδη ὑπό τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλ' ὅμως οἱ ἴδιοι δέ εἶχαν κριθῆ μέ ἰδιαίτερο ἐπιτίμιο, παραμένοντες κατά τόν γνωστό καταχρηστικό ὁρισμό ὡς "ἄκριτοι"...!
Ἀντιμετωπίζοντας λοιπόν ὁ ἅγιος Θεόδωρος αὐτήν τήν κατάσταση, καί ἀποφαινόμενος σύμφωνα μέ τό φρόνημα τῶν Πατέρων, προτρέπει τήν παύση πάσης ἱεροπραξίας αὐτῶν τῶν κληρικῶν, δικαιολογώντας αὐτήν τήν στάση του ἐπικαλούμενος ἀναντίρρητα καί ἀπρόσβλητα ἐπιχειρήματα. Ἀπευθυνόμενος λοιπόν στόν Ἐπίσκοπο Νικαίας Πέτρο[75], διά τήν περίπτωσή τινων μεταστραφέντων ἱερέων, ἀποφαίνεται πώς ἀφοῦ λυθῇ τό ἐπιτίμιο καί ὁ κανόνας τῆς μετανοίας τους, μετά θά μποροῦν νά μετάσχουν μετά τῶν ὑπολοίπων στά Ἄχραντα μυστήρια. Δέν ἐπιτρέπεται ὅμως νά τελοῦν τά τῆς ἱερωσύνης μέχρι νά συγκληθῇ Ὀρθόδοξος Σύνοδος, πού θά ἐπιληφθῇ τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῶν στήν τάξη τοῦ κλήρου.
Ἐπίσης, καί σέ ἄλλη μέ τό ἴδιο θέμα Ἐπιστολή πρός τόν Μοναχό Θεόδωρο[76], ὁ Ἅγιος ὁρίζει περί τῶν μεταμεληθέντων ἱερέων, νά ἀργοῦν ἀπό κάθε ἱεροπραξία, ἐκτελώντας ταὐτόχρονα τό ἐπιτίμιο τοῦ κανόνα πού τούς ἐπιβλήθηκε, ἀναμένοντες καί αὐτοί τήν σύγκληση Συνόδου πρός ἀποκατάστασή τους.
Μέχρι τῆς συγκλήσεως λοιπόν αὐτῆς, θά παραμένουν σάν ἁπλοί μοναχοί, δηλαδή, δέν θά ἱεροπρακτοῦν, δέν θά δίνουν εὐχές καί ὅλα ὅσα ἁρμόζουν σέ ἐνεργούς ἱερεῖς.
Σέ ἀντίθεση ὅμως μέ ὅσα ἀναφέραμε, οἱ σημερινοί ἀποτειχισμένοι ἐνῷ προέρχονται ἀπό τήν αἵρεση, ἐντελῶς αὐθαίρετα πράττουν τά ἀνάρμοστα, μή ἔχοντες κἄν τήν αἴσθηση τῆς κατάστασης τῆς ὑποδικίας στήν ὁποία εὑρίσκονται!
Ἄν ὁ κληρικός δέν παραδεχθῆ ὅτι «νοσοῦσε» ὅσο ἦταν κοινωνικός μέ τήν αἵρεση, τότε δέν μπορεῖ νά ἰσχυριστῇ ὅτι «θεραπεύτηκε» τώρα πού ἀποτειχίστηκε.
Προφανῶς θεωροῦν ὡς προσβλητική κάποια πράξη ἀποκαταστάσεως τῆς ἱερωσύνης τους, ὅπως αὐτή καθιερώθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία διά τήν δική τους περίπτωση.
Ἡ «προσβολή» πού νοιώθουν οἱ σύγχρονοι ἀποτειχισμένοι εἶναι ἕνας πειρασμός, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νά τούς κρατήσῃ σέ μιά «γκρίζα ζώνη» (οὔτε πλήρως αἱρετικούς, οὔτε πλήρως ἀποκατεστημένους)[77]!
Οὕτω δέ, καταλαμβανόμενοι ἐνδεχομένως ἀπό αὐταρέσκεια καί ἔπαρση δίχως ἴχνος ἐνοχῆς.., ἱεροπρακτοῦν, ἔχοντες καί δίδοντες τήν ἐντύπωση ὅτι μεταδίδουν ἁγιασμό καί Χάριν στούς ἀφελεῖς ὀπαδούς τους, πράγματα τά ὁποία βεβαίως στεροῦνται!!!
Ἡ χειροθεσία καί ὁ λίβελλος ὅμως δέν ἀποτελοῦν μέσον ταπεινώσεως τῆς προσωπικότητος τοῦ κληρικοῦ, ἀλλά πράξη πνευματικῆς ἀπελευθερώσεως. Δέν πρόκειται γιά τιμωρία, ἀλλά διά ὀντολογική ἀποκατάσταση. Ὅπως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία δέν ἐπιζητεῖ τήν "ντροπή" τοῦ ἐπιστρέφοντος, ἀλλά τήν θωράκισή του. Ἡ ἄρνηση τῆς κανονικῆς αὐτῆς ἀποκαταστάσεως μέ πρόσχημα τήν προσβολή τοῦ χαρακτῆρος, φανερώνει ὅτι ὁ ἐγωισμός ὑπερβαίνει τήν ἀγάπη διά τήν δογματική ἀκρίβεια.
Εἶναι τά μυστήρια τῶν κατακεκριμένων αἱρετικῶν οἰκονομητέα;
Σύγχρονοι νεωτερίζοντες θεολόγοι[78] ἀλλά καί οἱ ὀπαδοί τοῦ "Κυπριανισμοῦ", διδάσκουν ὅτι ὁ λόγος πού ἔγιναν δεκτές οἱ χειροτονίες τῶν εἰκονομάχων ὑπό τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, εἶναι διότι αὐτές τελέσθηκαν ὑπό ἐπισκόπων μή κεκριμένων καί καταδικασθέντων προσωπκῶς πρωτύτερα δι' αἵρεση. Ἐπίσης λένε, πώς οἱ εἰκονομάχοι αὐτοί ἐπίσκοποι, ὡς μή κριθέντες διετέλουν εἰσέτι ἐντός τῶν ὁρίων τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἀποτελοῦντες ἑνιαίως μαζί μέ τούς ὀρθοδόξους ζῶντα καί ἐνεργά μέλη τοῦ σώματός της!!! Βασιζόμενοι λοιπόν σέ αὐτό τό σκεπτικό πιστεύουν ὅτι, αὐτή εἶναι ἡ πραγματική αἰτία πού ἔγιναν οἱ χειροτονίες τους ἀποδεκτές, καί ὄχι διά τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας. Δι' αὐτούς οἱ χειροτονίες τῶν εἰκονομάχων ἦταν ἔγκυρες καί κατά πάντα ἰσχυρές καί τέλειες.
Ὁ προεξάρχων ὅμως τῆς Συνόδου πατριάρχης ἅγιος Ταράσιος, εἶχε διαφορετική γνώμη ἀπό τίς ἀνωτέρω τοποθετήσεις τους. Ὅπως ἀπορρέει ἀπό τά Πρακτικά αὐτῆς καί δή ἀπό τά λόγια τοῦ ἰδίου τοῦ Ἁγίου, συγκρίνοντας οὗτος τίς χειροτονίες τῶν εἰκονομάχων καί αὐτές τῶν αἱρετικῶν πού ἀναφέρονται στήν Ἐπιστολή τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τίς θεωρεῖ ἐξίσου οἰκονομητέες. Νά σημειωθῇ ὅτι οἱ ἀναφερόμενοι στήν Ἐπιστολή ἐκείνη ἦταν ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι πού εἶχαν κανονική χειροτονία, ἀλλά πλανηθέντες προσχώρησαν στήν αἵρεση τῶν κατακεκριμένων Ἀρειανιστῶν. Παρ' ὅλα αὐτά ὅμως, δέν ἐπικαλέσθηκε διά τήν ἐφαρμογή τῆς οἰκονομίας αὐτῆς τό "ἄκριτον" τῶν ἐπισκόπων αὐτῶν, ἀλλά τό ἄν αὐτοί ὑπῆρξαν διδάσκαλοι καί ἔξαρχοι τῆς αἱρέσεως. «...κατ' οὐδέν τούς Πατέρας διαφωνοῦντας, ἀλλ' ὡς τοῦ αὐτοῦ πνεύματος ὄντες πάντες τό αὐτό κηρύττουσι καί διδάσκουσι˙ ἀλλ' ὡς οἰκονομίαν τινά ὑπονοῶν ὁ πατήρ ἡμῶν Ἀθανάσιος, οὕτως ἐξέθετο ὅθεν ἔκρινεν αὐτούς δέχεσθαι ἐν τόν κλῆρον, ὅσοι οὐκ εἰσί διδάσκαλοι τῆς αἱρέσεως»[79].
Σέ ἄλλο ἕτερο σημεῖο, ἀπαντῶν ὁ ἅγιος Ταράσιος πρός τούς ἐνισταμένους Μοναχούς, περί τῆς ἀποδοχῆς τῆς χειροτονίας τῶν εἰκονομάχων, ἐπικαλεῖται καί πάλιν τήν χρήση τῆς οἰκονομίας, ἐλέγχων ὄχι τούς Πατέρες πού οἰκονόμησαν τίς χειροτονίες τῶν αἱρετικῶν, ἀλλά ἐκείνους πού ἀντιτάχθηκαν σέ αὐτές, ἀγνοοῦντες τόν σκοπόν αὐτῆς πράξης. «...πανταχοῦ γάρ οἱ Πατέρες σύμφωνοι εἰσίν, ἐναντίωσις δέ οὐδεμία ἔνεστιν αὐτοῖς˙ ἀλλ' ἐναντιοῦνται αὐτοῖς οἱ τάς οἰκονομίας καί τούς σκοπούς αὐτῶν μή ἐπιστάμενοι»[80].
Πρότερον δέ, ἐξηγεῖ στούς ἐν λόγῳ Μοναχούς, διά τήν περίπτωση πού ἀναφέρεται στήν πρός Νικοπολίτας Ἐπιστολή τοῦ Μ. Βασιλείου, περί τῆς μή ἀποδοχῆς τινων χειροτονιῶν τελεσθέντων ὑπό Ἀρειανῶν. Ἡ αἰτία λέγει ἦταν, διότι οἱ χειροτονούμενοι προτίμησαν νά χειροτονηθοῦν ἀπό χέρια Ἀρειανιστῶν, ἐνῷ ὑπῆρχαν ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι, ὑπό τῶν ὁποίων θά μποροῦσαν κάλλιστα νά λάβουν τήν χειροτονία τους. «...κᾳγώ ἀποτρέπομαι τούς διά τοιαύτην αἰτίαν, ἤτοι τῆς πίστεως κατάλυσιν, κεχειροτονημένους˙ καί μάλιστα ὀρθοδόξων ἐπισκόπων παρόντων, ὑφ' ὧν ἠδύνατο χειροτονεῖσθαι»[81].
Ἐπιχειρώντας μάλιστα τήν περαιτέρω βεβαίωση τῶν λόγων του, ἀναφέρει πώς μεταγενέστεροι τοῦ Μ. Βασιλείου Πατέρες -ὁ ὁποῖοι δέν ἀγνοοῦσαν τούς λόγους του-, ἔπραξαν διαφορετικά, σέ κάποιες ἄλλες περιπτώσεις, πού οἱ χειροτονηθέντες χειροτονήθηκαν ὑπό αἱρετικῶν, ἀλλά μεταμελήθηκαν ἀργότερα, ὅμως οἱ συνθῆκες χειροτονίας τους ἦταν τέτοιες ὥστε δικαιολογεῖτο ἡ οἰκονομία καί οὕτως ἔγιναν ἀποδεκτοί. «οὐκ ἀγνοοῦντες τήν γνώμην τοῦ πατρός οἱ μετ' ἐκεῖνον τῆς ἐκκλησίας διάδοχοι, τούς ὑπέρ αἱρετικῶν χειροτονηθέντας, εἶτα βελτιωθέντας ἐδέξαντο, ὡς μεμαθήκαμεν διά τῶν προανανγωσθέντων...»[82].
Συγκεκριμένα ἡ ἀποδοχή αὐτῶν ἔγινε καθαρά διά λόγους οἰκονομίας.
Νά μεταφέρωμε καί τήν βεβαιωτική γνώμη τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, περί τῆς κατ' οἰκονομίαν ἀποδοχῆς τῶν εἰκονομάχων, ὅπως συμβαίνει στήν πράξη καί μέ ὅλους τούς ἄλλους αἱρετικούς. «Σημείωσε ὅμως ὅτι οἱ εἰκονομάχοι οὗτοι καί πάντες οἱ ἄλλοι αἱρετικοί, τῶν ὁποίων τάς χειροτονίας ἐδέχθη ποτέ ἡ Ἐκκλησία, κατ' οἰκονομίαν καί συγκατάβασιν, καί ὄχι κατ' ἀκρίβειαν, οὗτοι, λέγω, ἦσαν ὀρθῶς καί κατά τόν τύπον τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας βεβαπτισμένοι. Δι' ὅ καί ἡ Ἐκκλησία, καθώς ἐδέχθη τό βάπτισμα αὐτῶν, οὕτως ἀκολούθως ἐδέχθη καί αὐτῶν τά χειροτονίας, οἱ δέ Λατῖνοι καί οἱ ἐξ αὐτῶν, καί ὅσοι ἄλλοι τοιοῦτοι, δέν εἶναι ὀρθῶς βεβαπτισμένοι. Ὅθεν ἡ Ἐκκλησία, καθώς δέν δέχεται τό βάπτισμα αὐτῶν, ὅπερ ἐστί πρῶτο τῶν μυστηρίων, πολλῷ μᾶλλον δέν δέχεται τά χειροτονίας αὐτῶν. Διά τοῦτο χρεία εἶναι αὐτοί καί νά βαπτισθοῦν καί νά χειροτονηθοῦν ἀπό ὀρθοδόξους ἱερεῖς καί Ἀρχιερεῖς»[83].
Ἐκ τοῦ ὅτι λοιπόν, ἡ ἀποδοχή τῶν χειροτονιῶν πού τελέσθηκαν ὑπό τῶν "ἀκρίτων" εἰκονομάχων πρό τῆς Ζ' Συνόδου, ἔγινε λόγῳ τῆς ἐφαρμοζόμενης οἰκονομίας καί ὄχι κατά τήν ἀκρίβεια τῶν Κανόνων˙ ἐξάγεται ἑξῆς τό συμπέρασμα: Εἴτε "ἄκριτοι", εἴτε κεκριμέμενοι ὑπάρχουν οἱ αἱρετικοί, εὑρίσκονται ἐκτός Ἐκκλησίας, ἐφ' ὅσον ἀκολουθοῦν καταδικασμένη αἵρεση καί ἡ εὐνοϊκή κρίση πού ὑφίστανται γίνεται βάσει κάποιων προϋποθέσεων πού ἔχουν νά κάνουν ὡς πρός τήν ἐγγύτητά τους πρός τήν Ἀληθινή Ἐκκλησία καί τήν διδασκαλίας της, καί ὡς ἐπίσης πρός τό ἰάσιμο αὐτῶν, ἀλλά ποτέ ἐξαιτίας τῆς ὑφισταμένης παρουσίας τῆς αἱρέσεως ἐντός τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἐκ τούτου ἐγκυρότητας τῶν μυστηρίων τους.
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω κατανοοῦμε ἀκόμη, ὅτι ἡ περίπτωση ἑνός ἄκριτου αἱρετικοῦ τοῦ ὁποίου ἡ αἵρεση δέν κρίθηκε εἰσέτι, εἶναι περισσότερο εὐκολοϊάτρευτη, ἀπό μία διεγνωσμένη καί κατακεκριμένη˙ οὕτω δέ, ἀκόμη εὐκολώτερα μεταχειρίζεται ἡ Ἐκκλησία τούς ἐπιστρέφοντας ἐκ τῶν σχισμάτων. Ἡ κάθε περίπτωση βεβαίως, ἑκάστου ἐξ αὐτῶν, ἀπαιτεῖ ξεχωριστή ἀντιμετώπιση λόγῳ τῆς ἰδιαιτερότητάς της.
Ἐπίσης ἄλλη ἀντιμετώπιση ὑπάρχει διά ὅσους γεννήθηκαν στήν αἵρεση, ἄλλη δέ ἔχουν οἱ ἀκολουθήσαντες αὐτήν μεταγενέστερα τῆς Συνοδικῆς κρίσεως. Ταῦτα πάντα καί πολλά ἄλλα, λαμβάνει ὑπ' ὄψιν της ἡ Σύνοδος πού ἐπιλαμβάνεται τά τῆς ἐπανεισδοχῆς αὐτῶν.
Στὴν κατηγορία τῆς ἀκρίτου αἱρέσεως κατατάσσεται, γιὰ παράδειγμα, ἡ περίπτωση τοῦ Νεστορίου, ἀπὸ τὴ χρονικὴ στιγμὴ ποὺ κηρύχθηκε δημόσια ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία κατὰ τῆς Θεοτόκου, ἕως τὸν ἔλεγχο καὶ τὴν κατάγνωσή της ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ τὸν ἐπακόλουθο Ἀναθεματισμὸ αὐτῆς καὶ τῶν ὑποστηρικτῶν της ἀπὸ τὴν Γ' Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.
Παρόμοια ἦταν καί ἡ περίπτωση τοῦ Πατρ. Ἀλεξανδρείας Διοσκούρου, καθώς θεωροῦνταν ἄκριτος μέχρι ἡ αἵρεσή του νά καταδικασθῇ Συνοδικῶς, διό καί οἱ ἀρχιερατικές αὐτοῦ πράξεις ἐλήφθησαν ἀργότερα ὡς ἔγκυρες. Μία τέτοια πράξη ἦταν καί ἡ χειροτονία τοῦ Πατριάρχου Κων/λεως Ἀνατολίου. Ἡ χειροτονία ἔγινε κατά τό χρονικό διάστημα πού ἦταν ὑπόδικος καί ὄχι ἀργότερα ὅπως νομίζουν πολλοί. Μετά ὅμως τήν καταδίκη τῆς αἱρέσεως τοῦ ἀφαιρέθηκε κάθε ἱκανότητα νά τελῇ ἰσχυρές χειροτονίες καί μυστήρια[84].
Οἱ εἰκονομάχοι τῆς πρώτης περιόδου τῆς αἱρέσεως, κατατάσσονται αὐθαιρέτως ὑπό τῶν "Κυπριανιστῶν" στούς "ἀκρίτους"! Ἡ εἰκονομαχία ὅμως εἶχε καταδικαστῆ καί ἀναθεματιστῆ ἀμέσως μετά τήν ἐμφάνισή της, πολύ πρίν τήν σύσταση τῆς Ζ' Συνόδου ἀπό Τοπικές καί Πανορθοδόξους Συνόδους. Ἐκ τούτου λοιπόν δικαίως κατατάσσονται στούς κεκριμένους αἱρετικούς˙ διό καί βλέπουμε μέσα ἀπό τίς συνεδρίες τῆς Ζ' Συνόδου τούς εἰκονομάχους ἐπισκόπους νά μήν λαμβάνουν μέρος στίς συζητήσεις ὡς ἐνεργά καί ἰσότιμα μέλη, ἀλλ' ὡς ὑπόδικοι καί ἀπολογούμενοι διά τίς ἤδη κατεγνωσμένες αἱρέσεις τους.
Οἱ εἰκονομάχοι τῆς πρώτης περιόδου καί ἡ αἵρεσή τους ὀλίγο μετά τήν ἔκδοση τοῦ δευτέρου Διατάγματος τοῦ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου τό 730, διά τήν τελεία ἀποβολή τῶν ἱερῶν εἰκόνων, καί πρίν ἀκόμη τήν ἀπόσυρση τοῦ Πατριάρχου Γερμανοῦ ἀπό τόν Θρόνο τῆς Κων/λεως (733), εἶχαν ἀναθεματισθῆ ὑπό τοῦ Πάπα Γρηγορίου Γ' (731-741) κατά τό ἔτος 732. Ἐπιπλέον μετά τήν αἱρετική ψευδοσύνοδο τῆς Ἱερείας τό 754, ἀκόμη δύο Σύνοδοι στήν Δύση, ἡ πρώτη ὑπό τοῦ Πάπα Στεφάνου Γ' τό 760 ἐν Λατερανῷ καί ἡ δεύτερη ἀπό τόν Πάπα Στέφανο Δ' τό 769, ἀναθεμάτισαν τούς εἰκονομάχους. Σημαντικότερη ὅμως, εἶναι ἡ Σύνοδος τοῦ 763 ὑπό τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Θεοδώρου, ἡ ἔχουσα μάλιστα καί Πανορθόδοξο χαρακτῆρα, καθώς συμμετεῖχαν καί τά πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας καί Ἀντιοχείας, ἡ ὁποία καί ἐξέδωσε τό κατά τῶν εἰκονομάχων Ἀνάθεμα[85].
Βλέπουμε λοιπόν τούς εἰκονομάχους, νά ἔχουν καταδικασθῆ Συνοδικῶς ἄλλες τέσσερις φορές˙ τρεῖς ἀπό Τοπικές Συνόδους καί μία ὑπό Πανορθοδόξου, πολύ πρίν τήν καταδίκη τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Πῶς λοιπόν κάποιοι τούς κατατάσσουν στούς "ἀκρίτους" αἱρετικούς καί μάλιστα κατατάσσοντάς τους ὡς ζῶντα μέλη τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας, ἔχοντες μάλιστα ἀκεραία τήν Ἀποστολική Διαδοχή ἀλλά καί τήν ἐγκυρότητα τῶν μυστηρίων; Προφανῶς λοιπόν, οἱ πρώιμοι αὐτοί εἰκονομάχοι οὔτε στήν Ἐκκλησία ἀνῆκαν, οὔτε καί ἐγκυρότητα μυστηρίων εἶχαν, καί ἐκ τούτου ἡ ἀποδοχή τῆς ἱερωσύνης αὐτῶν ὑπό τῆς Ζ' Συνόδου, μόνον κατ' οἰκονομία θά μποροῦσε νά γίνῃ καί οὐδέποτε κατ' ἀκρίβεια[86].
Ἀφετέρου ἡ διαφορά μεταξύ τῶν σημερινῶν Οἰκουμενιστῶν καί τῶν παλαιῶν ἐκείνων Εἰκονομάχων εἶναι τεράστια πρός τό χειρότερο, διότι οἱ δεύτεροι ὑπέπεσαν σέ μία καί μοναδική καταδικασμένη αἵρεση, ἐνῷ οἱ Οἰκουμενιστές ὑποπίπτουν σέ δεκάδες ἀναθεματισμένες αἱρέσεις τοῦ παρελθόντος, ἀφοῦ τίς ἀποδέχονται ὡς κλάδους τῆς Μίας καί Ἀληθινῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀναγνωρίζοντες σέ αὐτές τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τήν ὕπαρξη ἐνεργῶν μυστηρίων, λόγῳ μιᾶς φανταστικῆς συνεχοῦς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς!
Αὐτές βεβαίως οἱ τοποθετήσεις τῶν "Κυπριανιστῶν" ὑποβαθμίζουν τό κῦρος καί τήν σημασία ὄχι μόνον τῶν Τοπικῶν Συνόδων, ἀλλά καί τῶν Πανορθοδόξων, ἀφοῦ ἀρνοῦνται τήν ἁρμοδιότητά τους καί τήν ἐξουσία νά ἐπεμβαίνουν καί νά ἐνεργοῦν καταλυτικά ἐναντίον τῶν αἱρέσεων διά τῶν Ἀποφάσεών τους.
Τό κῦρος ἀσφαλῶς τῶν Τοπικῶν Συνόδων καί τήν δυνατότητα νά ἐπιβάλλουν τήν κρίση τους σέ ἄλλα Πατριαρχεῖα, ὅταν προκύπτῃ θέμα αἱρέσεως, οὐδείς ἐχέφρων δύναται νά ἀμφισβητήσῃ. Ἡ ἰσχύς τῶν Ἀποφάσεων αὐτῶν ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τήν περίπτωση τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, κατά τήν ἐποχή πού ἐπικρατοῦσε ἡ αἵρεση τοῦ Μονοθελητισμοῦ. Ἀπολογούμενος ὁ Ἅγιος πρός τούς ἄρχοντας τοῦ Αὐτοκράτορος, πού τόν προέτρεπαν νά ἀποδεχθῇ τό "Ἑνωτικό", εἶπε πώς ἀδυνατεῖ νά πράξῃ τοῦτο, διότι οἱ τοῦ Κων/λεως ἔχουν καθαιρεθῆ ὑπό τῆς Τοπικῆς ἐν Λατερανῷ Συνόδου τοῦ ἔτους 649[87]. Ἐπιπλέον ἀνέφερε πώς, οὐδεμίαν πλέον μυσταγωγία μποροῦν νά τελέσουν μέ τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, λόγῳ τῆς καθαιρέσεως πού ἔλαβαν[88].
Ἡ περίπτωση τῶν Μονοθελητῶν εἶναι ἰδιαίτερα ἰσχυρή, διότι οἱ κεφαλὲς τῆς αἱρέσεως εἶχαν ἤδη ἀναθεματισθῆ ἀπὸ τὴ Σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ (649 μ.Χ.) καί τὸν Ἅγιο Μαρτῖνο, ὅμως ἡ ΣΤ' Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐπέλεξε τὴν ὁδὸ τῆς οἰκονομίας γιὰ τοὺς χειροτονηθέντες ὑπ' αὐτῶν.
Αὐτὴ ἡ πρακτικὴ βασίζεται στὴν ἀρχὴ ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὴν ἐξουσία «ζωοποιεῖν τὰ νεκρωθέντα». Ὅπως ἑρμηνεύει καὶ ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ἡ οἰκονομία δὲν καταργεῖ τὸν κανόνα, ἀλλὰ ἐφαρμόζεται κατὰ περίσταση γιὰ τὴ σωτηρία τῶν πολλῶν, ὥστε νὰ μὴ μείνουν ὁλόκληρες τοπικὲς ἐκκλησίες χωρὶς ποιμένες μετὰ τὴν κατάρρευση μιᾶς αἱρέσεως.
Ἡ φράση αὐτή βρίσκεται στὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου (π.χ. Ἐπιστολὴ πρὸς Ναυκράτιον τέκνον), ὅπου ἐπεξηγεῖται ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ὅταν δέχεται αἱρετικοὺς μετὰ ἀπὸ Λίβελλο μετανοίας, ἔχει τὴ χάρη νὰ «ζωοποιῇ» τὰ μυστήρια ποὺ τελέσθηκαν ἐκτὸς αὐτῆς (τὰ ὁποῖα θεωροῦνται «νεκρὰ» ὅσο ὁ τελετουργὸς εἶναι στὴν αἵρεση), καθιστώντας τα ἐνεργὰ μὲ τὴν ἐπιστροφὴ στὴν Ὀρθοδοξία.
Ἡ φράση αὐτή ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ οἰκονομία δὲν εἶναι ἁπλῶς μία «παραχώρηση», ἀλλὰ μία ἐνεργὸς πράξη τῆς Ἐκκλησίας ποὺ θεραπεύει τὴν ἐλλειμματικότητα τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν κατὰ τὴν ἐπανένταξή τους.
Εἶναι ἡ βασικὴ θεολογικὴ δικαιολόγηση διὰ τὸ πῶς ἡ Ἐκκλησία δέχεται χειροτονίες Μονοθελητῶν, Εἰκονομάχων ἢ ἄλλων αἱρετικῶν χωρὶς ἀναχειροτονία, ἐφόσον ὑπάρχει ἡ ὀρθὴ ὁμολογία πίστεως.
Τά παραδείγματα λοιπόν πού παρουσιάζονται ἀπό τούς "Κυπριανιστές" στά κείμενά τους περί δῆθεν "ἀκρίτων" αἱρετικῶν εἰκονομάχων, ὥστε νά δικαιολογηθῇ ἡ εἰσδοχή στήν Ἐκκλησία μέ τήν ἱερωσύνη τους, εἶναι ἐντελῶς ἀσύμβατα μέ τήν ἱστορική ἀλήθεια, καθώς οἱ χειροτονήσαντες ἦταν ἀναθεματισμένοι καί ἐκτός Ἐκκλησίας, καί ὄχι "ἄκριτοι" Συνοδικῶς, ὡς καταδείξαμε ἀνωτέρω.
Τό γενικό λοιπόν συμπέρασμα εἶναι, ὅτι οἱ Πατέρες οὐδέποτε ἀποδέχθησαν τά μυστήρια τῶν αἱρετικῶν ἐκείνων πού ἐπιθυμοῦσαν νά ἑνωθοῦν μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἴτε αὐτοί ἦταν κεκριμένοι προσωπικῶς, εἴτε ἀκόμη "ἄκριτοι", δίχως τήν ἐφαρμογή οἰκονομίας. Ὅταν λέμε κατ' ἀκρίβειαν εἰσδοχή αἱρετικῶν, ἐννοοῦμε ἐξ ἀρχῆς βαπτισμό καί χειροτονία, καί τίποτε ἄλλο! Εἶναι ἀδιανόητο νά μιλᾶμε διά κατ' ἀκρίβεια εἰσδοχή, ἐννοώντας τήν ἔνταξή τους στήν Ἐκκλησία, μέ χειροτονία πού τελέσθηκε ἀπό αἱρετικό, δίνοντας οὕτω σέ αὐτήν ἔγκυρη μυστηριακή ὑπόσταση. Πουθενά σέ ὅλη τήν ἐκκλησιαστική γραμματεία δέν θά συναντήσωμε αὐτόν τόν συλλογιστικό διαχωρισμό μεταξύ "ἀκρίτων" καί "κεκριμένων", βάσει τοῦ ὁποίου νά στηρίζεται ἡ κατ' ἀκρίβεια ἀποδοχή τῶν αἱρετικῶν.
Οἱ προβαλλόμενοι ὡς "ἄκριτοι", ἐφ' ὅσον ἀκολουθοῦν κατακεκριμένη αἵρεση, ἤδη φέρουν στούς ὤμους τους τήν Ἀπόφαση τῆς Συνόδου πού κατεδίκασε τήν αἵρεση, ἔστω καί ἄν οἱ ἴδιοι προσωπικά δέν ὑποβλήθηκαν σέ αὐτήν τόν καιρό πού ἐξεδόθη, ἀλλ' ὑστέρως, καθότι τά ἐκτοξευόμενα κατά τῶν αἱρετικῶν Ἀναθέματα δέν ἀφοροῦσαν μόνον τούς τότε αἱρετικούς, ἀλλά περιελάμβαναν καί ὅσους ἀκολουθήσουν στό μέλλον τίς καταδικασμένες ἐκεῖνες κακόδοξες διδασκαλίες[89]. Διό καί ἀπολαμβάνουν τίς ἴδιες συνέπειες μέ ἐκεῖνες τῶν πρωτεργατῶν καί διδασκάλων τῆς αἱρέσεως, δηλαδή τήν ἀποβολή ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τῆς διακοπῆς ἀπό τήν Ἀποστολική Διαδοχή[90].
Κάθε ἀντίθετη ἄποψη βασίζεται σέ παρερμηνεῖες ἤ καί σέ ἐσκεμμένες παραποιήσεις, πού σκοπό ἔχουν τήν ἐξαγωγή στοχευμένων συμπερασμάτων, πού συντρέχουν καί ἐπικουροῦν τούς πονηρούς σκοπούς τῶν Οἰκουμενιστῶν.
Εἶναι τά μυστήρια τῶν κατακεκριμένων αἱρετικῶν τελείως ἀνυπόστατα;
Ἔνιοι τῶν συγχρόνων Θεολόγων ἐνῷ χαρακτηρίζουν τά ὑπό αἱρετικῶν τελούμενα μυστήρια ὡς ἄκυρα, ἐν τούτοις θεωροῦν αὐτά ὄχι ὡς ἐντελῶς ἀνυπόστατα, δηλαδή ἀνύπαρκτα, ἀλλ' ἁπλῶς ὡς ἀτελῆ!
Ἡ προσπάθεια διά νά στηριχθῇ ἡ γνώμη τους αὐτή περί ἀκύρων μέν, ἀλλά ἀτελῶν (ὑποστατικῶν στήν πραγματικότητα) μυστηρίων τελουμένων ὑπό αἱρετικῶν, βασίζεται σέ τρεῖς κυρίως πιθανότητες.
Ἡ πρώτη, θεωρεῖ πώς καί μόνον ἡ ἐπίκληση τῶν θείων ὀνομάτων καί ἡ πίστη τοῦ τελοῦντος, πού ἐνεργεῖ τό μυστήριο, εἶναι ἱκανή νά δώσῃ κάποια ὑπόσταση σέ αὐτό, ἀλλά ὄχι ὅμως τήν τελειότητα καί ἀρτιότητα ἑνός μυστηρίου τελουμένου ὑπό κανονικοῦ ἱερέως, ἐντός πάντοτε τῶν ὁρίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἡ δεύτερη γνώμη ὑποστηρίζει πώς, οἱ αἱρετικοί πού ἔφυγαν ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἄν καί κατεκρίθησαν Συνοδικῶς, διατηροῦν ἕναν ἐλάχιστο δεσμό μετ' Αὐτῆς, ὡς κατάλοιπο τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, ἐπάνω στόν ὁποῖο βασίζουν καί τήν μερική ἰσχύ τῶν μυστηρίων τους, ἀναπληροῦντες τήν ἀτέλειά τους διά τῆς ἐπανεντάξεώς τους στήν Καθολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία καί ἀναζωογονεῖ ἐξ ἀρχῆς τά μυστήριά τους, ὡς ταμειοῦχος τῆς θείας Χάριτος.
Ἡ τρίτη, ἀφορᾷ τήν γνωστή δοξασία τῆς ἀνεξαλείπτου ἱερωσύνης, πού θεωρεῖ αὐτήν, ὡς μηδέποτε δυναμένη νά ἀπογνυμνωθῇ ἀπό τόν φορέα αὐτῆς, ἀκόμη καί μετά ἀπό τήν καθαίρεση καί Συνοδική καταδίκη. Τοῦτο ἔχει βεβαίως καί ὡς συνέπεια, τήν ἀκατάπαυστη συνέχεια μιᾶς "ἀνεξάλειπτης" ἐπίσης Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, πού μεταδίδεται διά τῶν χειροτονιῶν. Ἡ δοξασία αὐτή δέν βλέπει τήν ἱερωσύνη αὐτή ὡς ἀτελῆ, ἀλλά ὡς ἰσχυρή καί τέλεια, ἀνενεργή καί ἐπισχομένη ὅμως στήν πράξη[91].
Καί στίς δύο πρῶτες περιπτώσεις ἀπ' ὅτι βλέπουμε, προϋπόθεση ἀπαραίτητη εἶναι ὅτι, διά νά γίνῃ δεκτό κάποιο μυστήριο ἐκτός Ἐκκλησίας τελεσθέν, εἶναι ἀναγκαῖο νά ὑπάρχει κάποιο μυστηριακό ὑπόβαθρο, πού ὅταν θά συμπληρωθοῦν οἱ ἐλλείψεις του, θά καταστῇ ὁλοκληρωμένο καί τέλειο. Σέ περίπτωση πού ἡ Ἐκκλησία ἀδυνατεῖ νά ἐντοπίσῃ στά πρός ἀναγνώριση μυστήρια τῶν αἱρετικῶν τοιαύτη προϋπόθεση, τότε καί μόνον, ἡ ἐφαρμογή τῆς οἰκονομίας εἶναι ἀνέφικτη καί ἀπαιτεῖται ἡ ἐξ ἀρχῆς ἐπανάληψή τους.
Στήν τρίτη ὅμως περίπτωση παρατηρεῖται κάποια ἀναγκαιότητα πού στήν πραγματικότητα ἐξαναγκάζει τήν Θ. Χάρη νά ἐνεργῇ καί νά τελειώνῃ τά τελούμενα μυστήρια, ἀνεξαρτήτως ἐλλείψεως τῶν ἀπαιτουμένων ἐκείνων προϋποθέσεων πού κατά τήν ἐκκλησιαστική παράδοση θεωροῦνται ἀπαραίτητες.
Περιττό βεβαίως νά ἀναφέρωμε ὅτι, καί οἱ τρεῖς ἀνωτέρω γνῶμες εἶναι παντελῶς ἀβάσιμες καί ἀμάρτυρες μέσα ἀπό τήν ἁγιοπατερική γραμματεία!
α'. Ἡ ἐπίκληση τῶν θείων ὀνομάτων.
Ἡ πρώτη ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀπόψεων, στηρίζεται κυρίως σέ ἁγιογραφικά χωρία, ὅπου γίνεται ἀναφορά περί τινῶν ἀτόμων πού ἔγιναν ὄργανα τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ οἱ ἴδιοι δέν ἀνῆκαν στήν χορεία τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ.
Ἀναφερόμενοι λοιπόν, στήν Εὐαγγελική περικοπή παρουσιάζουν τόν Κύριο νά ἀποτρέπῃ τούς μαθητές Του, ὥστε νά μήν κωλύουν ἐκεῖνον τόν ἄρρενα πού ἔβγαζε δαιμόνια στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ[92]. Συμπεραίνουν ἐκ τούτου ὅτι ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου δέν μένει ἀνενεργή ὅταν γίνεται ἀκόμη καί ὑπό ἀναξίων ἤ μή ἐξ ὁλοκλήρου ἀνηκόντων σέ Αὐτόν[93]. Δλδ σέ ἑτεροδόξους! Ἐπίσης καί ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, κατά τόν ὁποῖον «οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ»[94], θεωροῦν ὅτι ἀποτελεῖ βεβαίωση τῶν λεγομένων τους, μή δυνάμενοι ὅμως νά ἀντιληφθοῦν ὅτι τό "οὐδείς δύναται" θά μποροῦσε συμπεριλαμβάνη ὄχι μόνον τούς "ἀκρίτους" αἱρετικούς, πού θέλουν αὐτοί, ἀλλά κάθε ἄλλον κατακεκριμένο αἱρετικό πού ἁπλῶς ἀναφέρει τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ μέ αὐτόν τόν σκοπό!
Ἡ ἐπίκληση τῶν θείων ὀνομάτων βεβαίως ἀποτελεῖ τό σημαντικώτερο στοιχεῖο στήν τέλεση ἑνός μυστηρίου. Δέν νοεῖται ἰσχυρό μυστήριο ἄνευ τῆς ἐπίκλησης αὐτῶν, διότι πάντα τά μυστήρια τελοῦνται στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί δή σέ αὐτό τοῦ Κ.Η.Ι.Χ., καθώς μόνον ὅταν ὁ ἱερέας ἐπικαλεσθῇ αὐτό κατέρχεται ἡ ζωοποιός Χάρις ἁγιάζοντάς το.
Ὁ τύπος τοῦ μυστηρίου δέν μπορεῖ ἀπό μόνος του νά δώσῃ ἰσχύ σέ αὐτό, ἔστω καί ἄν ἐκπληροῖ τίς ἁρμόζουσες προϋποθέσεις καί τήν ἀκρίβεια κατά τήν τέλεσή του, ἐκλειπούσης τῆς Χάριτος. Ἀναγκαῖο εἶναι, ὅπως θεωρηθῇ ἕνα μυστήριο καθ' ὅλα ὁλοκληρωμένο καί τέλειο, νά ἐκτελεσθῇ μέ τήν μεγαλύτερη ἀκρίβεια ὁ τύπος, συνεργούσης δέ ἀπαραιτήτως καί τῆς Θείας Χάριτος. Περιττόν νά ποῦμε, ὅτι τό τελούμενο μυστήριο ἀποκτᾷ κῦρος μόνον ὅταν τελεῖται ἐντός τῶν ὁρίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καμμία αἱρετική ἤ σχισματική ἐκκλησία μπορεῖ νά τελέσῃ ἔγκυρα μυστήρια, διότι αὐτό εἶναι μοναδικό προνόμιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τῆς μόνης ἐχούσης ἐκ τῶν ἄνωθεν τήν ἐξουσία νά δώσῃ κῦρος σέ αὐτό.
Δέν εἶναι ὅμως λίγοι αὐτοί πού πιστεύουν πώς ἡ τελείωση τῶν μυστηρίων εἶναι δυνατή καί ἐκτός τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, ἀρκεῖ νά ἐφαρμόζεται ἔστω καί ἕνα ἀπό τά δύο στοιχεῖα πού συντελοῦν σέ αὐτό· ὁ τύπος ἤ ἡ ἐπίκληση τῶν Ὀνομάτων.
Στούς χρόνους μάλιστα τῆς ἔριδας περί Ἀναβαπτισμοῦ, ὁ πρώην Πατριάρχης Καλλίνικος, ἐξέφρασε τήν γνώμη ὅτι ἕνα μυστήριο μπορεῖ νά τελειωθῇ ἀρκούμενο μόνο στίς ἐπικλήσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος. Θεωροῦσε πώς ἦταν ἀδιάφορο ἐάν αὐτός πού τελοῦσε τό μυστήριο τῆς βαπτίσεως ἦταν Ὀρθόδοξος ἤ αἱρετικός, καθώς ἐκεῖνο πού προεῖχε ἦταν ἡ ἀναφορά τῶν Ὀνομάτων. Σύμφωνα μέ τό σκεπτικό του λοιπόν, τά Θεῖα Ὀνόματα ἐνεργοῦν ἀδιακρίτως ἀπό μόνα τους πρός τελείωση τοῦ μυστηρίου, μή ἔχοντα ἀνάγκη κἄν τήν παρουσία οὐδενός ἐξωτερικοῦ τύπου[95].
Οὕτω λοιπόν, κατεγνωσμένες καί καταδικασμένες ἀπό ἑκατοντάδων ἐτῶν αἱρέσεις, εὑρίσκονται κάτοχοι καί ταμειοῦχοι τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, ἁπλῶς διότι κάνουν χρήσῃ τῶν αὐτῶν ὀνομάτων! Αὐτή ἦταν ἡ βάση τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ Καλλινίκου ἀπέναντι στόν τότε ἐν ἐνεργείᾳ Ὀρθόδοξο Πατριάρχη Κύριλλο (1756) πού ὀρθῶς διέταξε Συνοδικῶς τόν Ἀναβαπτισμό τῶν Λατίνων.
Τί λέγουν ὅμως οἱ Ἅγιοι Πατέρες οἱ ἑρμηνεύοντες θεοπνεύστως τίς Θεῖες Γραφές; Ἐνεργοῦν ἄραγε τά Θεῖα ὀνόματα ἀπό μόνα τους ἀναφερόμενα ὑπό στομάτων αἱρετικῶν καί τῶν ἐκτός Ἐκκλησίας λειτουργῶν, προσφέροντας τήν ἁγιαστική Χάριν πρός τελείωση τῶν μυστηρίων; Εἶναι σωτηριώδη, ὅταν τά ἐπικαλοῦνται ἀσεβεῖς καί βέβηλοι; Τό ἐρωτῶμεν, διότι, ἐάν δύνανται νά τελειώσουν ἕνα μυστήριο καί νά τό καταστήσουν ἰσχυρό, διατί νά μήν μποροῦν νά τό καταστήσουν καί σωτηριώδη διά ὅσους ἀσεβεῖς τό ἐπικαλοῦνται καί τό ἐπιζητοῦν;
Ὅπως ἀναφέραμε καί σέ ἄλλο μέρος τοῦ πονήματος, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, θεωρεῖ ἐντελῶς ἄτοπη τήν ὑπόθεση ὅτι ἡ ἐπίκληση τῶν Ὀνομάτων ὑπό τῶν ἀσεβῶν χαριτώνει τά μυστήρια: «Καί ἄλλων λοιπόν αἱρέσεων αἱ ὁποῖαι ἀναφέρουν μόνον τά ὀνόματα, ἀλλά δέν πιστεύουν ὀρθῶς, ὅπως ἔχει λεχθῆ, καί οὔτε ἔχουν σταθεράν πίστιν, τό βάπτισμα πού χορηγοῦν εἶναι ἀνώφελον, καθ' ὅσον ὑστερεῖ εἰς εὐσέβειαν, εἰς τρόπον ὥστε αὐτός πού ραντίζεται ἀπ' αὐτούς ρυπαίνεται μᾶλλον μέ ἀσέβειαν παρά λυτρώνεται»[96]. Καί «...παρά τό ὅτι διαβάζουν τάς Γραφάς, καί χρησιμοποιοῦν τά ὀνόματα, ἐμπαίζουν καί αὐτοί ὅσους δέχονται τά διδάγματά των, καί εἶναι περισσότερον ἀσεβέστεροι ἀπό τάς ἄλλας αἱρέσεις...»[97].
Παρόμοιο φρόνημα μέ τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο, συναντοῦμε καί στόν Ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ τίς παρ' αἱρετικῶν εὐχές παντελῶς ἀνωφελεῖς: «Καί ἐάν οἱ εὐχές τῆς λειτουργίας εἶναι τῶν Ὀρθοδόξων, τί σημασία ἔχει αὐτό, ἐάν γίνεται ἀπό αἱρετικούς; Γιατί δέν πιστεύουν ὅπως πίστευε ἐκεῖνος πού τίς συνέταξε, οὔτε καί πιστεύουν σ' αὐτά πού σημαίνουν οἱ λέξεις. Γιατί ὁλόκληρη ἡ λειτουργία ἐξυμνεῖ τήν πίστη, ὅτι ὁ Χριστός ἔγινε ἀληθινός ἄνθρωπος, ἐνῷ αὐτοί τό ἀρνοῦνται, ἄν καί τό λένε, ἐπειδή φρονοῦν νά μή ζωγραφίζεται αὐτός.
Εἶναι δηλαδή σάν νά λέει κάποιος, πιστεύω σέ Πατέρα καί Υἱό καί ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλά εἶναι μία ὑπόσταση μέ τρία ὀνόματα, πρᾶγμα πού εἶναι δόγμα τοῦ Σαβελλίου, ὁ ὁποῖος πίστευε ἀνόητα. Τί λοιπόν; Θά ποῦμε ὅτι αὐτός πίστευε σέ Τριάδα; Καθόλου, ἔστω καί ἄν τό λέει. Ἔτσι λοιπόν οὔτε ἐδῶ πιστεύει αὐτά πού λέει, ἔστω καί ἄν ἡ λειτουργία εἶναι ὀρθόδοξη, ἀλλά αὐτός φλυαρεῖ ἀνόητα, ἤ μᾶλλον ἐξυβρίζει παίζοντας τήν λειτουργία, γιατί καί οἱ γόητες καί οἱ ἐπαοιδοί χρησιμοποιοῦν θεϊκές ὠδές στίς δαιμονικές τελετές τους»[98].
Ὁ Ἅγιος ἐπίσης θεωρεῖ, ὄχι μόνον ἀνωφελῆ τήν χρήση τῶν θείων ὀνομάτων στήν ὑπό αἱρετικῶν τέλεση τῶν μυστηρίων, ἀλλά καί βέβηλη καί ἀπαγορευμένη! Διερωτᾶται σέ κάποια Ἐπιστολή του, πῶς εἶναι δυνατόν νά μποροῦμε νά ἀναφέρωμε τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ διά νά ἐπευλογοῦμε παράνομες καταστάσεις; Εἶναι ἐφικτό τό ἄκουσμα τοῦ Θείου Ὀνόματος καί μόνον, νά ἀμνηστεύσῃ τήν παρανομία; «...καί μαζί μ' αὐτά καί τήν μή χρησιμοποίηση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, γιά μάταια πράγματα, ἀλλά στήν τόσο παράνομη καί κακή πράξη, ἐννοῶ δηλαδή στήν στέψη τῶν μοιχῶν, τή χρησιμοποίηση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ καί τήν μετάληψη τῶν μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ, καί τή θεομαχία τοῦ στεφανώματος τοῦ μοιχουργοῦ διαβόλου καί τοῦ ὑπηρέτη του τήν ὀνόμασαν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, καλή καί σωτήρια διά τήν Ἐκκλησία»[99].
Ἐπισημαίνουμε ἐδῶ ὅτι ὁ Ἅγιος ἀνέφερε αὐτὰ ὄχι μόνον περὶ τῶν μυστηρίων ποὺ τελέσθηκαν ὑπὸ αἱρετικῶν (οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται ὑπὸ τῶν "Κυπριανιστῶν" ὡς "ἄκριτοι") ἐντὸς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ [περὶ ἐκείνων] ποὺ δὲν ἔλαβαν κἂν Συνοδικὴ κρίση, παρὰ μόνον διάγνωση τῆς ἀπόκλισης ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου!
Ὁποία ἀντίθεση ἀπόψεων καί διαφορά πίστεως!!!
Ἡ βασική λοιπόν ἀπαίτηση διά τήν δυνατότητα ὕπαρξης ὑπαρκτῶν μυστηρίων, ὅπως φρονοῦν, εἶναι ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, μέ τήν ὁποία, νομοτελειακῶς, δηλαδή ἀναγκαστικῶς, ὁ Χριστός παρίσταται σ' αὐτό. Ἄν καί ἡ παρουσία αὐτή λέγουν, εἶναι πραγματική, ἐν τούτοις δέν καθιστᾷ τό μυστήριο τέλειο, ἀλλά ἀτελές καί παραμορφωμένο, ἀναλόγως τόν βαθμό παρεκκλίσεως ἀπό τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
Βεβαίως ὅλα αὐτά εἶναι παρερμηνεῖες, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν βιασμός, ὄχι μόνον τῆς Ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας ἀλλά ἀκόμη καί τῆς ἁπλῆς λογικῆς, ἀφοῦ οἱ Πατέρες ἔχουν ἐντελῶς διαφορετική ἄποψη περί τῆς ὑποστάσεως τῶν μυστηρίων αὐτῶν.
Κρίνεται ἀδιανόητο νά πιστεύουν, πώς ἐκεῖ πού ἐνεργεῖ ὁ Κύριος τήν παρουσία Του τά ἀποτελέσματα εἶναι ἀτελῆ καί παραμορφωμένα! Καί μόνον μία τέτοια σκέψη ξεπερνᾷ τά ὅρια τῆς βλασφημίας.
Ἕνα μυστήριο στό ὁποῖο παρευρίσκεται ὁ Χριστός, δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι ἰσχυρό καί τέλειο κατά πάντα, καί ὄχι λίγο ἤ πολύ τέλειο!!! Τό μυστήριο δέν μποροῦμε νά τό ζυγίσωμε μέ τά δικά μας μέτρα καί σταθμά...∙ ἤ ἔχει ὑπόσταση, ἤ εἶναι ἀνυπόστατο, καθώς δέν δύναται νά ὑπάρχῃ μεσότητα ἤ κάποιου εἴδους ἀναλογία σέ αὐτό!
Οὕτω λοιπόν, ἐάν κάποιος αἱρετικός ἐπικαλεσθῇ, διά τήν τέλεση τῶν μυστηρίων του τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, αὐτό ὄχι μόνον δέν ἁγιάζεται καί ἐνεργεῖται, διά τῆς πραγματικῆς Αὐτοῦ παρουσίας, ἀλλά τοὐναντίον, τό μυστήριο αὐτό καθίσταται πηγή μολυσμοῦ καί ψυχικῆς ἀπώλειας, διά τόν τελοῦντα καί τούς μετέχοντας σέ αὐτό[100].
Κατά τόν Χρῆστο Ἀνδροῦτσο: «Οἱ ἱεροί κανόνες ἀγνοοῦσι μέν τήν ὀψιαιτέραν (μεταγενέστερη) ἀκριβῆ διάκρισιν τῆς ἀκύρου χειροτονίας ἀπό τῆς ἀνόμου», διό καί τῶν «αἱρετικῶν εὐλογίας ἐκδέχονται μᾶλλον ὡς ἀλογίας (Λαοδικ. Κ, 32)˙ οὕτω δέ βάπτισμα καί χειροτονίαν αἱρετικῶν ἐν γένει ἀποκηρύττοντες, καί "τούς παρά αἱρετικῶν βαπτισθέντας ἤ χειροτονηθέντας οὔτε πιστούς οὔτε κληρικούς" ἐκδεχόμενοι (Ἀποστ. Καν. 67, πρβλ. καί Καν. 46-7)»[101]. Στήν συνέχεια, ἐν τῷ ἰδίῳ τόπῳ παραθέτει μία παρατήρηση τοῦ Puller, πού συμπεραίνει ὅτι, «οἱ Ἀνατολικοί πατέρες κατά τό πλεῖστον διδάσκουσιν ὅτι τό τῶν αἱρετικῶν βάπτισμα εἶναι ἄκυρον, καί ἄν κατά τόν τύπον τελῆται ὀρθῶς˙ φρονοῦσι δέ ὅτι ἡ Ἐκκλησία δύναται ἀσκοῦσα ἰσχυρῶς τήν ἐξουσία αὐτῆς νά καταστήσῃ ἔγκυρον τό φύσει ἄκυρον˙ οὕτω δ' ὡς φαίνεται θεωρεῖ τό πρᾶγμα ἡ Ἀνατολική Ἐκκλησία μέχρι σήμερον»[102].
β'. Ἡ ἀνυπόστατος θεωρία περί τοῦ Θείου σπινθῆρα.
Τό δεύτερο ἐπιχείρημα εἶναι ἡ περί τοῦ διατηρηθέντος στά μυστήρια τῶν αἱρετικῶν θείου σπινθῆρα, μετά τήν ἀπομάκρυνσή τους ἀπό τήν Ἐκκλησία[103].
Ἡ ὕπαρξη ἔστω καί ἐλαχίστου θεϊκοῦ σπινθῆρα θά σήμαινε, ὅτι ὁ σύνδεσμος μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν Ἀποστολική Διαδοχή δέν κόπηκε ἐντελῶς καί οὕτως, ἔστω καί ἀμυδρά, ὑπάρχει ἀκόμη ἐλάχιστη σύνδεση μέ τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, παρά τά ἀναθέματα καί τίς καθαιρετικές πράξεις πού ἐπιβλήθηκαν στούς κατακεκριμένους αἱρετικούς.
Μέσα ὅμως ἀπ' αὐτήν τήν ὀπτική, ποῖο τό νόημα καί ἡ ἀξία τοῦ ἀναθέματος καί τῆς καθαιρέσεως, δηλαδή τῆς ἐπίσημης ἀποβολῆς καί ἐκκοπῆς ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τῆς ἀπογύμνωσης τῆς ἐνέργειας τῆς ἱερωσύνης, ἐάν συνεχίζει νά ὑπάρχει ἐνεργός δεσμός μετάδοσης τῶν ἀνωτέρω ἰδιοτήτων, ἔστω καί ἐλάχιστος;
Οὕτω δέ, οἱ λέξεις ἀνάθεμα καί καθαίρεση, εἶναι ὁρισμοί θεωρητικοί καί κενοῦ περιεχομένου, ἀφοῦ ἡ σημασία τους δέν ἀνταποκρίνεται ἐπί τῶν πραγμάτων. Ἐάν διά τοῦ ἀναθέματος ἀποβλήθηκαν τελείως ἀπό τήν Ἐκκλησία[104], ἀλλά διατηρεῖται ἀκόμη αὐτή ἡ γραμμή σχέσεως, ἄρα δέν ἀποκόπηκαν τελείως αὐτῆς, ἀλλά ἐν μέρει, παραμένοντες στήν οὐσία ἕνα κομμάτι της πού περιμένει νά ἑνωθῇ πλήρως ἐν τινι χρόνῳ!
Ἑπομένως καί ἐφ' ὅσον ἡ πράξη τοῦ ἀναθέματος ἀδυνατεῖ νά τούς ἀποκόψῃ ὁλοκληρωτικά ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τότε τί ἄλλο θά μποροῦσε νά σταθῇ ἱκανό, ὥστε νά ἐπιφέρῃ τοιαύτη διάσταση καί ῥήξη μετ' αὐτῶν;
Ἐάν πράγματι, μετά τόν ἀναθεματισμό καί τήν καθαίρεση τῶν αἱρετικῶν παρέμεινε ἔστω καί ἕνας θεῖος σπινθῆρας, στόν ὁποῖο καί θά στηριζόταν ἡ Ἐκκλησία ὡς θεμέλιο, διά νά τούς ἀποκαταστήσῃ, καί ἀναζωογονήσῃ τά μυστήριά τους, τότε πῶς συναντοῦμε τούς Κανόνες νά ὁμιλοῦν περί τῆς ἐξ ἀρχῆς χειροτονίας, στίς περιπτώσεις ὅπου οἱ συνθῆκες ἐπέβαλαν τήν ἐφαρμογή τῆς ἀκριβείας; Δέν θά ἔπρεπε οἱ Πατέρες γνωρίζοντας τήν ὕπαρξη τοιούτου σπινθῆρα καί τήν ὕπαρξη ἰχνῶν Διαδοχῆς, νά ἐξασκήσουν κατά κανόνα τήν οἰκονομία, παραβλέποντες τήν ἀκρίβεια, φοβούμενοι τήν ἀντικανονική καί κολάσιμη πράξη τῆς διπλῆς χειροτονίας;
Ἀντιθέτως σέ πολλές περιπτώσεις ἐπανεισδοχῆς αἱρετικῶν τῆς ἰδίας αἱρέσεως, παρατηρήθηκε τό φαινόμενο, σέ ἕναν τόπο νά τούς δέχονται οἰκονομικῶς, ὡς ἦταν μέ τίς ἤδη ὑπάρχουσες χειροτονίες τους, ἐνῷ ἀλλοῦ γινόταν δεκτοί μέ νέες χειροτονίες! Κραυγαλέα ἡ περίπτωση τῶν Δονατιστῶν στήν Βόρεια Ἀφρική, ὅπου ἀποκατεστάθησαν ὑπό τῆς Ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου[105], ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτῶν τόπῳ, χωρίς νέα χειροτονία, καταλαμβάνοντας μέ τά παλαιότερα ἀξιώματά τους τίς κενές θέσεις, ἐνῷ ἀντίθετα ἡ Ἐκκλησίας τῆς Παλαιάς Ρώμης, ἔκανε αὐτούς δεκτούς διά ἀναχειροτονίας!
Ἐρωτοῦμε λοιπόν, ἐάν ὄντως στά μυστήρια τῶν Δονατιστῶν ἐνυπῆρχε ὁ θεῖος σπινθῆρας καί ἡ ἐξ αὐτοῦ Ἀποστολική Διαδοχή, διατί ἐκρίθησαν διαφορετικά, στήν πρώτη ὡς οἰκονομητέα καί στήν δεύτερη κατ' ἀκρίβεια, ὡς ἀνυπόστατα καί ἀνοικονόμητα;
Ὁ ξη' Ἀποστολικός Κανόνας[106] ἐντέλλεται ὅτι δέν μποροῦμε νά ἀποδεχθοῦμε τό βάπτισμα καί τίς χειροτονίες τῶν αἱρετικῶν, καθώς οὔτε κληρικοί εἶναι οὔτε βαπτισμένοι, οὔτε κἄν πιστοί.
Σέ ἀντίθεση ὅμως μέ τήν ἐκκλησιαστική παράδοση οἱ νεόκοποι θεολόγοι, ἀναγνωρίζουν στούς αἱρετικούς τό ἀδιάρρηκτο τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, προφασιζόμενοι τόν φανταστικό θεῖο σπινθῆρα, ὑποπίπτοντες οὕτω στό κρῖμα τοῦ Ἀποστολικοῦ αὐτοῦ Κανόνος.
Παρατηροῦμε ἐπίσης, ὅτι πολλοί θεολόγοι πού ἀρνοῦνται μέν τήν διατήρηση τῆς ἀνεξιτήλου ἤ ἀνεξαλείπτου ἰδιότητας τῶν μυστηρίων, ἐν τούτοις, ἐναλλακτικῶς ἀποδέχονται τήν δοξασία τοῦ θείου σπινθῆρα, διά νά δικαιολογήσουν οὕτω τήν ὕπαρξη κοινοῦ σημείου μεταξύ ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν. Γνωρίζοντες καλῶς ὅτι τό ἀνεξίτηλο δέν μπορεῖ νά σταθῇ θεολογικῶς ἀπό πλευρᾶς ὀρθοδόξου, ἐπινόησαν τήν ἑτέρα αὐτήν δοξασία, ὡς συμβατή καί συνάμα ἀποδεκτή δῆθεν ἀπό τήν Ἐκκλησία. Οἱ δοξασίες ὅμως αὐτές ἀποτελοῦν μία πλάνη χειροτέρα τῆς ἄλλης, καθώς ἑκάστη στοχεύει νά δικαιολογήσῃ τήν ἱερωσύνη στούς αἱρετικούς˙ βάζοντας αὐτούς διά τοῦ παραθύρου... στά ἐντός τῆς Ἐκκλησίας ὅρια, χαρίζοντάς τους μία ἐπίπλαστη κοινή Ἀποστολική Διαδοχή.
Τεχνολογοῦντες μᾶλλον παρά θεολογοῦντες, παρουσιάζουν τά μυστήρια αὐτά, ὄχι τελείως ἀνυπόστατα ὅπως στήν πραγματικότητα εἶναι, ἀλλά ἁπλῶς, ὡς ἀντικανονικά καί ἀτελῆ, βασιζόμενοι ὡς διατείνονται στήν "νέα πράξη" τῆς Ἐκκλησίας[107]. Μέ αὐτόν βεβαίως τόν ἁπλουστευμένο τρόπο αἴρουν τό βασικώτερο ἐμπόδιο πού διεκώλυε τήν μέχρι τώρα ἕνωσή τους μέ τίς ἑτερόδοξες ψευδεκκλησίες, χαρίζοντάς τους οὕτω τήν ἀναγνώριση τῆς ἐκκλησιαστικῆς τους ὑπόστασης...
Δυστυχῶς ὅμως, παρά τήν ἐπιτηδευμένη διαλλακτικότητά τους, ἀπέτυχαν νά φέρουν τούς αἱρετικούς στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά μᾶλλον αὐτοί ἔγιναν προσήλυτοι αὐτῶν, ἔχοντες ἀπολέσει τήν ἰδιότητα τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανοῦ.
γ'. Ἡ προκαλούμενη σύγχυση ἐκ τῶν Κανονικῶν Ὅρων, "Ἄκυρον-Ἀνυπόστατον".
Εἶναι ἀναγκαῖο νά διευκρινίσωμε πώς, ὅταν ὀνομάζωμε ἕνα μυστήριο ὡς ἄκυρο, διά τοῦ ὅρου αὐτοῦ χαρακτηρίζονται δύο διαφορετικές καταστάσεις[108]. α) Ὅταν ἕνα μυστήριο τελεῖται παρά τήν γνώμη τοῦ Ἐπισκόπου, τό ὁποῖο εἶναι ὑπαρκτό, ἀλλά εὑρίσκεται ὑπό κρίση, διότι τοῦ λείπει τό κῦρος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι π.χ. μία ὑπερόριος χειροτονία. β) Ὅταν τελεῖται ἐκτός Ἐκκλησίας, ὑπό αἱρετικῶν ἤ σχισματικῶν ἤ καί καθῃρημένων καί εἶναι ἀνυπόστατο δλδ ἀνύπαρκτο.
Καί ἀπό τά δύο αὐτά μυστήρια λείπει τό κῦρος, ἀλλά μόνον τό δεύτερο μπορεῖ νά χαρακτηρισθῇ ὡς μή ὑπαρκτό, ἐνῷ τό πρῶτο ὡς ἀντικανονικό, δηλαδή τελεσθέν παρά τήν ἀκρίβεια τῶν Κανόνων.
Ἡ ἔννοια δηλαδή τοῦ ἀκύρου, ὅταν ἀναφέρεται διά τά ἐκτός Ἐκκλησίας μυστήρια σημαίνει τό ἀνυπόστατο, ἐνῷ διά τά ἐντός, τό ἀντικανονικό αὐτῶν[109]. Τά μυστήρια ὅμως τῶν καθῃρημένων, εἴτε ἐντός, εἴτε ἐκτός, θεωροῦνται ἐξίσου ἀνυπόστατα. Ἕνα μυστήριο λοιπόν, μπορεῖ νά χαρακτηρισθῇ μόνον ὡς ὑπαρκτό ἤ ἀνύπαρκτο, ὡς ὑποστατό ἤ ἀνυπόστατο, ἀλλά οὐδέποτε ὡς παραμορφωμένο!!!
Στά μυστήρια δέν ὑπάρχει μέση κατάσταση, οὔτε ἐνδιάμεσες ὑποκατηγορίες!
Ἐκ τούτου, ἀδυνατοῦμε νά κατανοήσωμε τήν σημασία τῶν νεόκοπων ὅρων, "ἀτελές" καί "παραμορφωμένο", σέ ἕνα μυστήριο, σέ ἀντίθεση μέ τούς ὑπό τῶν Κανόνων διατυπωμένους κατά παράδοση ὅρους, "ἄκυρο, ἔγκυρο, ἀνυπόστατο" κ. ἄ.. Σέ κανένα Κανόνα δέν θά βροῦμε αὐτοῦ τοῦ εἴδους τούς ὁρισμούς, καθότι εἶναι ἄγνωστοι καί παντελῶς ἀνύπαρκτοι, ὅσον ἀφορᾷ τά μυστήρια, ἐπειδή οἱ Πατέρες πού συνέταξαν τούς ἱερούς Κανόνες, ἀγνοοῦσαν κάποια κατάσταση μεσότητας στά ἐκτός Ἐκκλησίας μυστήρια, καθώς διελάμβαναν αὐτά ὡς μηδέποτε γενόμενα!
Πουθενά στό ἱερό Πηδάλιο, οὔτε στό Σύνταγμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ὅπου παρατίθενται οἱ σχολιασμοί καί οἱ ἑρμηνεῖες τῶν παλαιῶν κανονολόγων θά συναντήσωμε τίς διατυπώσεις αὐτές. Μόνο στούς μετά τό σχίσμα ἐπερχόμενους χρόνους, καθώς τότε εἰσέβαλαν στόν ὀρθόδοξο θεολογικό χῶρο, ἐπιφέροντες τήν τελεία σύγχυση καί παράνοια, μετατρέποντας τήν θεολογία σέ ἕνα ἄκαρπο στοχαστικό καί συλλογιστικό σύστημα, πού ἁρμόζει μᾶλλον στήν φιλοσοφία παρά στήν θεολογία!
Ἑπομένως καταλήγουμε στό συμπέρασμα ὅτι, τό κριτήριο τῆς ἀποδοχῆς τῶν ὑπό αἱρετικῶν μυστηρίων δέν εἶναι ἡ ὕπαρξη κάποιου λειψάνου Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, τό ὁποῖο καί θά χρησίμευε ὡς βάση καί θεμέλιο διά τήν περαιτέρω ἀποκατάστασή τους, ἀλλά τοιαύτη ἀποδοχή ἐφαρμόζεται μόνον διά τῆς χρήσης τῆς Οἰκονομίας.
Αὐτή εἶναι ἡ ὀρθή ἑρμηνεία τῶν Κανονικῶν Ὅρων πού προαναφέραμε, καί πού θεωροῦμε ὅτι ἀποτελεῖ βασικό ἐμπόδιο, τό ὁποῖο ποτέ δέν δύνανται νά ξεπεράσουν καί νά παραβλέψουν, χωρίς νά βρεθοῦν ἀπέναντι στήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας καί φυσικά ἐκτός τῶν ὁρίων Αὐτῆς.
Αὐτό βεβαίως εἶναι καί τό βασικό ἐμπόδιο, καί ὅσων ἄλλων ἔχουν ἀναλάβει ἐργολαβικά νά φέρουν σέ πέρας τήν ἀνόσια ἕνωση τῶν παρατάξεων τῶν Γ.Ο.Χ., μέ βάση τήν "Κυπριανιστική" ἐκκλησιολογία, ἀναγκαζόμενοι νά ἐφευρίσκουν ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐμπνεόμενοι, διάφορα σοφίσματα διά νά τό ξεπεράσουν, διαστρεβλώνοντες ἑκούσια τούς Πατέρες καί τίς Γραφές.
Ἡ ἀποκατάσταση διά Χειροθεσίας καί Λιβέλλου.
Ὅπως ἀναφέραμε ἀνωτέρω πολλοί θεολόγοι πρεσβεύουν ὅτι διά τήν δυνατότητα ἀποδοχῆς τῶν ὑπό αἱρετικῶν μυστηρίων, ἀρκεῖ κάποια προϋπάρχουσα βάση -ἕνα κατάλοιπο τῆς ἀρχικῆς διαδοχῆς- ἡ ὁποία θά χρησιμοποιηθῇ ὡς τό σημεῖο ἐκεῖνο, πού θά ἐνεργήσῃ ἡ Θεία Χάρις, ὥστε νά τά ἀποκαταστήσῃ ὡς πλήρως ἐνεργά μυστήρια.
Οὕτω λοιπόν, τό μυστήριο δέν λογίζεται ὡς ἐντελῶς ἀνυπόστατο, ἀλλ' ὡς ἐλλιπές ἤ ἀδρανές, διό καί ἡ χειροθεσία καί γενικώτερα ἡ ὅλη διαδικασία τῆς ἔνταξης δέν ἔχει θέση ὑποστατικῆς ἐνάρξεως τοῦ μυστηρίου, ἀλλά λειτουργεῖ ἁπλῶς ὡς ἀποκατάσταση καί ἐπαναφορά μιᾶς ἐλλιπούσης μυστηριακῆς καταστάσεως.
Ἡ πίστη ὅμως τῆς Ἐκκλησίας, ἀπηλλαγμένη ἀπό τόν Σχολαστικό αὐτό τρόπο σκέψης, ἐκλαμβάνει τά μυστήρια αὐτά ὡς μή ἔχοντα κανένα μυστηριακό ὑπόβαθρο, διό καί τά ἀποδέχεται ὡς ἀνυπόστατα, ἀσχέτως ἄν σέ πολλές περιπτώσεις δέν τελεῖ ἐξ ἀρχῆς κατά τήν ἀποδοχῆς τους τήν ἀκολουθία τῆς χειροτονίας. Ἡ χειροθεσία δέ πού ἐνίοτε χρησιμοποιεῖται εἶναι στήν οὐσία συγχωρητική εὐχή, σκοπό ἔχουσα τήν συγχώρεση τῶν μετανοούντων αἱρετικῶν, ἐν ὄψει τῆς ἐντάξεώς τους στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Διά πολλούς μάλιστα ἔχει τόν χαρακτῆρα καί τήν δυναμική τῆς χειροτονίας πρός ἀποκατάσταση τοῦ αἱρετικοῦ μυστηρίου, ἀλλά τοῦτο εἶναι κατά πολύ ἀμφίβολο. Ἕνεκα δέ τῆς ἀσάφειας αὐτῆς ἐμφανίσθηκαν περιπτώσεις πού οἱ χειροθετοῦντες ἐπίσκοποι προσέθεσαν στήν ἀνωτέρω συγχωρητική εὐχή καί εὐχές ἐκ τῆς ἀκολουθίας τῆς χειροτονίας, πρός κάλυψη τοῦ κενοῦ, ὅπως διασκεδασθοῦν οἱ ἀνωτέρω ἀμφιβολίες τῆς ἐγκυρότητας αὐτῶν. Τοῦτο ὅμως ἀποτελεῖ καινοτομία, καί σέ μερικές περιπτώσεις, ὅπου οἱ πρός ἀποκατάσταση χειροτονίες ἔχουν μόνο ἀντικανονικό χαρακτῆρα, καθώς ἔγιναν μέν παράνομα, ἀλλά μέσα στά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι τῆς αἵρεσης, ὁδηγεῖ στό κολάσιμο παράπτωμα τῆς ἀναχειροτονίας!
Ἕνας ἄλλος τρόπος ἀποδοχῆς τῶν αἱρετικῶν εἶναι καί αὐτός τῆς ἐπιδόσεως Λιβέλλου.
Εἶναι σαφές ὅτι, ἡ πρόσληψη τῶν αἱρετικῶν δέν εἶχε μόνον προσωπικό χαρακτῆρα, ἀλλά μαζί μέ αὐτούς ἐνίοτε γινόταν ἀποδεκτά καί τά γενόμενα ὑπ' αὐτῶν μυστήρια, ὅπως τό βάπτισμα καί ἡ ἱερωσύνη τους, ὅταν ἐπρόκειτο περί κληρικῶν.
Οἱ ἀνωτέρω θεολογοῦντες ἀδυνατοῦν νά ἐννοήσουν, πώς εἶναι δυνατόν ἕνα ἀνυπόστατο μυστήριο νά γίνῃ ὑποστατό, διά τῆς ἐπιδόσεως ἑνός καί μόνου ἐγγράφου, καθώς θεωροῦν ἀπαραίτητη τήν ὕπαρξη κάποιας πρότερης μυστηριακῆς βάσης στά μυστήριά τους.
Ὁ Λίβελλος βεβαίως δέν ἀποτελεῖ κάποια μυστηριακή πράξη ἀπό μόνος του, καθώς εἶναι ἁπλῶς ἡ ἐπίδοση ἑνός ἐγγράφου, στό ὁποῖο παρατίθεται ἡ ὁμολογία τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως τοῦ προσερχομένου καί ἡ ἀποκήρυξη τῆς αἱρέσεως. Ἀσφαλῶς ἡ ἱερωσύνη δέν ἀποκαθίσταται ἅμα τῆς ἐπιδόσεως τοῦ Λιβέλλου, ὡς ἐσφαλμένως νομίζουν τινές, οὔτε πιθανόν καί διά τῆς χειροθεσίας, πού ὁ χαρακτῆρας εἶναι διαφορετικός, ἀλλά προφανῶς κατά τό ἐπακολουθούμενο συλλείτουργο τῶν μετανοούντων αἱρετικῶν, μετά τῶν ἀποκαθιστώντων αὐτούς ὀρθοδόξων ἀρχιερέων. Οἱ πρώην αὐτοί αἱρετικοί δέν μποροῦν νά ἔχουν ἐνεργή τήν ἱερωσύνη τους μόνον μέ τήν ἐπίδοση τοῦ Λιβέλλου, χωρίς τήν τέλεση τῆς συλλειτουργίας.
Τοῦτο γίνεται φανερό καί ἀπό ἄλλες περιπτώσεις αἱρετικῶν πού ἐπέστρεφαν στήν Ἐκκλησία, ἀποδίδοντες Λιβέλλους, ἀλλά στήν συνέχεια ἀκολουθοῦσε ἀπαραιτήτως καί ἡ διαδικασία τῆς χειροθεσίας, καί στήν συνέχεια τό συλλείτουργο τῶν ἀρχιερέων˙ πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ ἀπόδοση τοῦ Λιβέλλου δέν ἐπαρκοῦσε διά τήν ἀποκατάσταση τῆς ἱερωσύνης τους. Ἡ σειρά δηλαδή εἶναι: Λίβελλος=Μετάνοια˙ Χειροθεσία[110] ἤ Ἐπίθεση τῶν χειρῶν=συγχώρεση καί Συλλείτουργο=ἀποκατάσταση ἱερωσύνης, κοινό Ποτήριον καί τελική ἔνταξη στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Γενικά ἡ Ἐκκλησία κατά καιρούς ἐφάρμοσε διαφορετικές στάσεις στό ζήτημα τοῦ τρόπου ἀποδοχῆς, ὅπως διευκολυνθῇ ὁ δρόμος ἐπιστροφῆς τους[111]. Ὁ Λίβελλος καί ἡ ἀποκήρυξη τῆς αἱρέσεως εἶναι τό πρῶτο βῆμα διά τήν ἔνταξη στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῷ τό τελειωτικό εἶναι ἡ μετάληψη τῶν θείων μυστηρίων, πού τούς ἑνώνει μέ αὐτό ὁλοκληρωτικά.
Ἐξ ὅλων αὐτῶν, καταρρίπτεται ὡς σαθρό τό ἐπιχείρημα ἐνίων ἐκ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς "δυνάμει καί ἐνεργείᾳ" θεωρίας καί τῶν παραφυάδων αὐτῆς, πού παραβλέπει τήν οὐσιώδη πράξη τοῦ συλλείτουργου, ὡς μέσον καί αἰτία ἀποκατάστασης τῆς ἱερωσύνης, ἑστιάζοντες ἀποκλειστικά στήν ἐπίδοση Λιβέλλου, πού δίδει τάχα τό δικαίωμα τῆς ἐπανέναρξης τῆς ἱερωσύνης, ἐκ τῆς ἀδρανοῦς λόγῳ τῆς ἐπισχέσεως καταστάσεως αὐτῆς!
Ἐπίλογος.
Ἡ παροῦσα μελέτη δὲν ἐπεδίωξε ἁπλῶς τὴν ἀνατομία μιᾶς ἐκκλησιολογικῆς πλάνης, ἀλλὰ τὴν ἐπαναφορά στὸν «κανόνα τῆς πίστεως», τὸν ὁποῖο παρέδωσαν οἱ Θεοφόροι Πατέρες. Ὁ «Κυπριανισμὸς», ὡς μία μορφὴ «ὀρθοδόξου» οἰκουμενισμοῦ, προσπάθησε νὰ σχετικοποιήσῃ τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, μετατρέποντας τὸ Μυστήριο σὲ νομικὴ διαδικασία καὶ τὴν αἵρεση σὲ μία ἁπλὴ «ἀσθένεια» χωρὶς συνέπειες γιὰ τὴ Θεία Χάρη.
Ὅπως ἀποδείχθηκε, ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ, καὶ ὡς ἐκ τούτου, εἶναι ἀδιανόητο νὰ θεωρεῖται ὅτι ἡ αἵρεση —ἡ ὁποία εἶναι πνευματικὸς θάνατος— μπορεῖ νὰ συνυπάρχῃ μὲ τὴ ζωοποιὸ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ «Ἀκρίβεια» τῶν Κανόνων δὲν εἶναι ἕνα ἀπολίθωμα τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ τὸ ζωντανὸ τείχισμα ποὺ προστατεύει τὴν ὀντολογικὴ ἑνότητα τῆς πίστεως.
Στοὺς ἀδελφοὺς κληρικοὺς ποὺ ἀγωνιοῦν διὰ τὴν ἀποκατάστασή τους καὶ αἰσθάνονται τὸ βάρος τῆς «ντροπῆς» ἢ τῆς «προσβολῆς» ἐνώπιον τῆς Χειροθεσίας καὶ τοῦ Λιβέλλου, ἡ Ἐκκλησία ἀπαντᾶ διὰ τοῦ στόματος τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: Ἡ ἀληθινὴ ἀρχοντιὰ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ γενναιότητα τῆς ὁμολογίας. Ἡ ταπείνωση τοῦ ἐγὼ ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἧττα, ἀλλὰ ἡ μεγίστη νίκη κατὰ τοῦ «ἀνθρωπαρέσκου» πνεύματος.
Ἡ ἐπιστροφὴ στὴν Ἀκρίβεια δὲν εἶναι δρόμος εὔκολος, εἶναι ὅμως ὁ μόνος ἀσφαλής. Ἄν ἡ Οἰκονομία χρησιμοποιεῖται διὰ νὰ καλύψῃ τὴν πνευματικὴ ὀλιγωρία, τότε παύει νὰ εἶναι φάρμακο καὶ γίνεται δηλητήριο. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ σήμερα σὲ μία «ἐν ἐπιγνώσει» ἑνότητα, ὅπου ἡ ἀλήθεια δὲν θυσιάζεται στὸν βωμὸ τῆς σκοπιμότητας.
Εἴθε ἡ παροῦσα ἀναίρεση νὰ ἀποτελέσῃ ἀφορμή πνευματικῆς ἀφυπνίσεως, ὥστε νὰ παραμείνουμε «ἑδραῖοι καὶ ἀμετακίνητοι» στὴν παρακαταθήκη τῶν Ἁγίων, προσμένοντας τὴν ἐν Χριστῷ δικαίωση καὶ ὄχι τὴν ἀνθρώπινη ἐπιβράβευση.
Περαίνοντες τό παρόν πόνημα ἔχοντας ὡς βάση τά ἀνωτέρω καταλήγουμε στά ἑξῆς συμπεράσματα:
α). Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὡς πρός τήν πίστη καθαρή καί ἀμόλυντος.
β). Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπό Ὀρθοδόξα μέλη καί σέ καμμία περίπτωση δέν εἶναι ἕνα μεῖγμα συγκροτούμενο ὑπό Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν!
γ). Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀπό τῆς συστάσεώς Της, θεωροῦσε τά ἐκτός Αὐτῆς γενόμενα μυστήρια ὄχι μόνον ὡς ἄκυρα, ἀλλά καί ἐντελῶς ἀνυπόστατα καί ἀνύπαρκτα.
δ). Οἱ κατά καιρούς γενόμενες εἰσδοχές τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν μαζί μέ τά μυστήριά τους, γινόταν πάντοτε κάτω ἀπό τήν διαδικασία τῆς οἰκονομίας καί οὐδέποτε κατ' ἀκρίβειαν.
ε). Βασικό κριτήριο διά τήν ἀποδοχή τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν, ὑπῆρξε πρωτίστως ἡ διατήρηση μιᾶς ἐξωτερικῆς τυπικῆς διαδοχῆς στίς χειροτονίες τους. Ἡ διαδοχή αὐτή, ἐφόσον ἀνάγεται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀποτελεῖ τήν βάση ἐπί τῆς ὁποίας θεμελιώνεται ἡ μυστηριακή τους ἀποκατάσταση.
στ). Ἡ ἐξωτερική αὐτή διαδοχή δέν προσδίδει κανένα κῦρος ἤ ἀξία στά μυστήριά τους ἐνόσῳ παραμένουν στήν αἵρεση∙ θεωρεῖται ὅμως ἀπαραίτητη διά τήν τήρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως. Μέ τόν τρόπο αὐτόν, ἡ εἴσοδός τους στήν Ἐκκλησία καθίσταται ἐλεγχόμενη, ὥστε νά μήν παρεισφρέουν εὐκόλως τυχοδιῶκτες ἐμφανιζόμενοι ὡς δῆθεν κληρικοί.
ζ). Οἱ δοξασίες συγχρόνων θεολόγων, περί ὑπαρκτῶν μυστηρίων στούς αἱρετικούς, ἀλλά παραμορφωμένων καί ἀτελῶν, εἶναι ἀπαράδεκτη καί ἀσυμβίβαστη μέ τήν πίστη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
η). Ἐπίσης, ἡ προσπάθεια ὑπό τῶν θεολογικῶν αὐτῶν κύκλων, νά δώσουν στά μυστήρια τῶν αἱρετικῶν, κάποια σημεῖα ζωῆς... θεωροῦντες ὅτι, ἐντός αὐτῶν παραμένει -ἀκόμη καί μετά τήν ἔξοδό τους ἀπό τήν Ἐκκλησία- κάποιος θεῖος σπινθῆρας, ἤ ὅτι, τάχα τά θεῖα λόγια πού ἐκφωνήθηκαν κατά τήν τέλεσή τους, ἐνήργησαν ἔστω καί ὀλίγο ἐπ' αὐτῶν, δίνοντάς τα ἐλάχιστο τινά βαθμό ὑποστάσεως (!!!), εἶναι γεννήματα τῆς φαντασίας τους καί παντελῶς ἀμάρτυρα ἀπό τίς ἱερές Γραφές καί τούς Πατέρες.
θ). Ἐπιπλέον, ἐξίσου ἀπαράδεκτη εἶναι καί ἡ ἐπίκληση τῆς δοξασίας περί τοῦ ἀνεξαλείπτου τῆς ἱερωσύνης, καθώς ξεπερνᾷ τά ὅρια τῆς κακοδοξίας˙ γέννημα τῶν παπικῶν Σχολαστικῶν θεολόγων, τῶν μετά τοῦ σχίσματος χρόνων.
ι). Ὡς ἐκ τούτου, ἡ Ἐκκλησία δέν διορθώνει, δέν τελειοποιεῖ, οὔτε ἀναζωογονεῖ τά μυστήρια τῶν αἱρετικῶν, ἀλλά τά ἀποδέχεται ὡς ἀνυπόστατα καί τά προδίδει ἐκ τοῦ μηδενός ὑπόσταση, ὡς ταμειοῦχος τῆς Θείας Χάριτος.
ια). Ὁ Κανονικός ὁρισμός περί "ἀκύρων" μυστηρίων, ἀποκτᾷ διαφορετικές σημασίες ἀναλόγως τίς περιστάσεις πού ἐφαρμόζεται. Ἔτσι, κάποιες φορές ἔχει τήν σημασία τοῦ ἐντελῶς ἀνυποστάτου καί ἀνυπάρκτου μυστηρίου, καί ἄλλες τοῦ ἀκύρου μέν, ἀλλά ὑπαρκτοῦ καί κατά πάντα ἰσχυροῦ, καθώς ἡ ἀκυρότητα αὐτή ἑστιάζει στό Κανονικῶς ἄδεκτο, λόγῳ τῆς παράνομης τελέσεώς του.
ιβ). Ἕνα μυστήριο, ἤ εἶναι τέλειο καί ὑποστατό, ἤ ἐντελῶς ἀνυπόστατο καί ἀνύπαρκτο˙ δέν μπορεῖ νά ὑπάρχῃ κάποια μεσότητα, ὅσον ἀφορᾷ τήν ὑπόστασή του.
ιγ). Ἡ θέση τινων θεολογούντων, περί τῶν ἐν "δυνάμει" καί "ἐνεργείᾳ" αἱρετικῶν, εἶναι τελείως ἄγνωστη ἀπό πλευρᾶς Κανονικῆς καί θεολογικῆς, καθώς εἶναι καί αὐτή δημιούργημα τῆς ἐπίδρασης τοῦ Σχολαστικισμοῦ.
ιδ). Ἡ τάξη καί πρακτική αὐτή τῆς Ἐκκλησίας, διατηρήθηκε μέχρι καί τό σχίσμα τοῦ 1054, καθώς ἀργότερα πλεῖστοι ἐκ τῶν θεολόγων τῆς Ἀνατολῆς, ἐπηρεαζόμενοι σέ μεγάλο βαθμό ἀπό τήν Δυτική Σχολαστική θεολογία, συμπαρέσυραν, σύμφωνα μέ τό πνεῦμα της, καί πολλές ἀπό τίς κατά καιρούς γενόμενες Συνοδικές Ἀποφάσεις.
ιε). Μετά τό σχίσμα τῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ περισσότερες Συνοδικές Ἀποφάσεις τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, καί συγκεκριμένα αὐτές πού ἀφοροῦν τήν πολιτική της μέ τούς αἱρετικούς τῆς Δύσεως, εἶναι ἀμφιλεγόμενες ὡς πρός τήν συμφωνία μέ τό πνεῦμα καί τήν πίστη τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, καθώς εἶναι διαποτισμένες ἀπό τόν θεολογικό τρόπο σκέψης τῆς Δύσεως, ὡς καί διά λόγους διπλωματίας ἕνεκα τῶν συγκυριῶν!
ιστ). Ἡ πλειοψηφία τῶν θεολόγων τῆς Ἀνατολῆς, μετά τό σχίσμα καί κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, λάμβαναν τίς θεολογικές γνώσεις σπουδάζοντες σέ παπικές καί προτεσταντικές θεολογικές σχολές στήν Δύση, γενόμενοι οὕτω φορεῖς τοῦ πεπλανημένου πνεύματός τους.
ιζ). Κύριος φορέας τῆς γνήσιας Ὀρθοδόξου διδασκαλίας, ὡς ἐπί τῶν πλείστων, παρέμεινε ὁ κατώτερος κλῆρος καί μικρό μέρος τῆς ἱεραρχίας, ἀλλά καί τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ.
ιστ). Κανείς ἐκ τῶν ὀρθοδόξων δέν εἶναι ὑποχρεωμένος νά ἀποδέχεται θεολογικές θέσεις, πού εἶναι ἀντίθετες μέ αὐτές τῶν Πατέρων καί τῆς Ἐκκλησίας, ἔστω καί ἄν μερικές φορές περιβάλλονται μέ τόν μανδύα τῆς Κανονικότητας καί τῶν Συνοδικῶν Ἀποφάσεων.
ιη). Ὅσοι λοιπόν, ἀσυζητητί καί ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ, ἀποδέχονται Ἀποφάσεις, πού βασίζονται σέ ἀμφιλεγόμενες καί ἀσύμβατες μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη καί θεολογία θέσεις -παρανομοῦντες μᾶλλον παρά οἰκονομοῦντες-, κινδυνεύουν νά βρεθοῦν ὄχι μόνον ἐκτεθειμένοι ἀπέναντι στούς οἰκονομούμενους, διά τό ἀνωφελές τῆς οἰκονομίας πού ἐφαρμόζουν, ἀλλά καί ὑπόλογοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τήν ἡμέρα τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν πράξεών τους, διά τήν ἐπιδεικνυομένη αὐτή μωρία καί κουφότητά τους!!!
Ἐξ ὅλων ὅσων ἀναφέραμε, καταλήγουμε στό ἀσφαλές συμπέρασμα ὅτι, οἱ ὀπαδοί τῆς δοξασίας τοῦ λεγομένου "Κυπριανισμοῦ", ἐμπίπτουν στό κατάκριμα τῶν ΜΣΤ' καί ΜΖ' Ἀποστολικῶν Κανόνων[112], καθώς ἀποδέχονται πραγματικά ἁγιαστικά μυστήρια μέσα στήν αἵρεση καί ἐξω τῆς Ἐκκλησίας, κηρύττοντες οὕτως ἀπροκάλυπτα τόν Οἰκουμενισμό!
Ὁ νοῶν νοείτω...
Αὐτά ἐν τέλει εἶναι τά γενικά συμπεράσματα περί τῆς κακοδοξίας τοῦ "Κυπριανισμοῦ".
Ἐμεῖς δέ ἄς ἀκολουθοῦμε πιστά τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, βαδίζοντες σέ ἀσφαλῆ δρόμο ἀπορρίπτοντες ὅλες ἐκεῖνες οἱ πεπλανημένες δοξασίες πού ὑποστηρίζουν οἱ ὀπαδοί τοῦ "Κυπριανισμοῦ" καί τοῦ "δυνάμει καί ἐνεργείᾳ", οἵτινες ἐφευρίσκουν νέους Κανόνες καί παράλογες ἐκκλησιολογίες, εἰσάγοντες αὐτές ὡς μή ὤφειλε μέσα στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, νοθεύοντας τήν γνησία καί ἀπλανῆ πίστη Της!
Πίνακας περιεχομένων
Ἡ ἐπίδραση τοῦ Σχολαστικισμοῦ στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία.
Περαιτέρω ἔλεγχος τῶν πλανῶν τῆς Πραγματείας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Βασιλείου.
Παντελής ἡ ἀφαίρεση τῆς ἱερωσύνης.
Λαϊκός καί χωρίς εὐλογία ὁ καθῃρημένος.
Εἰς τόπον μετά τῶν λαϊκῶν ὁ καθῃρημένος κληρικός.
Περί τῶν γενομένων καθαιρέσεων τῶν "χειροτονουμένων" ὑπό καθῃρημένων .
Ἡ αὐτόματη ἀπώλεια τῆς Θείας Χάριτος καί ἡ περί "δυνάμει καί ἐνεργείᾳ" αἱρετικῶν θεωρία.
Ἡ ἰσχύς τῶν ὑπό ἀκρίτων αἱρετικῶν Κανονικῶν Πράξεων.
Ἡ σύμφωνη μέ τούς Ἱερούς Κανόνες ἀποκατάσταση τῶν συγχρόνων Ἀποτειχισμένων.
Εἶναι τά μυστήρια τῶν κατακεκριμένων αἱρετικῶν οἰκονομητέα;
Εἶναι τά μυστήρια τῶν κατακεκριμένων αἱρετικῶν τελείως ἀνυπόστατα;
α. Ἡ ἐπίκληση τῶν θείων ὀνομάτων.
β. Ἡ θεωρία περί τοῦ Θείου σπινθῆρα.
γ. Ἡ προκαλούμενη σύγχυση ἐκ τῶν Κανονικῶν ὅρων, "Ἄκυρον-Ἀνυπόστατον".
Ἡ ἀποκατάσταση διά Χειροθεσίας καί Λιβέλλου.
[1] Οἱ κακόδοξες δοξασίες τοῦ ἐπισκόπου Κυπριανοῦ εἶναι διατυπωμένες ὡς ὁμολογία πίστεως στό ἔντυπο μέ τίτλο "Αἱ ἐκκλησιολογικαί θέσεις μας", ἀλλά καί σέ πλεῖστα ἄλλα κείμενα πού κατά καιρούς διασπείρουν οἱ ὀπαδοί του, στά ὁποία καί θά ἐπιχειρήσωμε ἐν συντόμῳ νά ἀπαντήσωμε.
[2] Ἡ λατινική φράση «ex opere operato» σημαῖνει «ἀπό τό ἴδιο τό γεγονός τῆς πράξης» καί ὑποδηλώνει ὅτι ἡ ἐγκυρότητα ἑνός καθολικοῦ μυστηρίου δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἱερότητα τοῦ λειτουργοῦ, ἀλλά ἀπό τήν ἴδια τήν ἐκτέλεσή του. Ἡ ἀποτελεσματικότητα τοῦ μυστηρίου πηγάζει ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἀπό τήν ἴδια τήν πράξη, ὄχι ἀπό τήν πρόθεση ἤ τό ἄτομο πού τήν τελεῖ.
[3] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, PG, 68, σελ. 644. «Τουτὶ γὰρ, οἶμαι, ἔστι τὸ ἀνακαίεσθαι τοὺς λύχνους ἀπὸ ἑσπέρας ἕως πρωΐ. Σκοτίαν δὲ οἶμαι τὴν ἐκ διαβόλου πλάνησιν, καὶ νοητὴν ὥσπερ τινὰ νύκτα κατὰ νοῦν ἀνθρώποις συμβαίνουσαν, τὰ τῶν ἀνοσίων αἱρετικῶν ἀφεγγῆ τε καὶ ἀμυδρὰ μυθάρια. Διηνεκὲς οὖν ἄρα καὶ ἀκατάληκτον τοῦ Σωτῆρος τὸ φῶς ὁρῷτο ἂν ἐν Ἐκκλησίαις, διερμηνευόντων ὀρθῶς τὰ θεῖά τε καὶ εὐαγγελικὰ κηρύγματα τῶν ἐν αὐταῖς διδασκάλων. Καθαρὸν δὲ τὸ ἔλαιον· τρυγὸς γὰρ ὥσπερ καὶ ῥύπου παντὸς ἀπήλλακται παντελῶς ὁ περί γε τῶν θείων δογμάτων ὀρθός τε καὶ ἀληθὴς καὶ ἀμιγὴς τοῦ χείρονος λόγος, ὃς ἀεὶ τοῦ Σωτῆρος ἐγείρει τὸν φωτισμὸν, οὐκ αὐτὸς οἴκοθέν τι προστιθεὶς εἰς λαμπρότητα τῷ Χριστῷ (κομιδῇ γὰρ εὔηθες τὸ ἀνθρώπου δεῖσθαι νομίζειν αὐτὸν), ἀλλ' ὅτι φῶς τὸ ἀληθινὸν καὶ ἀπαύγασμα τοῦ Πατρὸς ὑπάρχων ὁ Χριστὸς, τοῖς εἰς ὀρθότητα τῶν διδασκάλων λόγοις, τοῦθ' ὅπερ ἐστὶν ἀληθῶς, ταῖς τῶν πιστευόντων διανοίαις φαίνεται». Μτφρ. «Διότι αὐτό πιστεύω ὅτι σημαίνει τό νά ἀνάβουν τά λυχνάρια ἀπό τό βράδυ μέχρι τό πρωί. Ὡς "σκοτάδι" θεωρῶ τήν πλάνη πού προέρχεται ἀπό τόν διάβολο καί μιά νοητή νύχτα πού συμβαίνει στόν νοῦ τῶν ἀνθρώπων, δηλαδή τά σκοτεινά καί ἀμυδρά παραμύθια τῶν ἀνόσιων αἱρετικῶν. Τό φῶς τοῦ Σωτῆρα, λοιπόν, θά μποροῦσε νά παραμένῃ διαρκές καί ἀσταμάτητο μέσα στίς Ἐκκλησίες, ὅταν οἱ διδάσκαλοι πού βρίσκονται σέ αὐτές ἑρμηνεύουν σωστά τά θεῖα καί εὐαγγελικά κηρύγματα. Τό δέ λάδι εἶναι καθαρό· διότι, ὅπως τό λάδι εἶναι ἀπαλλαγμένο ἐντελῶς ἀπό ὑπολείμματα καί κάθε ἀκαθαρσία, ἔτσι εἶναι καί ὁ ὀρθός, ἀληθινός καί καθαρός ἀπό κάθε κατώτερο στοιχεῖο λόγος σχετικά μέ τά θεῖα δόγματα. Αὐτός ὁ λόγος ἀναζωπυρώνει πάντοτε τόν φωτισμό τοῦ Σωτῆρα, ὄχι ἐπειδή προσθέτει ἀπό μόνος του κάποια λαμπρότητα στόν Χριστό (διότι θά ἦταν ἐντελῶς ἀνόητο νά νομίζῃ κανείς ὅτι Ἐκεῖνος ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἄνθρωπο), ἀλλά ἐπειδή ὁ Χριστός, ἐπειδή ἀκριβῶς εἶναι τό ἀληθινό φῶς καί τό ἀπαύγασμα τοῦ Πατρός, φανερώνεται στίς διάνοιες τῶν πιστῶν ὡς αὐτό πού πραγματικά εἶναι, μέσα ἀπό τούς λόγους τῶν διδασκάλων πού διακρίνονται γιά τήν ὀρθότητά τους».
[4] Μ. Ἀθανασίου, Ἱστορία Ἀρειανῶν, PG, 25, σελ. 697. «πάντες γοῦν οἱ παρ' αὐτοῖς μεστοὶ ῥύπου τυγχάνουσι καὶ οἱ παρ' αὐτοῖς κατάσκοποι, οὐ γὰρ ἐπίσκοποι, μᾶλλόν εἰσι πάντων ῥυπαρώτεροι. καὶ εἴ τις παρ' αὐτοῖς ἐπίσκοπος θέλει γενέσθαι, οὐκ ἀκούει· παρ' αὐτοῖς ἐπίσκοπος θέλει γενέσθαι, οὐκ ἀκούει· "δεῖ τὸν ἐπίσκοπον ἀνεπίληπτον εἶναι"». Μτφρ. «Ὅλοι, λοιπόν, ὅσοι βρίσκονται ἀνάμεσά τους (στούς αἱρετικούς) εἶναι γεμᾶτοι ἀκαθαρσία, καί οἱ δικοί τους κατάσκοποι —γιατί δέν εἶναι ἐπίσκοποι— εἶναι οἱ πιό ἀκάθαρτοι ἀπό ὅλους. Καί ἄν κάποιος ἀνάμεσά τους θέλει νά γίνει ἐπίσκοπος, δέν δίνει σημασία (ἤ δέν ἐφαρμόζει) τήν ἐντολή πού λέει: "πρέπει ὁ ἐπίσκοπος νά εἶναι ἄμεμπτος"».
[5] Ἰωσήφ Καλοθέτου, Συγγράμματα, Δημ. Τσάμη, 1980, σελ. 295-296.
[6] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Περί τῶν Ἁγίων καί σεπτῶν Εἰκόνων, PG, σελ. 345. Μτφρ. «Διότι τίποτα μέσα στήν καθολική Ἐκκλησία δέν εἶναι διεστραμμένο (δόλιο) οὖτε περίπλοκο καί σκοτεινό. "Διότι ὅλα εἶναι ξεκάθαρα (εὐθεῖα) γιά ἐκείνους πού κατανοοῦν, καί ὀρθά γιά ὅσους βρίσκουν τήν ἀληθινή γνώση. Διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁλόκληρη καλή (πανέμορφη), ὅπως ἔχει εἰπωθεῖ, καί δέν ὑπάρχει πάνω της κανένα ψεγάδι"».
[7] ΡΠΣ, τόμ. 5, σελ. 10. Μτφρ. «Σέ ὅσους τολμοῦν νά λένε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν διατηρεῖ καθαρή καί ἀμόλυντη τήν ἁγιότητά της, ἀλλά ὅτι δῆθεν μολύνθηκε ἐξαιτίας τῆς ἕνωσης τῶν τέκνων της πού ἔγινε μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ —τά ὁποῖα τέκνα εἶχε χωρίσει τό σκάνδαλο πού εἶχε προηγηθεῖ, ἀλλά τά ἕνωσε ξανά ἡ ἀπό κοινοῦ ἀπόρριψη καί ἀποκήρυξη αὐτοῦ τοῦ σκανδάλου— ἄς εἶναι ἀνάθεμα».
[8] Περί τοῦ "Κυπριανισμοῦ", Μέ ἀφορμή ἕνα κείμενο τῆς RTOC). https://krufo-sxoleio.blogspot.com/2017/04/blog-post_13.html
[9] PG, 32, σελ. 545. Μτφρ. «Εἴτε δηλαδή θά θεραπεύσουν τήν κρυφή νόσο πού ἔχουν μέσα τους, εἴτε, ἄν τήν συγκαλύπτουν βαθιά μέσα τους, θά σηκώσουν οἱ ἴδιοι τήν εὐθύνη (τό κρῖμα) τῆς ἐξαπάτησης...».
[10] Αὐτόθι, σελ. 753. Μτφρ. «Ἀλλά ἄν κάποιους, πού προέρχονταν ἀπό ἐκεῖνον τόν (αἱρετικό) δάσκαλο, τούς δεχθήκαμε σέ ἐκκλησιαστική κοινωνία ἐπειδή ἔκρυβαν τήν νόσο πού εἶχαν στά βάθη τους καί ἔλεγαν λόγια εὐσεβῆ ἤ τοὐλάχιστον δέν ἐναντιώνονταν σέ ὅσα λέγαμε ἐμεῖς, ἔτσι τούς ἀποδεχθήκαμε, χωρίς ὅμως νά ἀφήσουμε πάνω τους ὅλη τήν κρίση πού τούς ἀφοροῦσε...».
[11] Αὐτόθι, σελ. 976-977. Μτφρ. «Ἐκεῖνοι δέ πού ἔχουν ντυθῆ μέ προβιά προβάτου καί παρουσιάζουν ἐξωτερικά μιά ἤρεμη καί πράα ἐμφάνιση, ἐνῷ ἀπό μέσα κατασπαράζουν χωρίς ἔλεος τά ποίμνια τοῦ Χριστοῦ, καί ἐπειδή προέρχονται ἀπό ἐμᾶς, προξενοῦν εὔκολα βλάβη στούς πιό ἁπλούς ἀνθρώπους, αὐτοί εἶναι οἱ ἐπικίνδυνοι καί ἐκεῖνοι πού δύσκολα μπορεῖ κανείς νά φυλαχθῇ ἀπό αὐτούς».
[12] Κων/νου Καρακόλη, Αἱρέσεις καί Ἐκκλησία, σελ. 99. Μτφρ. «Διότι αὐτή ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐμπιστευμένη στήν Ἐκκλησία, ὅπως ἀκριβῶς δόθηκε ἡ πνοή στόν ἄνθρωπο κατά τήν πλάση του, ὥστε ὅλα τά μέλη πού συμμετέχουν σέ αὐτήν νά ζωοποιηθοῦν· καί μέσα στήν Ἐκκλησία ἔχει τοποθετηθῆ ἡ κοινωνία μέ τόν Χριστό, δηλαδή τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού εἶναι ὁ ἀρραβώνας τῆς ἀφθαρσίας, ἡ ἐπιβεβαίωση τῆς πίστης μας καί ἡ σκάλα διά τήν ἄνοδό μας πρός τόν Θεό. "Διότι μέσα στήν Ἐκκλησία", λέει ἡ Γραφή, "ὅρισε ὁ Θεός ἀποστόλους, προφῆτες, διδασκάλους" καί κάθε ἄλλη ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος. Ἀπό αὐτήν τήν Χάρη στεροῦνται ὅλοι ὅσοι δέν καταφεύγουν στήν Ἐκκλησία, ἀλλά στεροῦν τούς ἑαυτούς τους ἀπό τήν ζωή ἐξαιτίας τῆς κακῆς τους σκέψης καί τῆς κακῆς τους διαγωγῆς. Διότι ὅπου εἶναι ἡ ἐκκλησία, ἐκεῖ εἶναι καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· καί ὅπου εἶναι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί κάθε χάρισμα· καί τό Πνεῦμα εἶναι ἡ ἀλήθεια. Δι' αὐτό καί ὅσοι δέν μετέχουν σέ αὐτό, οὔτε τρέφονται διά νά ζήσουν ἀπό τούς μαστούς τῆς μητέρας (τῆς Ἐκκλησίας), οὔτε μεταλαμβάνουν ἀπό τήν πεντακάθαρη πηγή πού ἀναβλύζει ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά "σκάβουν διά τούς ἑαυτούς τους λάκκους συντετριμμένους" σέ γήινους βόθρους καί πίνουν βρωμερό νερό ἀπό τόν βοῦρκο, ἀποφεύγοντας τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας διά νά μήν ἐλεγχθοῦν, καί ἀποδιώχνοντας τό Πνεῦμα διά νά μή διδαχθοῦν».
[13] Ἰωσήφ Καλοθέτου, Συγγράμματα, σελ. 295.
[14] Παραδόσεις Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, σελ. 154.
[15] Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ΕΠΕ, τόμ. Β’, σελ. 627.
[16] https://www.agioskosmas.gr/antiairetika.asp?isue=98&artid=4832
[17] Ἐλαφρῶς διαφορετική γνώμη ἐκφράζει ἑτέρα μερίδα "Κυπριανιστῶν", οἱ ὁποῖοι ἀναγκαζόμενοι ἐκ τῶν πραγμάτων καί τῶν Πατερικῶν μαρτυριῶν, νά ἀναγνωρίσουν τελικά ὅτι οἱ ἐν λόγῳ αἱρετικοί Οἰκουμενιστές πράγματι εὑρίσκονται ἔξω τῶν ὁρίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, συνεχίζουν ὅμως νά ἐπιμένουν στήν ἐσφαλμένη γνώμη ὅτι ἔχουν ἐνεργή τήν Θεία Χάριν καί μυστήρια ἰσχυρά..., μή ἀντιλαμβανόμενοι ὅτι μέ αὐτές τίς ἀπόψεις τους, ἀναγνωρίζουν ἐνεργά καί ἁγιαστικά μυστήρια καί ἐκτός Ἐκκλησίας!!!
[18] Αἱ ἐκκλησιολογικές μας θέσεις... σελ. 25.
[19] Μτφρ. «Νά θεωρῇς τούς ἱερεῖς τῶν Ἰταλῶν (Λατίνων) καθῃρημένους ἀπό ὅλους τούς Πατέρες καί προπαντός, τόν ἴδιο τόν προκαθήμενό τους. Ὡστόσο, τά μυστήρια πού τελοῦνται ἀπό αὑτούς νά τά θεωρῇς ὅλα ἅγια καί τέλεια, ἀκριβῶς ὅπως καί ἐκεῖνα πού τελοῦνται ἀπό τούς καθῃρημένους πού βρίσκονται ἀνάμεσά μας».
[20] Μτφρ. «Ἡ καθαίρεση εἶναι μιά ἔκπτωση (ἀπομάκρυνση) ἀπό τήν τέλεση τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν... καί διαφέρει ἀπό τήν ἀργία κατά τό ἑξῆς: ὅτι ἡ μέν ἀργία ἐπιβάλλεται γιά ὁρισμένο χρονικό διάστημα, μετά τό ὁποῖο ἀκολουθεῖ ἡ ἀποκατάσταση, ἐνῶ ἡ καθαίρεση ἐκτείνεται σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς ζωῆς... Δέν ἀποτελεῖ ὅμως πλήρη ἐξάλειψη τῆς ἴδιας τῆς ἱερωσύνης —ὄχι βέβαια— ἀφοῦ ἡ ἱερωσύνη παραμένει ἀνεξάλειπτη καί ὁ χαρακτῆρας της δέν μπορεῖ νά καθαιρεθεῖ».
[21] Νά σημειώσωμε ἐδῶ, ὅτι ἡ ἀναφερόμενη ὑπό τοῦ Μ. Βασιλείου ἐπανάληψη τοῦ ὑπό σχισματικῶν βαπτίσματος, ἐπαναλαμβάνεται ὄχι διότι εἶναι ἐλλειπής ὁ τύπος τοῦ βαπτίσματος, δλδ, δίχως τίς τρεῖς καταδύσεις καί ἀναδύσεις, ἀλλά ἐπειδή τελέσθηκε ἐκτός τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀναφορά αὐτή γίνεται ὡς ἀπάντηση σέ κάποιους πού κατηγοροῦν ὡς "ἀναβαπτιστές", ὅσους βαπτίζουν ἐξ ἀρχῆς τούς ἐπιστρέφοντες ἀπό σχίσματα καί αἱρέσεις, στοὺς ὁποίους πέραν τοῦ ὅτι ἐτέλεσαν τό βάπτισμα ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, ἐπιπλέον λείπει παντελῶς καί ὁ ἀπαραίτητος ὀρθὸς τύπος τοῦ Βαπτίσματος μὲ τὶς τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις. Ἐν τούτοις τό ἐκλαμβάνουν ὡς τέλειο!!!
[22] Παν. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμ. 3ος, σελ. 44-46.
[23] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, «Τάς γενομένας συνόδους, ἡ εὐσεβής πίστις κυροῖ, καί πάλιν, ἡ τῶν δογμάτων ὀρθότης κρίνει τάς συνόδους». Μτφρ. «Τὶς συνόδους ποὺ ἔχουν γίνει τὶς ἐπικυρώνει ἡ εὐσεβὴς πίστη, καὶ ἀντίστροφα, ἡ ὀρθότητα τῶν δογμάτων εἶναι ἐκείνη ποὺ κρίνει τὶς συνόδους». Ἱ. Πηδάλιον, Προλεγόμενα Α' Συνόδου, ὑποσ. 1η΄, σελ. 118.
[24] Τρομερό ἅμα καὶ τραγικὸ εἶναι, ὅτι στίς τάξεις τῶν ἁγιορειτῶν "ἀντιοικουμενιστῶν", καί ὀπαδῶν τῆς ἐκκλησιολογίας τοῦ "Κυπριανισμοῦ", ὑπάρχούν τινες πού ὑποστηρίζουν ὅτι τά μυστήρια τῶν Παπικῶν εἶναι ἁγιαστικά, διότι φέρουν τήν ἱερωσύνη κανονικὰ, ἕνεκα τοῦ ἀναξαλείπτου αὐτῆς χαρακτῆρος, καθώς καί λόγῳ τῆς μή προσωπικῆς καθαιρετικῆς καταδίκης τοῦ Πάπα Οὐρβανοῦ (1054)!!!
[25] Βασιλείου ἀρχιεπισκόπου Ἀγχιάλου νῦν δέ Σμύρνης, Πραγματεία περί τοῦ Κύρους τῆς χειροτονίας τῶν Κληρικῶν ὑπό Ἐπισκόπου καθῃρημένου καί σχισματικοῦ χειροτονηθέντων, Ἐν Σμύρνῃ 1887. σ. 18.
[26] Αὐτόθι, σ. 20.
[27] Αὐτόθι, σ. 22.
[28] Ἀνδρούτσου, Μελέται καί Διατριβαί, τόμ. 1ος, σελ. 101. Μτφρ. «Ἐφόσον ἔχασαν πλέον τήν χάρη τῆς ἱερωσύνης, παίζουν μέ πράγματα πού δέν προσφέρονται γιά παιχνίδια (ἀστειεύονται μέ σοβαρά πράγματα), ὑποσχόμενοι νά μεταδώσουν τήν ἱερωσύνη σέ ἄλλους, τήν ὁποία οἱ ἴδιοι ἔχουν χάσει. Διότι, σύμφωνα μέ τήν Σύνοδο τῆς Καρχηδόνας, ποιός μπορεῖ νά δώσῃ αὐτό πού ὁ ἴδιος δέν ἔχει; Ἤ πῶς μπορεῖ νά ἐνεργῇ πνευματικά ἐκεῖνος πού ἔχει ἀποβάλει τό Ἅγιο Πνεῦμα;»
[29] Πηδάλιον, σ. 239.
[30] Αὐτόθι, σ. 575.
[31] Αὐτόθι, σ. 400
[32] Αὐτόθι, σ. 298.
[33] Ῥάλη-Πότλη, Σύνταγμα Ἱερῶν Κανόνων, τόμ. Α', σ. 70. Μτφρ. «Σχετικά μέ τήν ἔρευνα γιά ἐγκλήματα, ἐάν πρόκειται γιά πολιτικά (ποινικά) ἀδικήματα, δικάζουν οἱ ἄρχοντες στό Βυζάντιο καί στίς ἐπαρχίες, μέ τή δίκη νά μήν ὑπερβαίνει τούς δύο μῆνες μετά τήν ἔναρξή της. Καί ἄν ὁ κληρικός κριθεῖ ἄξιος τιμωρίας, πρῶτα καθαιρεῖται ἀπό τό ἱερατικό του ἀξίωμα μέσῳ τοῦ ἐπισκόπου καί στή συνέχεια παραδίδεται στά χέρια τοῦ (κοσμικοῦ) νόμου».
[34] PG 87C, σ. 3369, Περί Ἐξαγγελιῶν. Μτφρ. «Ἐάν κάποιος κληρικός ὑποπέσει στό ἁμάρτημα τῆς πορνείας, καθαιρεῖται ἀπό τόν βαθμό τῆς ἱερωσύνης του, ἀλλά δέν ἐμποδίζεται ἀπό τήν Θεία Κοινωνία, ἀλλά κοινωνεῖ μαζί μέ τούς λαϊκούς».
[35] Τό ὅτι οἱ καθῃρημένοι κληρικοί ἀπαγορεύεται νά εἰσέλθουν σέ γάμο, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι διατηροῦν τήν ἱερωσύνη τους ἀκεραία, ἀλλά ἡ ἀπαγόρευση ἰσχύει, ἐπειδή ὁ ἐκκλησιαστικός νόμος δέν ἐπιτρέπει τοιοῦτον γάμο, διά νά μήν γελοιοποιηθῇ τό ἱερατικό ἀξίωμα ὅπου πρωτύτερα ἔφερε ἔμπροσθεν τῶν πιστῶν.
[36] Πηδάλιον, σ. 37.
[37] Αὐτόθι, σ. 37.
[38] Αὐτόθι, σ. 199. Μτφρ. «Ἐκεῖνος δέ πού δέν ἔχει αὐτό τό χάρισμα, λόγω τοῦ σφάλματος πού διέπραξε ἀπό ἄγνοια, πώς θά τό μεταδώσει σέ ἄλλον;... Καί σέ καμία περίπτωση αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν θά ἔχει πλέον συμμετοχή στήν θεία Χάρη, τήν ὁποία ἔχασε ἐξαιτίας τῆς ἀπαγόρευσης τῆς ἱερατικῆς του δράσης». Παρά τό γεγονός ὅτι τό σφάλμα ἔγινε χωρίς πρόθεση, ἡ συνέπεια τῆς παύσης τῆς ἱερατικῆς δράσης παραμένει, καθώς ἡ ἱερωσύνη θεωρεῖται ἀσυμβίβαστη μέ τό συγκεκριμένο παράπτωμα.
[39] Αὐτόθι, σ. 592.
[40] Πρακτικά Συνόδων, τόμ. Γ', σ. 239, ἔκδ. Σκήτης Ἁγίας Ἄννης,1986.
[41] Ἐπιστολή, 240, βλπ. Πρακτικά, τόμ. 3, σ. 240-241. Μτφ. «Δέν ἀναγνωρίζω ὡς ἐπίσκοπο, οὔτε θά συγκαταριθμοῦσα ἀνάμεσα στούς ἱερεῖς τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖνον πού προωθήθηκε σέ θέση ἐξουσίας ἀπό βέβηλα χέρια μέ σκοπό τήν κατάλυση τῆς πίστεως».
[42] Π. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμ. 3, σ. 318.
[43] «...ὅπερ ὁ ἐν ἁγίοις Κελεστῖνος ἐπί Νεστορίῳ τῷ δυσσεβεῖ φαίνεται διαπραξάμενος, προθεσμίαν αὐτῷ παρέχοντες...». Πρακτικά.., τόμ. β', σ. 294.
[44] Ἀθαν. Σακαρέλλου, Ἔγινε ἀπό τό 1965 ἡ Ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, σελ. 9.
[45] Πρακτικά..., τόμ. 3, σ. 237. Μτφρ. «Ἡ ἁγία Σύνοδος εἶπε: Ἐάν οἱ ἐξεταζόμενοι ἐπίσκοποι κατέθεσαν (τήν ὁμολογία τους) μέ ὅλη τους τήν ψυχή, ἄς εἶναι δοξασμένος ὁ Θεός καί ἄς ἔχουν καί ἐκεῖνοι τήν Χάρη Του. Ἄν ὅμως κρύβουν δόλο, θά τούς κρίνῃ ὁ Θεός, ὅπως ἔκρινε τόν Ἄρειο, τόν Νεστόριο καί τούς ὁμοίους τους... Ἐλπίζουμε ὅτι μετά τή σύνοδο κανείς δέν θά παρεκτραπῇ, διότι στίς γραπτές τους δηλώσεις οἱ ἐπίσκοποι ἀναθεμάτισαν οἱ ἴδιοι τούς ἑαυτούς τους, λέγοντας: "Ἐάν ἐπιστρέψουμε στήν προηγούμενη αἵρεση, ἄς εἴμαστε ἀναθεματισμένοι καί καθῃρημένοι"».
[46] Τό "ἐσμέν" ὡς ὁριστική τοῦ ἐνεστῶτος καθορίζει τό ἀπόλυτο παρόν!
[47] Ὁμολογῶ ἕν Βάπτισμα, σ. 39.
[48] Εἶναι τό λιγότερο τραγικό νά ποῦμε, ὅτι ἄνθρωποι βουτηγμένοι στόν Οἰκουμενισμό νά κατανοοῦν ὀρθότερα τήν ἐκκλησιολογία καί τούς ἱερούς Κανόνες, ἀσχέτως ἐάν δέν τούς ἐφαρμόζουν στήν πράξη, ἀπό τούς ὑποτιθέμενους ὀπαδούς τῆς "δυνάμει καί ἐνεργείᾳ" θεωρίας καί λοιπούς ἀποκαλούμενους ὡς "ἀντιοικουμενιστές". Παραθέτουμε ἀποσπασμα ἀφορώντα τό ἀστήρικτο τῆς θεωρίας αὐτῆς:
«Ἡ θεωρία τῆς ἀνεξίτηλης ἱερωσύνης, τήν ὁποία ἔχει ὑιοθετήσει ὁ ρωμαιοκαθολικός κόσμος, (ἔστω καί προσωρινά ἀποδεκτή ὡς ὑπόθεση ἐργασίας), δέν ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα γιά τή μετάδοση τῆς χάριτος καί τήν ἐγκυρότητα τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Ἀκόμη καί ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι ἔμειναν ἀποτυπώματα ἀπό τή χειροτονία, ὅταν ὁ χειροτονητής ἀποκοπεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία, καθαιρεθεῖ, ἀναθεματιστεῖ καί ἀφοριστεῖ, καθίσταται ἀδρανής καί δέν μεταδίδει καμία χάρη (ὅπως μιά ἠλεκτρική συσκευή δέν μεταδίδει ἐνέργεια ὅταν ἀποκόπτεται ἀπό τό ἠλεκτρικό ρεῦμα). Οὔτε σίγουρα αὐτό πού δέν συνέβη ποτέ γίνεται σάν νά ἔχῃ συμβῆ, ὑφιστάμενο, ἔγκυρο, μέσω μιᾶς ἁπλῆς διοικητικῆς ἀπόφασης. Ἐδῶ ἀκριβῶς βασίζεται ἡ ἀνησυχία γιά τήν ἐγκυρότητα τῆς χειροτονίας τοῦ Ἐπιφανίου ἀπό τόν Φιλάρετο». ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΛΒΑΝΙΑΣ, Γραμματεία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, σχετικά μέ τήν Μεταπτυχιακή Ἐργασία τοῦ Ἀρχιμανδρίτη π. Γρηγορίου Φραγκάκη μέ θέμα, "Τό ἐκκλησιαστικό ζήτημα στήν Οὐκρανία". Τίρανα 15 Νοεμβρίου 2022.
[49]ΡΠΣ, τόμ. 2, σελ. 158-159.
[50]Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 159. Μτφρ. «Πιστεύω ὅτι ἡ λέξη "καθαίρεση" χρησιμοποιεῖται ἐδῶ καταχρηστικά· διότι καθαιρεῖται ἐκεῖνος πού ἔχει λάβει ἔγκυρη χειροτονία καί ἔχει ἀνυψωθῆ στό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης. Ἐκεῖνος ὅμως πού ἐξαρχῆς δέν χειροτονήθηκε ἀληθινά, πώς καί ἀπό ποιό ὕψος θά καθαιρεθῇ; Ἀντί λοιπόν νά εἰπωθῇ ὅτι "θά ἀποβληθῇ ἀπό τόν κλῆρο", ἔχει χρησιμοποιηθῆ καταχρηστικά ἡ λέξη "θά καθαιρεθῇ"»
[51]Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 160-161. Μτφρ. «...πῶς λέει ὁ Κανόνας ὅτι αὐτός καθαιρεῖται μετά ἀπό ἐξέταση, ἐφόσον κρίνεται ἀνάξιος γιά νά χειροτονηθῇ; Ἀπάντηση: Ἡ λέξη "καθαίρεση" χρησιμοποιήθηκε ἐδῶ καταχρηστικά ἀντί τῆς λέξης "ἀποβολή" (ἐξώθηση)· διότι ἡ ἔνταξη στόν κλῆρο πού ἔγινε πρίν ἀπό τό βάπτισμα δέν θεωρεῖται πραγματική ἔνταξη στόν κλῆρο».
[52] «Ἐπίσκοπος, ἤ πρεσβύτερος, τόν κατά ἀλήθειαν ἔχοντα βάπτισμα, ἐάν ἄνωθεν βαπτίσῃ, ἤ τόν μεμολυσμένον παρά τῶν ἀσεβῶν, ἐάν μή βαπτίσῃ, καθαιρείσθω, ὡς γελών τόν σταυρόν, καί τόν τοῦ Κυρίου θάνατον, καί μή διακρίνων ἱερέας ψευδοιερέων». Μτφρ. «Ἐπίσκοπος ἤ πρεσβύτερος, ἐάν βαπτίσῃ ξανά ἐκεῖνον πού ἔχει λάβει τό ἀληθινό βάπτισμα, ἤ ἐάν δέν βαπτίσῃ ἐκεῖνον πού ἔχει μολυνθῆ ἀπό τούς ἀσεβεῖς (αἱρετικούς), ἄς καθαιρῆται· διότι ἐμπαίζει τόν Σταυρό καί τόν θάνατο τοῦ Κυρίου καί δέν ξεχωρίζει τούς πραγματικούς ἱερεῖς ἀπό τούς ψευδοϊερεῖς».
[53] Χριστοφιλοπούλου, Ἐκκλησιαστικόν Δίκαιον, σελ. 274. «Δεδομένου ὅτι τόσον οἱ αἱρετικοί ὅσον καί οἱ ἀποστάται ἀπαρνούμενοι τά δόγματα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας ἐξέρχονται ἀπό νομικῆς τοὐλάχιστον ἐπόψεως αὐτομάτως ἀπ' αὐτῆς, καθ’ ὅ ἄλλως τε καί ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχουν δικαίωμα, ἡ ἀπόφασις τῆς Διαρκοῦς Ἱεράς Συνόδου θά ἔχῃ κατά κανόνα διαπιστωτικόν μᾶλλον χαρακτῆρα καί αἱ πλεῖσται τῶν μετά τοῦ ἀφορισμοῦ συνδεομένων νομικῶν συνεπειῶν θά ἐπήρχοντο καί ἄνευ αὐτοῦ διά τῆς ἑκουσίας ψυχικῆς ἀπό τῆς ἐκκλησίας ἀπομακρύνσεως τοῦ αἱρετικοῦ ἤ ἀποστάτου, ἐφ’ ὅσον αὐτή ἀποδεικνύεται καθ’ οἱονδή ποτε τρόπον καί οὐχί ἀναγκαίως διά τῆς εἰς ἀφορισμόν καταδικαστικῆς ἀποφάσεως τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου».
[54]Ἱ. Μ. Γρηγορίου, Οἱ ἀγῶνες τῶν Μοναχῶν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, σελ. 240. «Μετά τόν θάνατο τοῦ Μιχαήλ, τήν ἀπομάκρυνσι τοῦ Βέκκου καί τήν ἐπάνοδο τοῦ πατριάρχου Ἰωσήφ, ὁ ὅσιος Γαλακτίων, τιμώμενος ὑπερβολικά ἀπό τόν Ὀρθόδοξο λαό, ράντισε μέ ἁγιασμό ὅλο τόν ναό τῆς ἁγίας Σοφίας (1283). Πράγματι, «φηλαφῶν ἐλάμβανεν ἁγίασμα καί ἡγίαζεν τούς κίονας καί τά προαύλια καί Εἰκόνας τῆς Ἐκκλησίας, ἵνα δηλαδή ἁγιάσῃ αὐτά ὡς μιανθέντα παρά τῶν λατινοφρονούντων».
[55] M. Ἀθανασίου, P.G. 26, 596A. «Ἴδωμεν δέ ὅμως καί πρός τούτοις καί αὐτήν τήν ἐξ ἀρχῆς παράδοσιν καί διδασκαλίαν καί πίστιν τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἥν ὁ μέν Κύριος ἔδωκεν, οἱ δέ ἀπόστολοι ἐκήρυξαν, καί οἱ πατέρες ἐφύλαξαν. Ἐν ταύτῃ γάρ ἡ Ἐκκλησία τεθεμελίωται, καί ὁ ταύτης ἐκπίπτων οὔτ' ἄν εἴη, οὔτ' ἄν ἔτι λέγοιτο χριστιανός». Μτφρ. «Ἄς δοῦμε ὅμως, ἐπιπλέον καί τήν ἴδια τήν παράδοση τήν διδασκαλία καί τήν πίστη τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή ὑπῆρξε ἀπό τήν ἀρχή· τήν ὁποία ὁ μέν Κύριος παρέδωσε, οἱ δέ ἀπόστολοι κήρυξαν καί οἱ πατέρες διαφύλαξαν. Διότι πάνω σέ αὐτήν ἔχει θεμελιωθῆ ἡ Ἐκκλησία, καί ὅποιος ἐκπίπτει (ξεμακραίνει) ἀπό αὐτήν, οὔτε θά μποροῦσε νά εἶναι, οὔτε θά μποροῦσε πλέον νά ὀνομάζεται χριστιανός».
[56]Ἰωάν, 3, 8.
[57] Ὅπως γνωρίζουμε ἀπό προσωπικές μαρτυρίες πνευματικῶν τέκνων τοῦ ἐπισκόπου Κυπριανοῦ, ὁ Γέροντά τους ὄχι μόνον δέν ἀκολουθοῦσε αὐτήν τήν προτροπή τοῦ ἁγίου Σωφρονίου πού ἦταν καί ἡ θέση ὅλων γενικά τῶν γνήσιων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλ' ἀντιθέτως τούς προέτρεπε ὅταν δέν ὑπῆρχε σέ κοντινή ἀπόσταση ναός πού ἀκολουθεῖ τό παλαιό Ἡμερολόγιο, νά ἐκκλησιάζονται σέ ἐκκλησίες μέ τό Νέο, διά νά μήν μείνουν τάχα ἀνεκκλησίαστοι καί ἀλειτούργητοι!!! Θά μπορούσαμε ἄραγε νά φανταστοῦμε π.χ. κάτι ἀνάλογο μέ τόν Μ. Ἀθανάσιο∙ νά προτρέπῃ τούς τότε Ὀρθοδόξους ἐλλείψει ὀρθοδόξων ναῶν, λόγῳ τῶν διωγμῶν, νά ἐκκλησιάζονται στούς κατειλημμένους ἀπό τούς αἱρετικούς ναούς, ὅπου ἐκηρύυσσετο ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρείου...;;;
[58] PG 87C, σ. 3369, Περί Ἐξαγγελιῶν. Μτφρ. «Ἐάν δέν εἶναι δυνατόν νά πηγαίνετε στήν ἐκκλησία, νά κάνεις τίς συνάξεις στό σπίτι, ἐπίσκοπε, ὥστε νά μήν εἰσέρχεται ὁ εὐσεβής πιστός σέ ἐκκλησία ἀσεβῶν (αἱρετικῶν). Διότι δέν ἁγιάζει ὁ τόπος τόν ἄνθρωπο, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος τόν τόπο. Πρέπει νά ἀποφεύγεις [τήν ἐκκλησία τῶν ἀσεβῶν] ἐπειδή ἔχει βεβηλωθῆ ἀπό αὐτούς· διότι, ὅπως οἱ ὅσιοι ἱερεῖς ἁγιάζουν, ἔτσι καί οἱ μολυσμένοι (ἀσεβεῖς) μιαίνουν τόν τόπο. Ἐάν δέ δέν εἶναι δυνατόν νά συγκεντρωθῆτε οὔτε σέ σπίτι οὔτε σέ ἐκκλησία, ἄς ψάλλῃ ὁ καθένας μόνος του, ἄς διαβάζῃ καί ἄς προσεύχηται· δύο ἤ τρεῖς μαζί. Διότι ὁ Κύριος λέει: "Ὅπου εἶναι δύο ἤ τρεῖς συγκεντρωμένοι στό ὄνομά μου, ἐκεῖ εἶμαι καί ἐγώ ἀνάμεσά τους"».
[59] A. Pavlov, Kriti&eskie opyty ρο istorii drevnejdei greco-russkoj protiv latinijam. Saint - Petersbourg, 1878, p. 169. Μτφρ. «Διότι οὔτε ἐμεῖς τούς ἀναγκάσαμε σέ αὐτό, ἀλλά οἱ ἴδιοι ἔγιναν ὑπαίτιοι γιά τήν κατάστασή τους. Διότι, ἐάν ἐξαιτίας τοῦ ὅτι ἀποδέχονται τίς ξένες καινοτομίες καί τίς παρείσακτες παραδόσεις εἶναι ἀναθεματισμένοι, σύμφωνα μέ τόν μεγάλο Ἀπόστολο (Παῦλο), τότε ὁμολογουμένως ἀνήκουν στόν Βελίαρ (τόν διάβολο)· καί ἄν ἀνήκουν στόν Βελίαρ, δέν ἀνήκουν στόν Χριστό· καί ἄν δέν ἀνήκουν στόν Χριστό, δέν ἀνήκουν οὔτε σέ ἐμᾶς. Διότι ποιά σχέση μπορεῖ νά ἔχῃ ὁ Βελίαρ ἤ ὅσοι ἀνήκουν σέ αὐτόν, μέ τόν Χριστό ἤ μέ ἐκείνους πού ἀνήκουν στόν Χριστό; Ἐφόσον δέν ὑπάρχει καμία ἐπικοινωνία (κοινωνία) μέ αὐτούς, εἶναι φανερό ὅτι ὁ χωρισμός εἶναι πλήρης· καί ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ χωρισμοῦ ἀπό τόν Χριστό, ἄς μήν ἐπικοινωνήσωμε οὔτε ἐμεῖς ποτέ μαζί τους, ὥστε, ὡς κοινωνοί (συμμέτοχοι) αὐτῶν, νά μήν ἔχουμε καί ἐμεῖς μερίδιο στόν χωρισμό ἀπό τόν Χριστό».
[60] Χρ. Ἀραμπατζῆ, Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἡ Ρώμη κατά τόν 13ο αἰῶνα, Θεσ/κη 2001, σελ. 28. «Ὅ ἴδιος δέ καί ἡ 'Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως συντάσσεται ἀνεπιφύλακτα μέ τούς παραπάνω, ἀψηφώντας τόν ἀναθεματισμό τῆς Ρώμης. 'Ἀποφεύγει νά χρησιμοποιήσει ἀφορισμούς καί ἀναθέματα ἐναντίον τους, ἐπιμένοντας στήν αὐτόματη ἀποκοπή τῆς Ρώμης ἀπό τήν Μία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία».
[61] Αὐτόθι, σελ. 107. Μτφρ. «...σύμφωνα μέ τούς κανόνες, οἱ ἐπίσκοποι πού ἦρθαν σέ ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς καί ἐξέθεσαν τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ σέ καθολική καταστροφή (ἀπώλεια), στεροῦνται ταυτόχρονα τήν ἱερωσύνη τους καί κηρύσσονται ἔκπτωτοι· δηλαδή, γνωστοποιεῖται σέ ὅλους ὅτι ἔχουν ἀποκοπεῖ ἀπό τό ὀρθόδοξο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας».
[62] Αὐτόθι, σελ. 46.
[63] Γρηγορίου Παλαμᾶ, Κατά Γρήγορα, ΕΠΕ, τόμ. 7, σελ. 460. «Καί δίκαια ἔχουν ὑποβληθῆ, ἄν δέν μετανοήσουν, σέ αἰώνιο ἀνάθεμα ἀπό τόν Συνοδικό Τόμο αὐτός καί ἐκεῖνοι πού συμμερίζονται τήν κακοφροσύνη μέ αὐτόν, καθώς οἱ διδάσκαλοί του στήν πλάνη καί ὅσοι θά ὁμοφρονήσουν ἕως τό τέλος».
[64] Ἱ. Πηδάλιον, σελ. 182. Μτφρ. «Ἐάν δέ κάποιος ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους δέν κρατᾷ καί δέν ἀσπάζεται τά προαναφερθέντα δόγματα τῆς εὐσεβείας, καί δέν πιστεύει οὔτε κηρύττει μέ αὐτόν τόν τρόπο, ἀλλά ἐπιχειρεῖ νά βαδίζῃ ἀντίθετα πρός αὐτά, ἄς εἶναι ἀναθεματισμένος, σύμφωνα μέ τόν ὅρο πού ἔχει ἤδη ἐκτεθῆ ἀπό τούς προαναφερθέντες ἁγίους καί μακαρίους Πατέρες· καί ἄς ἀποβληθῇ καί ἄς ξεπέσῃ ἀπό τόν κατάλογο τῶν χριστιανῶν ὡς ξένος (πρός τήν πίστη)...».
[65] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 3368. Μτφρ. «Ἐκεῖνος πού συμπροσεύχεται μέ κάποιον πού εἶναι ἀκοινώνητος (ἀφορισμένος), ἄς εἶναι καί ὁ ἴδιος ἀκοινώνητος. Ἐκεῖνος πού συμπροσεύχεται μέ αἱρετικό σέ ναό ἤ σέ σπίτι, ἄς εἶναι καί ὁ ἴδιος ἀκοινώνητος. Ἐκεῖνος πού συμπροσεύχεται μέ καθῃρημένο, ἄς εἶναι καί ὁ ἴδιος καθῃρημένος. Ἐκεῖνος πού ἔχει ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς ἀκοινώνητους, ἄς εἶναι καί ὁ ἴδιος ἀκοινώνητος».
[66] Ἡ προστακτική εἶναι ἡ ἔγκλιση πού παριστάνει αὐτό πού σημαίνει τό ρῆμα σάν προσταγή, ἀξίωση, συμβουλή, εὐχή ἤ παράκληση ἐκείνου πού μιλᾶ, ἐνῷ ὁ ἐνεστῶτας φανερώνει κάτι πού γίνεται τώρα, ἐξακολουθητικά ἤ μέ ἐπανάληψη.
[67] Ἡ ἀναφορά τοῦ ἁγίου Νικοδήμου στήν ὑποσ. τοῦ Γ' Ἀποστολικοῦ Κανόνος περί ὑποδικίας, ἀφορᾷ ἄκριτα κανονικά παραπτώματα καί ὄχι περιπτώσεις κατακεκριμένων αἱρέσεων. Ἀξιοσημείωτο μάλιστα εἶναι ὅτι ἡ ποινή τοῦ Ἀναθεματισμοῦ πολλάκις ἀποδίδεται ὄχι μόνον σέ περιπτώσεις ἀποστασίας τῆς Πίστεως ἄλλά καί σέ ζητήματα καθαρῶς κανονικῆς φύσεως. Βλπ. Ἱ. Πηδάλιον, σελ. 322. ὑποσ. 1.
Εἶναι φανερό ὅτι ὁ ἅγιος Νικόδημος θεωροῦσε αὐτονόητη τήν διαφορετική ἀντιμετώπιση ἀνάμεσα σέ ἕναν ὑπόδικο διά κανονικά παραπτώματα μέ ἕναν δι' αἵρεση, καί ἀπό τό ὅτι ὁ ἴδιος ἀναφερόμενος στήν περίπτωση τῶν Λατίνων κατηγορηματικά τούς παρουσιάζει πώς εὑρίσκονται ἤδη κάτω ἀπό τό Ἀνάθεμα τῶν προγενεστέρων Συνόδων, διά τῆς προσθήκης στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἐνῷ γνωρίζουμε ὅτι οὐδείς Λατῖνος κρίθηκε προσωπικῶς διά τοιαύτη παράβαση. Γράφει στήν 1η ὑποσ. τοῦ Α' Κανόνος τῆς Γ' Συνόδου:
«Πλήν ἀγκαλά καί αἱ προσθῆκαι αὗται τῆς β᾿. ἀναπτύξεις κυρίως εἰσίν, ὡς ἀπεδείχθη, μ' ὅλον τοῦτο παρανομώτατα ἤθελε τολμήσει νά προσθέσῃ εἰε τό Σύμβολον αὕτη καί τάς ἀναπτύξεια αὐτάς, ἀνίσως προλαβοῦσά τις Οἰκουμενική Σύνοδος ἤθελεν ἐμποδίσει τήν οἰανοῦν προσθήκην ἐν τῷ Συμβόλῳ μετά ἀναθέματος, καθώς τήν ἐμπόδισεν ἡ γ' Οἰκουμενική. Ὅθεν ἐκ τοῦ ἀκολούθου παρανομωτάτη καί ὑπό ἀνάθεμα ἐστιν ἡ ἐν τῷ Συμβόλῳ προσθήκη τῶν Δυτικῶν... διά τούς ὅρους τόσον τῆς γ' ὅσον καί τῶν καθεξῆς Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὁποῦ προστάζουν νά φυλαχθῇ πάντῃ ἀναλλοίωτον τό κοινόν Σύμβολον, καί ὁποῦ πᾶσαν τήν ἐν αὐτῷ γενησομένην προσθήκην, ὑπό ἀνάθεμα ποιοῦσι». Ἱ. Πηδάλιον, σελ. 148.
[68] Γαλατ. 1, 8-9.
[69] Α' Κορ. 16, 22.
[70] Τριώδιον, σελ 136-137, Ἑνετία 1856. Μτφρ. «...διότι, ἐνῷ ἐκεῖνοι βλασφημοῦν ἄμεσα τό πρωτότυπο (τόν ἴδιο τόν Θεό ἤ τούς Ἁγίους), αὐτοί ἐδῶ δέν ντρέπονται νά τολμοῦν τό ἴδιο ἐναντίον τοῦ εἰκονιζομένου μέσῳ τῆς εἰκόνας του. Σέ ὅσους, λοιπόν, ἐμμένουν ἀμετανόητα σέ αὐτή τήν πλάνη καί ἔχουν κλείσει τά αὐτιά τους σέ κάθε θεῖο λόγο καί πνευματική διδασκαλία, σάν νά εἶναι πλέον μέλη σεσηπότα (σάπια), πού ἀπέκοψαν τούς ἑαυτούς τους ἀπό τό κοινό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἄς εἶναι ἀνάθεμα τρεῖς φορές».
[71]Ἱερόν Πηδάλιον, σελ. 170. Μτφρ. «...δέν μπορεῖ σέ καμία περίπτωση νά ἐνεργήσῃ ἐναντίον τῶν Ἐπισκόπων τῆς ἐπαρχίας, καθώς ἀπό αὐτή τήν στιγμή ἔχει ἤδη ἀποβληθῆ ἀπό τή Σύνοδο καί κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία καί ἐξουσία εἶναι ἀνενεργή. Ἀντιθέτως, θά ὑπόκειται πλήρως στόν ἔλεγχο τῶν Ἐπισκόπων τῆς ἐπαρχίας καί τῶν γειτονικῶν Μητροπολιτῶν πού ἔχουν ὀρθόδοξο φρόνημα, μέχρι τοῦ σημείου νά ἐκδιωχθῇ ἐντελῶς ἀπό τόν βαθμό τῆς ἐπισκοπῆς».
[72]Ἔνθα ἀνωτ., σελ. 172.
[73] Σωφρονίου Πατριάρχου, PG 87C, σ. 3369, Περί Ἐξαγγελιῶν. «Εἰ δέ τινες ἀποστασαῖέν τινος οὐ διά πρόφασιν ἐγκλήματος, ἀλλά δι' αἵρεσιν ὑπό συνόδου ἤ ἅγίων Πατέρων κατεγνωσμένην τιμῆς καί ἀποδοχῆς ἄξιοι, ὡς ὀρθόδοξοι». Μτφρ. «Ἐάν δέ κάποιοι ἀπομακρυνθοῦν ἀπό κάποιον (ἐπίσκοπο), ὄχι μέ τήν πρόφαση κάποιου ἠθικοῦ παραπτώματος, ἀλλά ἐξαιτίας αἵρεσης πού ἔχει καταδικαστῆ ἀπό Σύνοδο ἤ ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες ἐλεγμένη, αὐτοί εἶναι ἄξιοι τιμῆς καί ἀποδοχῆς ὡς ὀρθόδοξοι».
[74]Ἴσως καί αὐτός νά εἶναι ὁ βαθύτερος λόγος, πού ὁ ἀνεκδιήγητος πρό ἐτῶν ἀποτειχισμένος π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς, ἀποδέχθηκε τήν ἀπόφαση τῆς καθαιρέσεως, πού τοῦ ἐπέβαλε τό Συνοδικό Δικαστήριο τῆς κρατικῆς ἐκκλησίας, διά τήν ἐνέργεια τῆς ἀποτειχίσεώς του, ἀφήνοντας ἄφωνα τά πνευματικά του τέκνα!!!
[75]Ἐπιστολή 101, Πέτρῳ Νικαίας, ΕΠΕ, τόμ. 18C σελ. 121. «Ἡ συμβουλή μας εἰς τήν ἐρώτησιν τοῦ κυρίου ἡγουμένου εἶναι αὐτή, ὥστε μέχρι τήν ἑορτήν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων νά ἀπαλλαγοῦν ὅλοι ἀπό τό ἐπιτίμιον καί νά συμμετάσχουν εἰς τά μυστήρια. Ὅμως οἱ ἱερεῖς νά μή τελοῦν τά τῆς ἱερωσύνης, μέχρι νά συγκληθῇ ὀρθόδοξος σύνοδος, κατά τήν ὁποίαν θά δοθῇ κάθε ἄφεσις καί κάθε χαρά. Ἀλλά ὅλοι μαζί, σάν ἁπλοί μοναχοί, εἴτε εἶναι ἱερωμένοι, εἴτε ὄχι, νά εὐλογοῦν καί νά εὐλογοῦνται, καί νά εὔχονται καί νά δέχονται εὐχές».
[76] Ἐπιστολή 152, Θεοδώρῳ μονάζοντι. ΕΠΕ, τόμ. 18C, σελ. 270. «Καί διά νά μιλήσω συνοπτικά, ὁ ἱερέας πού μέ ὑπογραφήν ἤ μέ κοινωνίαν μέ τούς αἱρετικούς νικήθηκε, ἤ ὁ διάκονος, νά ἐμποδίζεται τελείως ἀπό τήν ἱερουργίαν, ἀλλά καί ἀπό τήν κοινωνίαν. Μετά τήν λῆξιν ὅμως τοῦ ἐπιτιμίου νά κοινωνῇ βεβαίως τῶν μυστηρίων, ἀλλά ὄχι καί νά λειτουργῇ, μέχρι τήν ἁγίαν σύνοδον. Καί νά εὐλογῇ ἤ νά προσεύχεται ὡς ἁπλός μοναχός, ὄχι ὅμως ὡς ἱερωμένος, ἀλλὰ καί αὐτό μετά τή λῆξιν τοῦ ἐπιτιμίου. Καί νά μή μπαίνῃ εἰς τάς ἐκκλησίας πού κατέχονται ἀπό αἱρετικούς, οὔτε ἐὰν ἕνας ναός ἐλευθερωθῇ καί κρατεῖται ἀπό ὀρθόδοξον, ἀφοῦ ὅμως ἔχουν γίνει ἐκεῖ λειτουργίες αἱρετικές, νά μή λειτουργῇ ὁ ὀρθόδοξος χωρίς τήν λύσιν ὀρθοδόξου ἐπισκόπου».
[77] Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀντιμετώπισε τὴν ἴδια «ντροπή» τῶν ἐπισκόπων ποὺ ἐπέστρεφαν ἀπὸ τοὺς «Πνευματομάχους».
Ἡ στάση του ἀπέναντι στοὺς ἐπισκόπους ἐκείνους ἀνεδείκνυε μία βαθειὰ ἀνθρώπινη καὶ πνευματικὴ προσέγγιση.
Ἡ «ντροπή» πηγάζει ἀπὸ τὸν φόβο τῆς δημοσίας ἐκθέσεως καὶ τῆς ἀπωλείας τοῦ κύρους. Ὁ Ἅγιος, μὲ τὴν χαρακτηριστική του ρητορικὴ δεινότητα, ἀποδόμησε αὐτὸν τὸν ἐγωισμὸ χρησιμοποιῶν τὰ ἑξῆς σημεῖα:
α'. Ἔβλεπε τήν Μετάνοια ὡς γεναιότητα. Διὰ τὸν Ἅγιο, ἡ ἀναγνώριση τοῦ σφάλματος δὲν εἶναι δεῖγμα ἀδυναμίας, ἀλλὰ ἡ ὑψίστη μορφὴ ἐσωτερικῆς ἀρχοντιᾶς. Τὸ νὰ παραμένῃ τις ἐν τῇ πλάνῃ διὰ νὰ «σώσῃ τὸ πρόσωπόν του» θεωρεῖται ὑπ᾽ αὐτοῦ πνευματικὴ δειλία.
β'. Γνώριζε ὅτι εἶναι ἀνθρώπινο τὸ "Πίπτειν". Ἡ φράση του ὑπογραμμίζει τὴν κοινὴ ἀνθρωπίνη φύση. Ἡ πτῶση εἶναι μία ὀδυνηρή πραγματικότητα, ἀλλὰ ἡ ἄρνηση τῆς ἐγέρσεως μετατρέπει τὸ σφάλμα σέ ἐμμονή.
γ'. Ὁ Ἐγωισμὸς τῆς Εἰκόνας. Συμφώνως πρὸς τὴν διδασκαλία του, ὁ ἐπίσκοπος ποὺ δὲν μετανοεῖ ἐπειδὴ «τὸν βλέπουν οἱ ἄλλοι» λατρεύει τὴν εἰκόνα του καὶ ὄχι τὴν Ἀλήθεια.
Ἡ προσέγγιση αὐτὴ βοήθησε στὴν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς προσέφερε μία «ἔντιμη ἔξοδο» σέ ὅσους εἰλικρινῶς ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθοδοξία, τοποθετοῦσα τὸ ἦθος ὑπεράνω τοῦ ἀξιώματος.»
[78] Ὑπό Βασιλείου Ἰ. Τουλουμτσῆ, Μεταπτ. Δίπλ. Θεολογίας Ε.Κ.Π.Α. Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (787), ὁ Δωρόθεος Βουλησμᾶς καί σύγχρονες θεολογικές παρερμηνεῖες περί ἀποδοχῆς, σελ. 2-3. "Πρό συνοδικῆς διαγνώμης, οἱ αἱρετικοί ἐπίσκοποι, ἔστω καί ὑπό τή μορφή τῶν ζιζανίων, βρίσκονται χαρισματικά ἐντός τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καί ἐνεργοῦν ἔγκυρα καί ὑποστάντα μυστήρια, ἀφοῦ ἐνεργοῦν τά τῆς Ἐκκλησίας... Ὅλες ἀνεξαιρέτως οἱ ἀναγνωσθεῖσες χρήσεις πού ὅρισαν καί τό πλαῖσιο ἀποδοχῆς τῆς Συνόδου αὐτῆς, ἀφοροῦσαν συνοδικά ἀκατάκριτους ἐπισκόπους στούς ὁποίους ὑπῆρχε ἀδιάσπαστο τό χάρισμα τῆς ἀρχιερωσύνης ἀπό τήν Καθολική Ἐκκλησία. Ἐάν τό χαρακτηριστικό αὐτό ἔλειπε, τότε δέν θά ἦταν δυνατόν νά γίνει ἀποκατάσταση. ".
[79]Πρακτικά..., τόμ. 3ος, σελ. 237. Μτφρ. «...σέ τίποτα δέν διαφωνοῦν μεταξύ τους οἱ Πατέρες, ἀλλά ἐπειδή ἔχουν ὅλοι τό ἴδιο Πνεῦμα, κηρύττουν καί διδάσκουν τό ἴδιο πρᾶγμα. Ὅμως ὁ πατέρας μας Ἀθανάσιος, ἔχοντας στό μυαλό του κάποιου εἴδους ἐκκλησιαστική οἰκονομία, ὅρισε ἔτσι τά πράγματα, ὥστε ἔκρινε ὅτι πρέπει νά γίνονται δεκτοί στόν κλῆρο ὅσοι (ἀπό τούς αἱρετικούς) δέν εἶναι δάσκαλοι τῆς αἵρεσης».
[80]Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 241. Μτφρ. «...διότι οἱ Πατέρες συμφωνοῦν παντοῦ μεταξύ τους καί δέν ὑπάρχει καμία ἀντίφαση ἀνάμεσά τους· ἀντίθετα, σέ αὐτούς ἐναντιώνονται ἐκεῖνοι πού δέν γνωρίζουν καλά τίς οἰκονομίες (τίς πράξεις ἐπιείκειας) καί τούς σκοπούς τους».
[81]Αὐτόθι. Μτφρ. «...κι' ἐγώ ἀποστρέφομαι (δέν ἀναγνωρίζω) ὅσους ἔχουν χειροτονηθεῖ γιά τέτοια αἰτία, δηλαδή γιά τήν κατάλυση τῆς πίστεως· καί μάλιστα ἐνῷ ὑπῆρχαν παρόντες ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι, ἀπό τούς ὁποίους θά μποροῦσαν νά εἶχαν χειροτονηθῇ».
[82]Αὐτόθι. Μτφρ. «...ἐπειδή οἱ διάδοχοι τῆς Ἐκκλησίας μετά ἀπό ἐκεῖνον δέν ἀγνοοῦσαν τήν γνώμη τοῦ πατέρα (Βασιλείου), δέχθηκαν ὅσους εἶχαν χειροτονηθῆ ἀπό αἱρετικούς καί στή συνέχεια διορθώθηκαν (μετανόησαν), ὅπως μάθαμε ἀπό ὅσα διαβάστηκαν προηγουμένως...».
[83]Ἱερόν Πηδάλιον, ὑποσ. 1, σελ. 582-583.
[84] «Σύμφωνα μὲ τὶς πηγὲς τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου (ὅπως ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου στὸ Πηδάλιο), ἡ περίπτωση τοῦ Ἀνατολίου εἶναι τὸ κατεξοχὴν παράδειγμα ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ κανόλογοι διὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέχεται τὶς χειροτονίες ὅσων δὲν ἔχουν ἀκόμη καθαιρεθῆ ἢ ἀναθεματισθῆ ὀνομαστικὰ ἀπὸ Σύνοδο, προκειμένου νὰ ἀποφευχθῇ τὸ χάος καὶ ἡ ἀκυρότητα τῶν μυστηρίων στὴν ἱεραρχικὴ διαδοχή.
α΄. Παρόλο ποὺ ὁ Διόσκορος ἀργότερα ἀναθεματίστηκε ἀπὸ τὴ Δ' Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (451 μ.Χ.), ἡ χειροτονία τοῦ Ἀνατολίου ἀπὸ αὐτὸν ἀναγνωρίστηκε ὡς ἔγκυρη. Αὐτὸ συνέβη ἐπειδὴ ὁ Διόσκορος, κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς χειροτονίας, δὲν εἶχε ἀκόμη καταδικασθῆ ὀνομαστικὰ καὶ συνοδικά.
β'. Πράγματι, ὁ Διόσκορος θεωροῦνταν «ἄκριτος» (χωρὶς ἐπίσημη δικαστικὴ ἀπόφαση ἐναντίον του) μέχρι τὶς συνεδριάσεις τῆς Χαλκηδόνας. Ἡ Σύνοδος τὸν καθῄρεσε κυρίως γιὰ κανονικὰ παραπτώματα καὶ ὄχι ἀρχικὰ γιὰ τὴν πίστη του, γεγονὸς ποὺ ἐνισχύει τὴ θέση ὅτι οἱ προγενέστερες πράξεις του ἦσαν ἔγκυρες.
γ΄. Εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἡ χειροτονία ἔγινε σὲ χρόνο ποὺ ὁ Διόσκορος εἶχε τὴν κανονικὴ ἱκανότητα (jurisdiction) νὰ ἐνεργῇ, προτοῦ ἡ Σύνοδος τοῦ ἀφαιρέσῃ κάθε ἱερατικὴ δύναμη.
[85] Φιλαρέτου Βαφείδη, Ἐκκλ. Ἱστορία, τόμ. Β', σελ. 35.
[86] Ὁ ἅγιος Ταράσιος εἶναι καταπέλτης ἐνάντια στίς φλυαρίες τῶν "Κυπριανιστῶν", περί ἑνωμένων σέ μία Ἐκκλησία Ὀρθοδόξων καί εἰκονομάχων, καθώς κατά τίς συζητήσεις, ὅπως αὐτές καταγράφονται στά Πρακτικά τῆς Συνόδου, πολλάκις ἀνέφερε ὅτι οἱ εἰκονομάχοι ἦταν πλήρως ἀποκομμένοι ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, διακαῶς εὐχόμενος μάλιστα διά τήν ἐπανένωσή τους στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ!
«Καί οὐδαμῶς εἴασε Χριστός ὁ Θεός ἡμῶν, ἡ πέτρα ἐν ᾗ ἐστηριγμένοι ἐσμέν, τόν ἄνωθεν ὑφαντόν δι' ὅλου χιτῶνα εἴτουν τήν παρ' αὐτοῦ καί ἐπ' αὐτῷ οἰκοδομηθεῖσαν ἐκκλησίαν αὐτοῦ διεσχισμένην καί διερρηγμένην καί τά μέλη ἄλλοτε ἄλλως κινούμενα, ἀλλ' ἅμα ταῖς παλαιαῖς αἱρέσεσι καί τήν πλάνην τῆς καινῆς φαυλότητος τῶν χριστιανοκατηγόρων...».... «ὅπως ἑνωθῇ τά διεσχισμένα...» καί «εἰς ἕν συναγάγοι ἡμᾶς καί τά διῃρημένα ἑνώσειε καί τό χρόνιον ἕλκος ἰάσαιτο...». Μτφρ. «Καί σέ καμία περίπτωση δέν ἐπέτρεψε ὁ Χριστός ὁ Θεός μας —ἡ πέτρα πάνω στήν ὁποία εἴμαστε στηριγμένοι— νά παραμείνῃ σχισμένος καί κομματιασμένος ὁ "ἄνωθεν ὑφαντός χιτῶνας" Του, δηλαδή ἡ Ἐκκλησία Του, πού οἰκοδομήθηκε ἀπό Ἐκεῖνον καί πάνω σέ Ἐκεῖνον, οὔτε νά κινοῦνται τά μέλη της τό καθένα μέ διαφορετικό τρόπο· ἀντίθετα, μαζί μέ τίς παλιές αἱρέσεις ἐξαφάνισε καί τήν πλάνη τῆς νέας κακίας τῶν κατηγόρων τῶν Χριστιανῶν (τῶν εἰκονομάχων)... ὥστε νά ἑνωθοῦν τά διαιρεμένα... καί νά μᾶς συγκεντρώσῃ ὅλους σέ ἕνα σῶμα, νά ἑνώσῃ ὅσα ἔχουν χωριστεῖ καί νά θεραπεύσῃ τήν πολύχρονη πληγή...». Πρακτικά Συνόδων, τόμ 3ος, σελ. 261.
[87] Beck, τόμ. 1, σελ. 174-175.
[88] ΕΠΕ, τόμ. 15 Γ, σελ. 91. «Αὐτοὶ λοιπὸν ποὺ κατακρίθηκαν ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους καὶ ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους καὶ καθαιρέθηκαν ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ στὴ σύνοδο ποὺ ἔγινε στὴν ὀγδόη ἰνδικτιώνα, ποιὰ μυσταγωγία μποροῦν νὰ τελέσουν; Ἢ ποιὸ Πνεῦμα ἐπιφοιτᾶ σὲ ὅσα αὐτοὶ ἐπιτελοῦν;».
[89]Α' Κανόνας τῆς Γ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου. «…κατά τῶν τῆς Ἐπαρχίας Ἐπισκόπων διαπράττεσθαί τι οὐδαμῶς δύναται, πάσης ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐντεῦθεν ἤδη ὑπό τῆς Συνόδου ἐκβεβλημένος καί ἀνενέργητος ὑπάρχων».
[90] Μ. Βασιλείου, Α' Κανών. «Οἱ δέ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες, οὐκ ἔτι ἔσχον τήν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ' ἑαυτούς˙ ἐπέλιπε γάρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τήν ἀκολουθίαν. Οἱ μέν γάρ πρῶτοι ἀναχωρήσαντες, παρά τῶν Πατέρων ἔσχον τάς χειροτονίας, καί διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν αὐτῶν, εἶχον τό χάρισμα τό πνευματικόν, οἱ δέ ἀπορραγέντες, λαϊκοί γενόμενοι, οὔτε τοῦ βαπτίζειν, οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον ἐξουσίαν, οὔτε ἠδύνατο χάριν Πνεύματος ἁγίου ἑτέροις παρέχειν, ἧς ἐκπεπτώκασι...». Μτφρ. «Ἐκεῖνοι ὅμως πού ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία, δέν εἶχαν πλέον πάνω τούς τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· διότι ἡ μετάδοσή της σταμάτησε ἐπειδή διακόπηκε ἡ κανονική διαδοχή. Διότι οἱ μέν πρῶτοι πού ἀποσχίστηκαν εἶχαν τίς χειροτονίες ἀπό τούς Πατέρες καί μέσῳ τῆς ἐπίθεσης τῶν χεριῶν τους κατεῖχαν τό πνευματικό χάρισμα· ἐκεῖνοι ὅμως πού ἀποκόπηκαν, ἐπειδή ἔγιναν πιά λαϊκοί, δέν εἶχαν τήν ἐξουσία οὔτε νά βαπτίζουν οὔτε νά χειροτονοῦν, οὔτε μποροῦσαν νά παρέχουν σέ ἄλλους τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπό τήν ὁποία οἱ ἴδιοι ἔχουν ἐκπέσει...».
[91] Περί τῆς "Ἀνεξαλείπτου" δοξασίας, ἀναφερόμαστε ἐπισταμένως στό ἁρμόδιο κεφάλαιο.
[92]Μάρκ. θ', 38. Λουκ. θ', 49.
[93]Τρεμπέλα, Δογματική, τόμ. 3ος, σελ. 46.
[94] Κορινθ. Α', 12, 22.
[95] Ἐμμ. Λιναριτάκη, Ὁ Πατριάρχης καλλίνικος Γ' (Δ) καί τό θέμα τοῦ Ἀναβαπτισμοῦ, σελ. 362. «Παρά τίς ὁποιεσδήποτε ὅμως καινοτομίες τους (σ.σ. Οἱ Λατῖνοι) καί παρά τό ὅτι παραβαίνουν σχεδόν ὅλα τά θεωρούμενα περί τό θεῖο βάπτισμα, μ' ὅλον τοῦτο δέν εἶναι ἀβάπτιστοι, ἐπειδή φυλάττουν τό εἶδος (σ.σ. Τίς ἐπικλήσεις), ὅπως καί ἐμεῖς, καί βαπτίζονται στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υιοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτό εἶναι πού κάνει τέλειο τό βάπτισμα. Δηλαδή ἡ ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος».
[96] Μ. Ἀθανασίου, Κατά Ἀρειανῶν Λόγος Β' § 43, ΕΠΕ, σελ. 335.
[97]Αὐτόθι.
[98]Ἴγνατίῳ τέκνῳ, 24, ΕΠΕ, τόμ., 18Β, σελ. 387.
[99] Εὐπρεπιανῷ καί τοῖς σύν αὐτῷ, 36, ΕΠΕ, τόμ., 18Β, σέλ. 177.
[100] Ἀρχιμ. Παύλου-Ἀνδρέα Γ. Ἀλεξᾶ, Μεταπτυχιακὴ - Διπλωματικὴ Ἐργασία, «Ἄσκηση Οἰκονομίας στὸ Μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης», σελ., 128 , Ἀθήνα, 2021. «...βάσει τῆς "νέας πράξεως" δὲν δύναται δὲ νὰ θεωρηθεῖ ἀνυπόστατο (ἀνύπαρκτο), ὡς μὴ γενόμενο, ἐνῶ ἡ «ἀρχαία πράξη», ὡς ἐλέχθη, ἦταν ἀπόλυτα ἀρνητικὴ στὴν ἀποδοχὴ τῶν «ἐκτὸς» ἐκκλησίας τελουμένων μυστηρίων, θεωρουμένων αὐτῶν ὡς «μόλυσμα καὶ δεσμὸ ἀσέβειας».
[101] Μελέται καί Διατριβαί, τόμ. Α', σελ. 100.
[102] Ἔνθ. ὄπ.
[103] Αὐτόθι, σελ.135 Ἡ ἐπανένταξη αὐτῶν στὸ σῶμα τῆς ἐκκλησίας, κατ’ ἄλλους ἀναζωπυρώνει τὸν σπινθῆρα τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς καὶ τὸν καθιστᾶ πλήρως ἐνεργὸ καὶ μεταδοτικό, ἐνῶ κατ’ ἄλλους περιβάλλει μὲ κανονικὸ κῦρος τὰ ἰσχυρῶς τετελεσμένα στὸ σχίσμα ἢ στὴν αἵρεση ὡς προὑπάρχοντα...
[104]Ὁ Χριστοφιλόπουλος στό Ἐκκλησιαστικό Δίκαιο, σελ. 60, εἶναι σαφέστατος ὅταν γράφῃ, διά τήν αὐτόματη ἀπώλεια τῆς ἱερωσύνης μετά τόν Ἀναθεματισμό=Μεγάλο Ἀφορισμό τῶν αἱρετικῶν: Αὐτονόητον θεωρῶ ἐπίσης τήν ἀπώλειαν τῆς ἱερωσύνης παρά τοῦ εἰς μέγαν ἤ ἐν στενῇ ἐννοίᾳ ἀφορισμόν (κατωτ. τμημ. Δ΄) κατά τό ἄρθρ. 8 τοῦ ν. 671]1943 καταδικασθέντος κληρικοῦ καί ἄν ἀκόμη δέν συναπηγγέλθη καθαίρεσις˙ διότι πῶς εἶναι δυνατόν νά παραμείνῃ ὡς κληρικός ἐκεῖνος, ὅστις καί ὡς λαϊκός ἀποκόπτεται τῆς ἐκκλησίας;
[105]Ἐν Καρθαγένῃ Σύνοδος, Κανών, ΟΖ' καί ΡΙ'.
[106] ΡΠΣ, τόμ. β', σελ. 87.
[107] Ὡς "νέα τάξη", ἐννοοῦν τήν θεώρηση τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, περί ἰσχυρῶν αἱρετικῶν μυστηρίων, πού εἰσέδησε στήν Ἀνατολική Ἐκκλησία μέ τόν Σχολαστικισμό, σέ ἀντίθεση μέ τήν "παλαιά τάξη", πού ἐκπροσωποῦσε ὁ ἅγιος Κυπριανός, μέ τήν αὐστηρή ὀρθόδοξη γράμμή, περί ἀνυποστάτων μυστηρίων.
«Ἡ "παλαιὰ πράξη" (Κυπριανὸς) ἀπορρίπτει τὴν ἄποψη ὅτι τὰ ἀντικανονικῶς καὶ ἐξωεκκλησιαστικῶς τελεσθέντα μυστήρια μποροῦν μὲν νὰ χαρακτηρισθοῦν ἄκυρα, ὄχι ὅμως καὶ ἀνυπόστατα. Ὁ Κυπριανὸς μὲ συνέπεια στὶς ἀπόψεις του δὲν κάνει διάκριση μεταξὺ ἀκύρως ἐνεργουμένων καὶ ἀντικανονικῶς τελεσθέντων μυστηρίων, ἀλλὰ τὰ θεωρεῖ ὅλα ἀνενεργὰ καὶ ἀνίσχυρα, εἴτε ὑπὸ αἱρετικῶν ἐτελέσθησαν αὐτά, εἴτε ὑπὸ σχισματικῶν, ἀφοῦ κατὰ τὸν Κυπριανὸ τὰ κανονικὰ ὅρια τῆς ἐκκλησίας συμπίπτουν μὲ αὐτὰ τῶν χαρισματικῶν, κατὰ συνέπεια τὰ μυστήρια, τὰ διενεργηθέντα ἐκτὸς ἐκκλησίας, πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνονται...». Ἀρχιμ. Παύλου-Ἀνδρέα Γ. Ἀλεξᾶ, Ἄσκηση τῆς Οἰκονομίας στό Μυστήριο τῆςἹερωσύνης, Ἀθήνα 2021, σελ. 111.
[108] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ.111. «Ὁ χαρακτηρισμὸς «ἄκυρο» εἶναι γενικὸς χαρακτηρισμός, ὁ ὁποῖος στὸν ἅγιο Κυπριανὸ ἔχει τὴν ἔννοια τοῦ ἀνυπόστατου, ἐν ἀντιθέσει μέ τόν Αὐγουστῖνο, πού ἐκλαμβάνεται ὡς «ἀνίσχυρου» καὶ «ἀνενεργοῦ», πλὴν ὅμως «ὑποστατοῦ» μυστηρίου...».
[109] Δωροθέου Κοτταρᾶ, Νομοκανονικαί Ἔρευναι, Ἀθῆναι 1951, σελ. 113. «Ἀπόρροια τῶν ἀνωτέρω εἶναι ἡ ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μή ἀναγνώρισις ὡς ἐγκύρων τῶν ἐκτός αὐτῆς τελουμένων μυστηρίων,ἅτινα κατ' ἀρχήν εἶναι ἄκυρα, τοῦ ἀκύρου ἔχοντος ἐνταῦθα τήν ἔννοιαν τοῦ ἀνυποστάτου».
[110] ΡΠΣ, τόμ. 3ος, σελ. 11. « ...δια μόνης χειροθεσίας μή δύνασθαι ἅγιον Πνεῦμα κατελθεῖν».
[111] «Ἡ τρίτη τάξη ἤ τρίτος τρόπος ἀποδοχῆς στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία ἐπίσης χρονολογεῖται στήν ἀρχαιότητα ὅπως καί οἱ δύο προηγούμενοι. Ὡστόσο ἡ λειτουργική τάξη της ἦταν διαφορετική στίς διαφορετικές περιόδους τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, στούς πρώτους τρεῖς αἰῶνες ὁ ἐν λόγῳ «τρίτος τρόπος ἀποδοχῆς» συμπεριέλαβε τίς ἑξῆς φάσεις: τήν μετάνοια, τήν χειροθεσία καί τήν προσευχή γιά τήν ἄφεση ἁμαρτιῶν. Στούς μεταγενέστερους αἰῶνες ἡ μετάνοια προϋπόθετε τήν ἀποποίηση τῶν πλάνων καί τό ἀνάθεμα τῆς λανθασμένης δοξασίας (χωρίς τήν χειροθεσία). Οἱ ἄλλοι κανόνες δέν ἀναφέρουν τό θεῖο μυστήριο μετάνοιας οὔτε τήν χειροθεσία, ἀλλά ὡς ἀπαραίτητο κριτήριο θέτουν τήν ὑποβολή λίβελλου δηλαδή τήν γραπτή ἀποκήρυξη τῶν προηγούμενων πλάνων καθώς καί τήν δημόσια ὁμολογία τῆς ὀρθόδοξης πίστης. Κανονικά οἱ προσερχόμενοι παρέδιναν τό ἔγγραφο αὐτό στόν ἐπίσκοπο ἤ στήν Σύνοδο». Βλπ. πρωτοπρεσβύτερος Генадије Нефедов, Увод у Св. Тајне и обреде Православне Цркве, σ. 103.
[112] ΜΣΤ', Ἀποστολικός Κανών. «Ἐπίσκοπον, ἤ Πρεσβύτερον αἱρετικῶν, δεξαμένους βάπτισμα, ἤ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν, τίς γάρ συμφώνησις Χριστῷ πρός βελίαρ; ἤ τίς μερίς πιστῷ μετά ἀπίστου»;
Μτφρ. «Διατάζουμε νά καθαιρεῖται ὁ Ἐπίσκοπος ἤ ὁ Πρεσβύτερος πού ἀποδέχεται ὡς ἔγκυρο τό βάπτισμα ἤ τήν θυσία (τήν Θεία Εὐχαριστία) τῶν αἱρετικῶν. Διότι, ποιά συμφωνία μπορεῖ νά ὑπάρξῃ ἀνάμεσα στόν Χριστό καί τόν Βελίαρ (τόν διάβολο); Ἤ ποιά κοινή μοῖρα ἔχει ὁ πιστός μέ τόν ἄπιστο;»
ΜΖ', Ἀποστολικός Κανών. «Ἐπίσκοπος, ἤ Πρεβύτερος τόν κατά ἀλήθειαν ἔχοντα βάπτισμα, ἐάν ἄνωθεν βαπτίσῃ, ἤ τόν μολυσμένον παρά τῶν ἀσεβῶν ἐάν μή βαπτίσῃ, καθαιρείσθω, ὡς γελῶν τόν σταυρόν, καί τόν τοῦ Κυρίου θάνατον, καί μή διακρίνων ἱερέας ψευδοϊερέων».
Μτφρ. «Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος, ἐάν βαπτίσῃ ξανά ἐκεῖνον πού ἔχει λάβει τό ἀληθινό βάπτισμα, ἤ ἐάν δέν βαπτίσῃ ἐκεῖνον πού ἔχει μολυνθῆ ἀπό τούς ἀσεβεῖς (αἱρετικούς), ἄς καθαιρεῖται· διότι ἐμπαίζει τόν Σταυρό καί τόν θάνατο τοῦ Κυρίου καί δέν ξεχωρίζει τούς πραγματικούς ἱερεῖς ἀπό τούς ψευδοϊερεῖς».