ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΑΙΤΙΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΟΥ ΤΗΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΟΣ "ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ"
Πρόλογος
Στό κείμενο αὐτό θά προσπαθήσουμε τό κατά δύναμιν καί ἐν συντόμῳ νά ἀπαντήσουμε στήν κριτική τοῦ διαχειριστή τοῦ ἱστολογίου "Κρυφό Σχολειό",[1] κατά τοῦ βιβλίου "Ἀναίρεσις τῶν κυπριανιστικῶν Κακοδοξιῶν".
Ἀρχικῶς ὁ κ. διαχειριστής προσεπάθησε νά ἀνοίξῃ ἕναν "διάλογο", ὅπως τόν ἀπεκάλεσε, στό Προφίλ τοῦ ἐκδότου τοῦ βιβλίου στό facebook,[2] στό ὁποῖο ἀπό τό πρῶτο μάλιστα σχόλιο ἐπιτέθηκε ὑποτιμητικά καί εἰρωνικά στόν συγγραφέα τοῦ βιβλίου διά τήν ἐργασία του. Μετά ἀπό τριάντα ἐν συνόλῳ σχολιασμούς, ὁ κάτοχος τοῦ Προφίλ ἀναγκάσθηκε νά διακόψῃ τόν ὑποτιθέμενο αὐτόν "διάλογο" λόγῳ τῆς ἀχαρακτήριστης συμπεριφορᾶς τοῦ ἐπικριτοῦ, καί ὄχι ἄμεσα ὡς ψευδῶς ἀναφέρει.
Τά σχόλια εἶναι ἀκόμη ἀναρτημένα καί ἕκαστος δύναται νά προστρέξῃ πρός ἀνάγνωση αὐτῶν καί διαπιστώσῃ ἰδίοις ὄμμασι τό ἀνυπόστατο τῶν κατηγοριῶν του ἀλλά καί τό ἀνάρμοστο ἦθος πού ὑπέδειξε!
Αὐτό ὅμως τό κείμενο ἀφορᾷ ὄχι τήν ἀνατροπή τῶν σχολίων του στό Προφίλ, ἀλλά τήν ἀπό 12ης Σεπτεμβρίου 2026 ἀνάρτησή του στό ἱστολόγιό του.
Ὡς πρώτη κίνηση τοῦ ἀπεστάλη μία σύντομη ἀπάντηση ἀπέναντι σέ κάποιες ἀπό τίς κριτικές του, ἀλλά ὅλως περιέργως διά κάποιον πού εἶναι τόσο ὑπέρ τοῦ "διαλόγου"..., δέν τήν ἀνήρτησε ἀκόμη!!!
Ὁπότε, μή ὑπαρχούσης ἄλλης ἐπιλογῆς, ἐπελέγη ἡ ἀπάντηση διά τῆς παρούσης "Ἀνατροπῆς" τῆς κριτικῆς του μέσῳ τοῦ βήματος πού διατίθεται στό διαδίκτυο.
1. Περί σχολαστικισμοῦ
Κατ' ἀρχάς προσάπτει τήν κατηγορία ὅτι τό κείμενο τοῦ βιβλίου "ἀποτελεῖ ἕνα παραλήρημα μέ ἀρκετές ὕβρεις καί χαρακτηρισμούς καί ἐμφανῆ τήν ἔλλειψη τῆς ψυχραιμίας". Βεβαίως ὁ ἀμερόληπτος ἀναγνώστης θά ἐντοπίση ἄμεσα αὐτά τά χαρακτηριστικά τῶν κατηγοριῶν, ὄχι στό πρόσωπο πού ἀπευθύνεται, ἀλλά στόν ἴδιο τόν κατήγορο, πού ὁλοφάνερα διακατέχεται ἀπό ταραχή καί ἀπόγνωση, ἡ ὁποία τόν ἀναγκάζει νά καταφεύγῃ σέ αὐτήν τήν τακτική "θόλωσης τῶν νερῶν", κάτι πού δέν τόν τιμᾷ ἰδιαιτέρως!
Τό πρῶτο πρᾶγμα πού διατάραξε αὐτήν τήν ψυχική του ἠρεμία ἦταν ἡ ἀναφορά στό βιβλίο ὅτι ἡ κακοδοξία τοῦ "κυπριανισμοῦ" ἔχει ξεκάθαρα τίς ρίζες της στήν ἐπίδραση τοῦ σχολαστικισμοῦ καί τῆς δυτικῆς Θεολογίας.
Μέσα σέ αὐτό τό "πακέτο" τῶν κακοδοξιῶν τοῦ κυπριανισμοῦ, πού ἔλαβαν τήν ἐπίδραση τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισμοῦ, ὅπως ἀναφέρονται σέ πολλά σημεῖα μέσα στό βιβλίο, ἐντάσσεται ἡ κακοδοξία τῆς ἀνεξαλείπτου ἱερωσύνης, τό δυνάμει καί ἐνεργείᾳ ἐπί τῶν Μυστηρίων κ. ἄ.., θέσεις πού συνόψισε καί ἀνέπτυξε ἐναργῶς ὁ συγγραφέας τοῦ πονήματος. Ὁ ἐπικριτής τοῦ βιβλίου πρωτίστως ἀναφέρει, ὅτι αὐτό δέν φέρει οὐδεμία μαρτυρία καί τεκμηρίωση δι' αὐτή τή θέση. Στήν συνέχεια ὅμως ἀφοῦ ἐντοπίζει τίς μαρτυρίες κατηγορεῖ τό συγγραφέα διότι, τίς ἐρανίσθη ἀπό νεοημερολογίτες Θεολόγους καί Ἀκαδημαϊκούς, καί διά αὐτό προφανῶς χάνεται ἡ ἀκεραιότητά του... ἀλλά δυστυχῶς διά τόν ἐπικριτή, δέν χάνεται ἡ ἀξιοπιστία τῆς τεκμηρίωσης!
Ἡ προσπάθεια ἀπαξίωσης τῆς τεκμηριώσεως μέ τό πρόσχημα ὅτι ἀξιοποιήθηκαν ἐπιστημονικές καί ἀκαδημαϊκές πηγές νεοημερολογιτῶν Θεολόγων, ἀποτελεῖ προφανῆ ρητορικό ἀντιπερισπασμό. Ἡ Ἀλήθεια καί τά Πατερικά κείμενα δέν χάνουν τήν ἐγκυρότητά τους ἐπειδή μνημονεύονται ἤ καταγράφονται σέ ἀκαδημαϊκά συγγράμματα.
Ἐνταῦθα ἀποκαλύπτεται πλήρως ἡ διπλή μεζούρα καί ἡ θεολογική γυμνότητα τοῦ ἐπικριτοῦ τῆς ἐκκλησιολογικῆς μελέτης. Ἀφ' ἑνός μέν ἐγκαλεῖ ἐμᾶς διότι ἀξιοποιήσαμε ἱστορικές καί ἀκαδημαϊκές πηγές διά τήν θύραθεν τεκμηρίωση κειμένων, ἀφ' ἑτέρου ὁ ἴδιος ἐπικαλεῖται πρός κατάδειξη τῆς "ὀρθοδοξότητος" τῆς κακοδοξίας τοῦ Ἀνεξαλείπτου τῆς ἱερωσύνης, ὄχι κάποιον ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἕνα ἄρθρο γραμμένο σέ νεοημερολογητικό ἱστολόγιο μέ τό γνωστό νεοημερολογίτικο "μαγείρεμα", καί ἀπό νεοημερολογίτη ἐπίσκοπο (Πειραιῶς), συλλειτουργό καί κοινωνό τῶν προεξαρχόντων τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπου ὁ ἐν λόγῳ ἐπίσκοπος παραδέχεται ὅτι, ναί μέν τό "ἀνεξάλειπτον" ἔχει παπική προέλευση, ἀλλά τό ἔχουν παραποιήσει..., ἐμεῖς ὅμως ἔχουμε τήν Ὀρθόδοξη "ἔκδοση" αὐτοῦ!!!
Ἡ ἀναφορά ὅμως τῶν Καθηγητῶν πού ἐπικαλούμαστε σέ πεῖσμα τῶν ἀντιφρονούντων, δέν ὁμιλεῖ διά δύο διαφορετικά "ἀνεξάλειπτα" τῆς ἱερωσύνης, ἕνα Ὀρθόδοξο καί ἕνα παπικό, ἀλλά μόνο διά ἕνα, καί τοῦτο παπικό. Ὁ Π. Τρεμπέλας εἶναι σαφέστατος:
"Τῆς νέας αὐτῆς διδασκαλίας τῶν σχολαστικῶν, καθ' ἥν τά μυστήρια τῶν καθῃρημένων καί αἱρετικῶν εἶναι διά τό ἀνεξάλειπτον τῆς ἱερωσύνης παράνομα μόνον, οὐχί ὅμως καί ἄκυρα ἤ ἀνίσχυρα, τήν ἐπίδραση βλέπουμε ἐμφανῆ οὐχί μόνον ἐπί τῆς νεωτέρας πράξεως τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας, ἀλλ' ὡς μή ὤφειλε καί ἐπί τῆς σκέψεως πολλῶν ἐκ τῶν νεωτέρων Ὀρθοδόξων θεολόγων, ἔτι δέ καί ἐπί διαμορφώσεώς τινος τῆς παρ' ἡμῖν ἐκκλ. πράξεως".
Ἀλλά καί στήν σελ. 22 παρουσιάζει τινάς Λογίους τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς κάτω ἀπό τήν ἐπιρροή τῆς Δύσης: "πρός τἀνωτέρω Ἰωσήφ ὁ Βρυένιος, προδήλως διατελῶν ὑπό τήν ἐπίδραση τῆς δυτικῆς θεολογίας...", ὡς καί: "Εὐγένιος Βούλγαρις ὑπό τήν ἐπίδραση τῆς δυτικῆς θεολογίας σημειοῖ ἐν ταῖς Κριτικαῖς αὐτοῦ ἐπιστασίαις τῆς τοῦ Νεοφύτου γραμματικῆς, ὅτι "ἡ καθαίρεσις ἔκπτωσίς τίς ἐστιν ἀπό τῆς ἱεροτελεστίας...". Ἐπίσης καί ὁ Παντελεήμων Ροδόπουλος ἀναφέρει κατηγορηματικά ὅτι: "Ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία καθιέρωσε τό δόγμα αὐτό (τό τῆς Ἀνεξαλείπτου Ἱερωσύνης) διά τῆς ἐν Τριδέντῳ συνόδου (1545-1563). Μερικοί Ὀρθόδοξοι θεολόγοι ἐπηρεασθέντες ἐκ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς διδασκαλίας ἐδέχθησαν τήν θεωρίαν αὐτήν".[3]
Οἱ κυπριανιστέςς ὅμως εἶναι ἐντελῶς τυφλοί καί ἄκαμπτοι πρός κάθε μαρτυρία πού δέν ἐξυπηρετεῖ τίς πεπλανημένες δοξασίες τους.
2. Οἱ ἐντός Ἐκκλησίας κρυφοί αἱρετικοί
Σέ ἄλλο σημεῖο θέτει μέ πονηρία τό ἐρώτημα περί τῆς ἐγκυρότητας τῶν Μυστηρίων τῶν κρυφῶν αἱρετικῶν, πού δροῦν καί ἐνεργοῦν Μυστήρια ἐντός τῶν ὁρίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ποιμνίου καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς του Ἀρχῆς, ἐλπίζοντας νά ἐγκλωβίσῃ τό "θήραμά" του, εἴτε μέ μία ἀρνητική εἴτε μέ μιά θετική ἀπάντηση!
Μέ τή ἐρώτησή του αὐτή ἐπιχειρεῖ νά στήσῃ ἕνα σοφιστικό "ψευδό-δίλημμα" (False Dilemma), χρησιμοποιώντας τήν τακτική τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς (reductio ad absurdum).
Οὕτω, σέ αὐτό τό τεχνητό καί σοφιστικό δίλημμά του, ὅπου ἱσχυρίζεται ὅτι δῆθεν "φοβόμαστε νά ἀπαντήσουμε", τοῦ ἀπαντοῦμε μέ ἀπόλυτη θεολογική καί κανονική σαφήνεια:
ΟΧΙ, ὁ κρυφός αἱρετικός ΔΕΝ στερεῖ τούς πιστούς ἀπό τή Χάρη τῶν Μυστηρίων.
Ἡ Ἐκκλησία δέν στερεῖ τή Χάρη ἀπό τούς πιστούς ἐπειδή ἕνας κληρικός ὑποκρίνεται, διότι τά Μυστήρια τελοῦνται ὑπό τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι ὡς ἀτομική ἰδιοκτησία τοῦ κληρικοῦ. Ὅσο ὁ κληρικός δέν κηρύσσει φανερά τήν αἵρεση, τό ποίμνιο προσέρχεται στήν Πίστη τῆς Ἐκκλησίας καί λαμβάνει τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνῷ ὁ ὑποκριτής κληρικός "κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει" (Α΄ Κορ. ια΄ 29) καί "τό κρῖμα τῆς ἀπάτης βαστάσει..." (Μ. Βασίλειος, PG 32, 545).
Ὁ Μ. Βασίλειος ἀντιμετώπισε ἄμεσα στήν ἐποχή του περιπτώσεις Ἐπισκόπων πού ὑποκρίνονταν τήν Ὀρθοδοξία, ὅπως ὁ ἀμφιταλαντευόμενος Εὐστάθιος Σεβαστείας. Τόν Εὐστάθιο ἀποδεχόταν ὁ Ἅγιος μετά ἀπό τίς πάμπολλες περιδινήσεις του, καί παρά τίς ἔντονες διαμαρτυρίες τῶν συνεπισκόπων του, ἐφ᾿ ὅσον ἐκεῖνος ὑπέγραφε τήν Ὀρθόδοξη Ὁμολογία καί δέν ἐκδηλωνόταν φανερά. Γράφει χαρακτηριστικά ὁ Μ. Βασίλειος (Ἐπιστολή 226):
"Αὐτό δέ τό ἴδιο θά μποροῦσε νά εἶναι χρήσιμο καί πρός ἐκείνους πού ὑποπτευόμαστε ὅτι διάκεινται ἐναντίον πρός τήν ὑγιαίνουσα διδασκαλία καί συγκαλύπτουν τό φρόνημα τῆς κακοδοξίας τους μέ εὐπρόσωπες δικαιολογίες. Διότι καί διά αὐτούς εἶναι ἀρκετή ἡ περιεχομένη πίστις [τῆς Νικαίας]. Διότι ἢ θά θεραπεύσουν τήν κρυφή νόσο πού ἔχουν μέσα τους, ἢ, ἂν τήν συγκαλύπτουν βαθιά μέσα τους, οἱ ἴδιοι μέν θά σηκώσουν τό κρῖμα τῆς ἐξαπάτησης, σέ ἐμᾶς δέ θά ἑτοιμάσουν ἐλαφρά τήν ἀπολογία κατά τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ὅταν ὁ Κύριος θά ἀποκαλύψῃ τά κρυπτά τοῦ σκότους καί θά φανερώσῃ τίς βουλές τῶν καρδιῶν. Πρέπει, λοιπόν, νά τούς δεχόμαστε ὅταν ὁμολογοῦν ὅτι πιστεύουν σύμφωνα μέ τά ῥήματα πού ἐκτέθηκαν ἀπό τούς Πατέρες μας ἐν Νικαίᾳ καί σύμφωνα μέ τήν ὀρθή ἔννοια πού φανερώνεται ἀπό αὐτά τά ρήματα".[4]
Ὅταν λοιπόν ὁ κληρικός κρύπτει τήν πλάνη του καί ὑποκρίνεται, "αὐτός μέν τό κρῖμα τῆς ἀπάτης βαστάσει", ἐνῷ οἱ πιστοί καί ἡ Ἐκκλησία ἔχουν "κούφην τήν ἀπολογίαν" καί δέν στεροῦνται τόν Ἁγιασμό. Ὅταν ὅμως ὁ αἱρετικός κηρύττῃ "γυμνῇ τῇ κεφαλῇ" καί παρρησίᾳ τήν κακοδοξία, τότε δέν πρόκειται περί κρυφῆς ὑποκρισίας, ἀλλά περί δημόσιου μολυσμοῦ, ἀπό τόν ὁποῖον οἱ πιστοί ὀφείλουν νά ἀποτειχισθοῦν.
Ὑπάρχει λοιπόν μία εἰδοποιός διαφορά. Ἄλλο "Κρυφή Ὑποκρισία" καί ἄλλο "Φανερή Κακοδοξία"!
Αὐτό πού ἡ Πατερική παράδοση (καί ὁ 15ος Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου) καταδικάζει καί ἀποκόπτει πρό συνοδικῆς διαγνώσεως εἶναι ἡ αἵρεση πού κηρύσσεται "γυμνῇ τῇ κεφαλῇ" καί "παρρησίᾳ ἐπ' ἐκκλησίας".
Μέ τήν κρυφή αἵρεση/ὑποκρισία ἡ Ἐκκλησία δέν μολύνεται, διότι ἡ πλάνη δέν ἔχει καταστῆ δημόσιο δόγμα. Ὁ πιστός κοινωνεῖ Χριστό, ἐνῷ ὁ κληρικός μολύνει μόνο τον ἑαυτό του.
Στή φανερή αἵρεση ὁ κληρικός μετατρέπει τόν ἄμβωνα καί τό Ἅγιο Ποτήριο σέ βῆμα διασπορᾶς τοῦ δηλητηρίου. Ἐδῶ ὁ πιστός πού ἐν γνώσει του ἀδιαφορεῖ καί ἐκκλησιάζεται/κοινωνεῖ μαζί του, συνευδοκεῖ καί μολύνεται, διότι ἡ κοινωνία μέ φανερό αἱρετικό συνιστᾷ ἄρνηση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως
Ποιός λοιπόν εἰσάγει παράλογες θεωρίες; Σύμφωνα μέ τή δική του λογική: Ἕνας Πατριάρχης ἤ Ἐπίσκοπος μπορεῖ νά κηρύσσῃ φανερά, δημόσια καί ἐπί δεκαετίες καταδικασμένες παναιρέσεις (ὅπως ὁ οἰκουμενισμός), νά συμπροσεύχεται μέ αἱρετικούς, νά ὑπογράφῃ αἱρετικά κείμενα (Κολυμπάρι, Μπαλαμάντ, Ραβέννα) καί παρ' ὅλα αὐτά νά παραμένει "ζωντανό καί κανονικό μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ" καί νά παρέχει Ἁγιασμό στούς πιστούς!
Δηλαδή, κατά τή δική του ἐκκλησιολογία, ἡ φανερή βλασφημία του Ἁγίου Πνεύματος δέν ἐμποδίζει τή Θεία Χάρη!
Ἡ ἀναφορά τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού τοῦ παρατέθηκε ("Εἰ δέ ἐν ὑπουλότητι ἔχουσι, κρίνει ἐπ' αὐτούς ὁ Θεός") δέν ἦταν "ὑπεκφυγή", ἀλλά ἡ ἴδια ἡ θεολογική λύση τῆς Ἐκκλησίας! Οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου ξεκαθάρισαν ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν κυνηγάει καρδιογνῶστες οὔτε ἀσχολεῖται μέ τή διάγνωση τῆς κρυφῆς ὑπουλότητας. Ἡ Ἐκκλησία κρίνει καί ἀποκόπτει τό φανερό κακό.
Δέν ὑπάρχει κανένα "χάος" στήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, παρά μόνο στό δικό του μυαλό πού συγχέει τήν κρυφή ἁμαρτία-ὑποκρισία μέ τή δημόσια διακήρυξη αἱρέσεως. Ὁ κρυφός αἱρετικός κρίνεται ἀπό τόν Θεό καί δέν βλάπτει τό ἀπονήρευτο ποίμνιο. Ὁ φανερός ὅμως αἱρετικός, πού κηρύττει γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, ἀποκόπτεται ἀπό τήν Ἀλήθεια, γίνεται "ψευδεπίσκοπος" καί ὅποιος τόν ἀκολουθεῖ ἐν γνώσει του, γίνεται συμμέτοχος τῆς ἀλλοτριώσεώς του.
Ἀντί λοιπόν νά ἐφευρίσκῃ φανταστικά σενάρια διά "κρυφούς αἱρετικούς" διά νά δικαιολογήσῃ τά ἀδικαιολόγητα, ἄς ἀπαντήσῃ εὐθέως: Ὁ φανερός καί ἀμετανόητος αἱρετικός εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ΝΑΙ ἤ ΟΧΙ;
Καταφανής ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἡ ἄκρως σχολαστικιστική τακτική, βάσει τῆς ὁποίας δέν ἀφήνουν τίποτα στήν πρόνοια καί κρίση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὅλα ἐπιχειροῦν νά τά ἀναλύσουν μέ τή λογική τους καί ἀνθρώπινα ψευδεπιχειρήματα, καί μετά διαμαρτύρονται ὅταν τούς ἀποκαλοῦν σχολαστικούς!
3. Ἡ ἠθική τῆς Ἐκκλησίας
Σέ ἄλλο σημεῖο ὁ αὐτόκλητος κατήγορος, σχολιάζοντας τήν ἀλήθεια ὅτι ἡ αἵρεση ἀποκόπτει ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἐνῷ ἡ ἠθική ἁμαρτία ὄχι, ἐπιχειρεῖ μία πρωτοφανῆ θεολογική ἰσοπέδωση, συγχέοντας τά ἠθικά παραπτώματα μέ τήν ἀλλοίωση τῆς Πίστεως. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἰσοπέδωση ἀποκαλύπτει πλήρη ἄγνοια τῆς Πατερικῆς ἐκκλησιολογίας.
Ὁ κατήγορος αὐτός μέ τίς θέσεις του διαστρέφει τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας! Ὁ ἁμαρτωλός (ἀκόμη καί ὁ βαρύτατα ἁμαρτωλός) δέν ἀλλάζει τό Πιστεύω τῆς Ἐκκλησίας· ἀναγνωρίζει τήν πτώση του, παραμένει ἐντός τοῦ Σώματος ὡς "ἀσθενές μέλος" (ὑπό ἐπιτίμιο) καί δύναται διά τῆς μετανοίας καί τῆς Ἐξομολογήσεως νά θεραπευθῇ. Ὁ αἱρετικός ὅμως, φρονῶν τά τοῦ Διαβόλου, ἀλλοιώνει τήν ἴδια τήν Ὁμολογία τῆς Πίστεως, δηλαδή τό ὑπόβαθρον ἐπί τοῦ ὁποίου ὑφίσταται ἡ Ἐκκλησία. Ὅπως διδάσκει ὁ Ἅγιος Ἀγάθων,[5] ἡ αἵρεση εἶναι μεγαλύτερο κακό ἀπό τήν ἁμαρτία, διότι ἡ ἁμαρτία τραυματίζει τό μέλος, ἐνῷ ἡ αἵρεσις ἀποκόπτει τό μέλος ἀπό τήν Κεφαλή (τόν Χριστό). Ὁ ἁμαρτωλός ἔχει Πίστη καί προσδοκᾷ ἔλεος· ὁ αἱρετικός ἔχει ἀλλοτριωμένη Πίστη, ἄρα προσφέρει λατρεία σέ ἕναν "ἄλλον" Θεό.
4. Ἡ καθαρότητα τῆς Ἐκκλησίας
Ὡς πρός τό περί καθαρότητος τῆς Ἐκκλησίας & Ἰωσήφ Καλοθέτου, ἰσοπεδώνει καί πάλι τά πάντα, συγχέοντας τήν ὑποστατική καθαρότητα τῆς Ἐκκλησίας (ἡ Ὁποία εἶναι Ἁγία, Ἄσπιλος καί Ἀμόλυντος ὡς Σῶμα Χριστοῦ) μέ τά ἁμαρτωλά μέλη Της.
Ἡ Ἐκκλησία παραμένει Ἁγία καί Ἀμόλυντος διότι κατέχει τήν Ἀλήθεια καί τήν Χάρη, ὄχι ἐπειδή τά μέλη Της εἶναι ἀναμάρτητα!
Ὅταν ὁ Ἰωσήφ Καλόθετος γράφῃ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι "ἀπηλλαγμένη ἀπό κάθε ρύπο", ἀναφέρεται στήν καθαρότητα τοῦ Δόγματος καί τοῦ Ἤθους Της, τό ὁποῖο δέν μολύνεται ἀπό τήν ἁμαρτωλότητα τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ ἁμαρτωλός φέρει τόν ρύπο στόν ἑαυτό του (καί γι' αὐτό καθαίρεται διά τῆς μετανοίας), ἐνῷ ὁ αἱρετικός προσπαθεῖ νά προσάψῃ τόν ρύπο τῆς πλάνης στήν ἴδια τήν Ἐκκλησία. Ἄρα, κανένας "αὐτοαναθεματισμός" δέν ὑφίσταται, παρά μόνο στή φαντασία τοῦ κατηγόρου τῆς Ἀληθείας...
5. Παραπλανητικές κατηγορίες περί Δονατισμοῦ...
Ἡ κατηγορία περί... "Δονατισμοῦ" εἶναι παντελῶς ἀνόητη!
Ὅταν ἀναφέρεται στή μελέτη ὅτι "ὁ αἱρετικός [ὡς αἱρετικός] οὐδέποτε σώζεται", ἐννοεῖ τό προφανές: ὅσο παραμένει στήν αἵρεση!
Ὁ ἁμαρτωλός σώζεται μετανοώντας διά τίς πράξεις του ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ αἱρετικός διά νά σωθῇ πρέπει νά ἀποκηρύξῃ τήν αἵρεση καί νά ἐπιστρέψῃ/προσέλθῃ στήν Ὀρθοδοξία! Ὅσο παραμένει αἱρετικός, καμμία "ἠθική ἀρετή" ἢ "καλοσύνη" δέν μπορεῖ νά τόν σώσῃ, διότι "ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας οὐκ ἔστι σωτηρία" (Ἅγιος Κυπριανός).
Ἡ προσπάθεια λοιπόν τοῦ δῆθεν ἐλεγκτῆ τῶν θέσεων τῆς ἐκκλησιολογικῆς μελέτης νά δημιουργήσῃ ἐντυπώσεις καταρρέει θεολογικῶς σέ ὅλα τά μέτωπα:
Ὡς πρός τήν ἐπιστράτευση ἠθικῶς ὁριακῶν παραδειγμάτων ὁ ἐνιστάμενος χρησιμοποιεῖ ἀκραῖες περιπτώσεις (παιδοφίλους, βιαστές), ἐπιχειρώντας νά διεγείρῃ τόν συναισθηματισμό διά νά καλύψῃ τό θεολογικό του ἔλλειμμα. Ἡ Πατερική ἀπάντησις εἶναι ξεκάθαρη: Ὁ βαρέως ἁμαρτάνων τελεῖ ὑπό καθαίρεση ἢ ἀφορισμό, ἤ ἄλλα ἐπιτίμια ἀναλόγως τῆς θέσεώς του∙ εἶναι βαρέως νοσῶν, ἀλλά ἂν μετανοήσῃ, ἡ Πίστη τήν ὁποία ὀφείλει νά ὁμολογήσῃ καί στήν ὁποία ἐπιστρέφει εἶναι ἡ Μία καί Ὀρθόδοξος. Ὁ αἱρετικός, ὅμως, ὅσο ἐμμένει στήν πλάνη του, λατρεύει ἕναν ψεύτικο "Θεόν" τοῦ δικοῦ του μυαλοῦ καί ἀλλοιώνει τό Δόγμα.
Ὡς πρός τήν καθαρότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δόγμα ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἁγία, Ἄσπιλος καί Ἀμόλυντος ὄχι ἐπειδή τά μέλη Της εἶναι ἀναμάρτητα, ἀλλά ἐπειδή ἡ Κεφαλή Της εἶναι ὁ Χριστός καί θησαυρός Της ἡ Ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια. Ἡ ἁμαρτωλότητα τῶν ἀνθρώπων τραυματίζει τά ἴδια τά μέλη, ἀλλά δέν μολύνει τήν Ἁγιότητα τοῦ Σώματος.
Ὡς πρός τήν ἀνόητη κατηγορία περί "Δονατισμοῦ", ὑπογραμμίζεται ὅτι ὁ Δονατισμός ὑποστήριζε ὅτι ἡ ἠθική ἁμαρτωλότης τοῦ Ἱερέως ἀκυρώνει τά Μυστήρια. Εἰς οὐδέν σημεῖον τοῦ βιβλίου ὑποστηρίζεται κάτι παρόμοιο. Ἡ ἐν λόγῳ θέση τῆς μελέτης εἶναι ξεκάθαρη καί ταυτίζεται ἀπόλυτα μέ τήν αἰώνια ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας: ὅτι οὐδεμία σωτηρία ὑπάρχει διά τόν αἱρετικό, ἐφ᾿ ὅσον ἐμμένει στήν αἵρεση καί δέν μετανοεῖ.
Δέν πρόκειται λοιπόν περί "ὑποκειμενικῶν θεωριῶν" ἢ "Δονατισμοῦ", ἀλλά περί τῆς διαχρονικῆς Πατερικῆς ἐκκλησιολογίας, τήν ὁποία ὁ ἐπικριτής ἀδυνατεῖ νά συλλάβῃ, ἐγκλωβισμένος σέ σχολαστικιστικούς καί νομικίστικους βερμπαλισμούς.[6]
6. Ἡ προσπάθεια τεχνητῆς σπιλώσεως διά τοῦ "διαλόγου κατά Λουκιφεριανῶν"
Ὁ κατήγορος τοῦ βιβλίου μέ τόν πλέον δοκησίσοφο τρόπο, στήν ἀπεγνωσμένη του προσπάθεια νά κατατάξῃ τήν ἐν λόγῳ ἐκκλησιολογική μελέτη στήν κατηγορία τῶν "ἀκροτήτων" καί νά ἀποσείσῃ ἀφ' ἑαυτοῦ τήν εὐθύνη τῆς κυπριανιστικῆς κακοδοξίας, ἐπιστρατεύει πλέον καί τό ἔργο τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου "Διάλογος κατά Λουκιφεριανῶν" (Dialogus contra Luciferianos).
Ἡ τακτική του εἶναι προφανής: προσπαθεῖ νά κατασκευάσῃ ἕναν τεχνητό ἱστορικό παραλληλισμό, ταυτίζοντας τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία περί ἀποτειχίσεως ἀπό τή φανερή αἵρεση μέ τό ἐκκλησιαστικό σχίσμα τῶν Λουκιφεριανῶν τοῦ 4ου αἰῶνος!
Τί ἦταν οἱ Λουκιφεριανοί καί ποία ἡ πλάνη τους; Οἱ Λουκιφεριανοί (ὑπό τόν Ἐπίσκοπο Καλάρεως Λουκίφερα) ὑποστήριζαν ὅτι ὅσοι Ἐπίσκοποι εἶχαν λυγίσει ἢ ὑπογράψει συμβιβαστικά κείμενα στή Σύνοδο τῆς Ἀριμίνου (359 μ.Χ.) ἐξέπεσαν ἀμετάκλητα καί διά παντός ἀπό τήν Ἱερωσύνη. Ἀρνοῦνταν κατηγορηματικά νά τούς δεχθοῦν πίσω στήν Ἐκκλησία ὡς Ἐπισκόπους, ἀκόμη καί ὅταν ἐκεῖνοι μετανόησαν εἰλικρινῶς, ἀποκήρυξαν τόν ἀρειανισμό καί ἐπέστρεψαν στήν Ὀρθόδοξη Ὁμολογία. Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος, ὑπερασπιζόμενος τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Ἀλεξανδρείας (362 μ.Χ.) ὑπό τόν Μέγα Ἀθανάσιο, ἀπέδειξε ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ἀσκώντας τήν ἄκρα ἐκκλησιαστική Οἰκονομία, δέχεται τούς μετανοοῦντας ἁμαρτήσαντας Ποιμένας, ὥστε νά μή διασπασθῇ τό Σῶμα Της.
Ὁ ἐνιστάμενος ἐπιστρατεύει τό κείμενο αὐτό διά νά ἰσχυρισθῇ ὅτι προβάλλεται δῆθεν μία "Λουκιφεριανή" ἐκκλησιολογία! Ὅμως, ἡ σύγκριση αὐτή ἀποκαλύπτει εἴτε ἐσχάτη θεολογική ἄγνοια εἴτε σκόπιμη παραπλάνηση.
Οἱ Λουκιφεριανοί ἀρνοῦνταν τήν ἐπιστροφή καί τή σωτηρία σέ ἐκείνους πού ΑΠΟΚΗΡΥΞΑΝ τήν αἵρεση καί ΜΕΤΑΝΟΗΣΑΝ.
Ἡ μελέτη οὐδαμοῦ δέν ἀρνήθηκε τήν μετάνοια σέ ὁποιονδήποτε ἐπιστρέφει στήν Ὀρθοδοξία!
Ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἐλέγχεται καί ἐπιβάλλει τήν ἀποτείχιση –συμφώνως μέ τόν 15ο Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας– εἶναι ἡ ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗ, ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΑΙ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΗ κήρυξη τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ"!
Ὁ ἐπικριτής διαπράττει τό ἑξῆς θεολογικό ἀτόπημα: χρησιμοποιεῖ τά παραδείγματα τῆς Ἐκκλησίας περί ΜΕΤΑΝΟΟΥΝΤΩΝ αἱρετικῶν διά νά δικαιολογήσῃ τήν κοινωνία καί τήν ἀνοχή πρός τούς ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΥΣ φανερούς αἱρετικούς!
Ἡ εὐθεῖα ἀπάντηση πρός αὐτόν εἶναι ἡ ἑξῆς:
Ἡ ἐπίκληση τοῦ "Διαλόγου κατά Λουκιφεριανῶν" συνιστᾷ φθηνό καί παραπλανητικό ἀντιπερισπασμό. Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος κατέκριναν ὅσους ἀρνοῦνταν νά δεχθοῦν τούς μετανοήσαντας Ἐπισκόπους. Εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νά ἐπικαλεῖται τήν φιλανθρωπία καί τήν οἰκονομία τῆς Ἐκκλησίας πρός τούς μετανοοῦντας, διά νά ἀμνηστεύσῃ καί νά θεωρῇ "κανονικούς Ἐπισκόπους" τούς ἀμετανόητους Πατριάρχες καί Ἐπισκόπους, πού ἐπί δεκαετίες συμπροσεύχονται μέ αἱρετικούς, ὑπογράφουν αἱρετικά κείμενα καί μολύνουν τό Ποτήριο τῆς Πίστεως;
"Λουκιφεριανισμός" εἶναι νά ἀρνεῖσαι τήν σωτηρία στόν μετανοοῦντα. "κυπριανισμός" καί "οἰκουμενισμός" εἶναι νά χαρίζῃς τήν Χάρη καί τήν ἐκκλησιαστική κανονικότητα στόν ἀμετανόητο αἱρετικό. Ἡ Ὀρθοδοξία οὐδέποτε ταυτίστηκε μέ καμμία ἀπό αὐτές τίς δύο ἐκτροπές!
7. Ἡ ἀστειότητα τῆς κατηγορίας περί "Καθαρῶν"
Ὁ ὄψιμος ἐπικριτής καί κατήγορος τῆς ἐκκλησιολογικῆς μελέτης, ἐλλείψει θεολογικῶν ἐπιχειρημάτων, φθάνει στό σημεῖο νά ἐκτοξεύσῃ ἀκόμη καί τήν κατηγορία περί δῆθεν ὑπερασπίσεως τῆς αἱρέσεως τῶν "Καθαρῶν" (Νοβατιανῶν)!
Οἱ Καθαροί (Νοβατιανοί) τοῦ 3ου αἰῶνος ἀρνοῦνταν τήν μετάνοια καί τήν ἐπιστροφή στήν ἐκκλησιαστική κοινωνία ὅσων εἶχαν λυγίσει κατά τούς διωγμούς (τούς "πεπτωκότας"), θεωρώντας ὅτι ἡ Ἐκκλησία "μολύνεται" ἂν δεχθῇ μετανοοῦντες ἁμαρτωλούς!
Εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νά ἐξισώνῃ τήν αἵρεση τῶν Καθαρῶν (πού ἔκλειναν τήν πόρτα τῆς μετανοίας στόν μετανοοῦντα ἁμαρτωλό) μέ τήν Ὀρθόδοξη κανονική τάξη διά τήν εἰσδοχή καί ἀποκατάσταση τοῦ μετανοοῦντος αἱρετικοῦ; Ἡ σύγκριση αὐτή συνιστᾷ θεολογική ἀλχημεία καί φθηνό ἐντυπωσιασμό.
8. Ἡ οὐσία τοῦ Τόμου Ἑνώσεως (920 μ.Χ.)
Ὁ ἐπικριτής παραθέτει ἐπίσης τό ἱστορικό πλαίσιο τοῦ Τόμου Ἑνώσεως (τό σχίσμα Πατριάρχου Νικολάου καί Εὐθυμιανῶν διά τήν τετραγαμία τοῦ Λέοντος ΣΤ΄) ἰσχυριζόμενος ὅτι τό σχετικό ἀπόσπασμα, τό ὁποῖο μνημονεύεται στήν μελέτη "δέν ἔχει καμμία σχέση" μέ τό πραγματευόμενο θέμα. Ἀγνοεῖ ὅμως (ἢ σκόπιμα ἀποκρύπτει) τήν ἐκκλησιολογική ἀρχή πού διατυπώνει ὁ Τόμος:
Ὁ Τόμος Ἑνώσεως ἀναθεματίζει ὅσους ἰσχυρίζονταν ὅτι ἡ Ἐκκλησία "μολύνθηκε" ἐπειδή δέχθηκε διά τῆς μετανοίας, τῆς ἀποκηρύξεως καί τῆς διορθώσεως τοῦ σκανδάλου (παύση τῆς τετραγαμίας) ἐκείνους πού εἶχαν σφάλει.
Ἡ Ἐκκλησία, δηλονότι, διετήρησε τό "καθαρόν καί ἄχραντον" τῆς Ἁγιότητος καί τῶν Μυστηρίων Της, ἀκριβῶς διότι ἡ προϋπόθεση τῆς οἰκονομίας ὑπῆρξε ἡ ἀθέτηση, ἡ ἀποκήρυξη καί ἡ θεραπεία τοῦ σκανδάλου!
Ὁ Τόμος Ἑνώσεως ἐπιβεβαιώνει ἀπόλυτα τήν ἐκκλησιολογική θέση τῆς μελέτης, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μένει Ἀμόλυντος ὅταν ἡ πλάνη/σκάνδαλο ἀποκηρύσσεται καί διορθώνεται, καί ὄχι ὅταν ἡ αἵρεση κηρύσσεται "γυμνῇ τῇ κεφαλῇ" καί οἱ Ποιμένες ἐμμένουν ἀμετανόητοι σέ αὐτήν!
Ὁ ἐνιστάμενος προσπαθεῖ νά ἐγκλωβίσῃ τήν ἀλήθεια στά ἱστορικά συμφραζόμενα τοῦ 920 μ.Χ., ἀδυνατώντας νά κατανοήσῃ ὅτι οἱ Ὅροι καί τά Ἀναθέματα τῶν Συνόδων διατυπώνουν αἰώνιες ἐκκλησιολογικές ἀρχές. Ὁ Τόμος Ἑνώσεως διακηρύσσει ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν μολύνεται ὅταν δέχεται τούς μετανοοῦντες οἱ ὁποῖοι ΑΠΟΚΗΡΥΣΣΟΥΝ τό σκάνδαλο. Ὁ ἴδιος ὅμως, ἐπιστρατεύει τόν Τόμο προκειμένου νά προβάλῃ τόν ἰσχυρισμό ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν μολύνεται ἀκόμη κι ὅταν οἱ Ποιμένες Της ΕΜΜΕΝΟΥΝ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ στήν παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ!
Τούς μέν μετανοήσαντες τῆς τετραγαμίας ἡ Ἐκκλησία τούς ἔσωσε διά τῆς ἀποκηρύξεως τοῦ σκανδάλου. Τούς δέ ἀμετανόητους οἰκουμενιστές, ὁ ἐν λόγῳ ἐπικριτής ἀξιοῖ νά θεωροῦνται "κανονικοί" χωρίς καμμία ἀποκήρυξη τῆς πλάνης τους! Ποιός λοιπόν παραχαράσσει τό πνεῦμα τῶν Ἁγίων Συνόδων;
9. Ἀπάντηση περί 49ης Ὑποσημειώσεως
Ὁ ὄψιμος κατήγορος, προκειμένου νά δημιουργήσῃ ἐντυπώσεις καί νά καλύψῃ τά ἀδικαιολόγητα, καταφεύγει στή δημοσίευση ἑνός συγκριτικοῦ πίνακα (Ἐκκλησίας Ἀλβανίας 2022 καί π. Θεοδωρήτου 1979), παραποιώντας πλήρως τό νόημα τῆς ὑποσημειώσεως 49 τοῦ βιβλίου!
Τί πραγματικά γράφει ἡ ὑποσημείωση 49; Ἡ ὑποσημείωση παραθέτει τήν Ἀνακοίνωση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλβανίας διά τό Οὐκρανικό ζήτημα, διά ἕναν καί μοναδικό συγκεκριμένο λόγο: διότι στό κείμενο αὐτό ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἀλβανίας ὁμολογεῖ τό αὐτονόητο — ὅτι δηλαδή ὁ καθαιρεμένος, ἀναθεματισμένος καί ἀποκεκομμένος (ὅπως ὁ Φιλάρετος Ντενισένκο) "καθίσταται ἀδρανής καί δέν μεταδίδει καμμία χάρη", ἄρα οἱ χειροτονίες πού τελεῖ (ὅπως τοῦ Ἐπιφανίου) εἶναι ἀνύπαρκτες καί ἄκυρες!
Τό σχόλιο ἦταν σαφέστατο: εἶναι τραγικό οἱ ὑποτιθέμενοι "ἀντιοικουμενιστές" τῆς κυπριανιστικῆς θεωρίας νά θεωροῦν ἔγκυρα τά μυστήρια τῶν καθαιρεμένων/αἱρετικῶν, τήν ὥρα πού ἀκόμη καί οἱ οἰκουμενίζοντες ἀναγκάζονται (λόγῳ τῆς κοινῆς λογικῆς) νά παραδεχθοῦν ὅτι ὁ ἀποκομμένος δέν μεταδίδει Χάρη!
Ἀντί ὅμως νά ἀπαντήσῃ στήν οὐσία (δηλαδή στό ἂν ὁ καθῃρημένος/αἱρετικός μεταδίδει Χάρη ἢ ὄχι), ἀπομονώνει μία παρομοίωση ("ἠλεκτρική συσκευή") διά νά τήν συγκρίνῃ μέ τά κείμενα τοῦ π. Θεοδωρήτου περί "λαμπῶν καί ρεύματος"!
Αὐτός ὁ συμψηφισμός ὅμως στρέφεται ἐναντίον του! Ἄν ὁ π. Θεοδώρητος (συνήγορος τῆς κυπριανιστικῆς θεωρίας) καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας χρησιμοποιήσουν τά ἴδια δυτικότροπα, μηχανιστικά παραδείγματα ("ρεῦμα, λάμπες, πρίζες"), αὐτό ἀποδεικνύει ὅτι ἀμφότεροι διακατέχονται ἀπό τήν ἴδια σχολαστική προσέγγιση καί ἀντίληψη περί τῆς Θείας Χάριτος!
Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι ἡ μέν Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας χρησιμοποίησε τήν ἀρχή αὐτή διά νά ἀπορρίψῃ τίς χειροτονίες τῶν σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας, ἐνῷ ὁ ἐπικριτής καί οἱ ὁμοϊδεάτες του, χρησιμοποιοῦν τίς "σβηστές λάμπες" διά νά πείσουν ὅτι οἱ αἱρετικοί ἐπίσκοποι... "ἔχουν Ἱερωσύνη" καί τελοῦν ἔγκυρα Μυστήρια!
Ὁ κατήγορος νόμισε ὅτι "συνέλαβε" τήν ἐκκλησιολογική μελέτη νά ἀγνοοῇ τήν ἐκκλησιολογία! Στήν πραγματικότητα ὅμως, ἀποκαλύφθηκε ὁ ἴδιος.
Ἡ ὑποσημείωσις 49 παρατέθηκε διά νά δείξῃ ὅτι ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει Ἱερωσύνη οὔτε μετάδοση Χάριτος. Ὁ κατήγορος προσπέρασε τήν οὐσία τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς καί τῆς ἀκυρότητος τῶν χειροτονιῶν, καί πιάστηκε ἀπό τίς... "ἠλεκτρικές συσκευές"!
Ἐπιστρέφεται λοιπόν πρός αὐτόν τό ἐρώτημα: Ἀφοῦ ἐπικαλεῖται τόν π. Θεοδώρητο πού παρομοιάζει τόν ἱερέα μέ "λάμπα ἐκτός ρεύματος", ἄς ἀπαντήσῃ εὐθέως: Ἡ σβηστή λάμπα φέγγει; ΟΧΙ. Ὁ ἀποκομμένος αἱρετικός μεταδίδει Χάρη; ΟΧΙ. Γιατί λοιπόν ἐπιμένει νά θεωρῇ ἔγκυρα τά μυστήρια τῶν φανερῶν αἱρετικῶν; Ἀπό ποιά μετάδοση;
10. Ἡ ἀποδόμηση τῆς γραμματικῆς σοφιστείας του περί τοῦ ΙΘ΄ Κανόνος τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου
Ὁ γράμματι προσκολλώμενος κατήγορος, ἀδυνατώντας νά ἀντιμετωπίσῃ τήν ἀδιάσειστη λογική καί θεολογική συνέπεια τοῦ ΙΘ΄ Κανόνος τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, προσπαθεῖ νά πιασθῇ ἀπό τή λέξη "ἐνταῦθα" τῶν ἱερῶν Ἑρμηνευτῶν (Ζωναρᾶ, Βαλσαμῶνος, Ἁγίου Νικοδήμου), ἰσχυριζόμενος ὅτι ἡ καταχρηστική χρῆσις τοῦ ὅρου "καθαίρεσις" ἰσχύει... "μόνο σέ αὐτήν τήν περίπτωση"!
Ἡ προσπάθειά του αὐτή ἀποκαλύπτει πλήρη σύγχυση μεταξύ τῆς γραμματικῆς ἑρμηνείας ἑνός συγκεκριμένου Κανόνος καί τῆς γενικῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀρχῆς πού διέπει ὅλους τούς Ἱερούς Κανόνες.
Γιατί οἱ Ἑρμηνευτές χρησιμοποιοῦν τή λέξη "ἐνταῦθα"; Οἱ ἱεροί Κανονολόγοι (Ζωναρᾶς, Βαλσαμών, Ἅγιος Νικόδημος) γράφουν "ἐνταῦθα", δηλαδή "στόν παρόντα Κανόνα", διότι σχολιάζουν τή συγκεκριμένη λέξη "καθαιρεῖσθαι" πού χρησιμοποίησαν οἱ Πατέρες τῆς Νικαίας διά τούς Παυλιανιστές, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀβάπτιστοι αἱρετικοί.
Ἐπειδή ὁ Κανὼν χρησιμοποιεῖ τή λέξη "καθαιρεῖσθαι" διά ἀνθρώπους πού δέν εἶχαν οὔτε Βάπτισμα οὔτε Ἱερωσύνη, οἱ Ἑρμηνευτές ἐξηγοῦν ὅτι ἡ λέξη "ἐνταῦθα" (στό συγκεκριμένο χωρίο) κεῖται καταχρηστικῶς σημαίνοντας τήν "ἔξωση" ἤ "ἀποπομπή"!
Δέν εἶπαν ποτέ οἱ Ἑρμηνευτές ὅτι... "μόνο οἱ Παυλιανιστές εἶναι ἀβάπτιστοι, ἐνῷ οἱ ἄλλοι αἱρετικοί ἔχουν Ἱερωσύνη"! Αὐτό συνιστᾷ δική του αὐθαίρετη καί πονηρή παραπλανητική συνεπαγωγή. Εἶναι Γενική Κανονική Ἀρχή ὅτι οὐδεμία Ἱερωσύνη ὑπάρχει ἄνευ Ὀρθοδόξου Βαπτίσματος!
Τό ἐρώτημα λοιπόν πού διατυπώνεται στή σελίδα 37 παραμένει ἀκατάληπτο καί ἀναπάντητο διά τόν ἐπικριτή:
«Ἀπό τί δύναται νά καθαιρεθῇ κάποιος πού στερεῖται παντελῶς τό Ὀρθόδοξο Βάπτισμα καί τή Θεία Χάρη;"
Ἡ Πατερική ἐκκλησιολογία διδάσκει ὅτι τό Βάπτισμα εἶναι ἡ θύρα καί ἡ προϋπόθεση τῆς Ἱερωσύνης. Ὅποιος εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας (αἱρετικός, ἀβάπτιστος), δέν φέρει καμμία Ἱερωσύνη.
Συνεπῶς, ὁποιαδήποτε ἀναφορά τῶν Ἱερῶν Κανόνων σέ "καθαίρεση" αἱρετικῶν ἢ ψευδοκληρικῶν (εἴτε παυλιανιστῶν, εἴτε ἀρειανῶν, εἴτε οἰκουμενιστῶν) ἔχει ΠΑΝΤΟΤΕ τήν ἔννοια τῆς διαπιστωτικῆς ἐξώσεως καί ἀποπομπῆς ἀπό τό ἐκκλησιαστικό σῶμα, καί ὄχι τήν ἀφαίρεση μιᾶς... "ὑπαρκτῆς Χάριτος" πού δῆθεν κατεῖχαν!
Ὁ κατήγορος λοιπόν ἐγκλωβίζεται σέ ἕναν παιδαριώδη γραμματικισμό, νομίζοντας ὅτι ἐπειδή οἱ Κανονολόγοι ἔγραψαν "ἐνταῦθα" [στόν ΙΘ΄ Κανόνα], ἔσωσε τήν κυπριανιστική του θεωρία!
Καθίσταται φανερά πλέον ἡ σχολαστική ἐπιρροή ἐπ' αὐτοῦ!
Ἡ παπική πλάνη τοῦ ἀντιδίκου εἶναι, ὅτι ἰσχυρίζεται πώς ἕνας Ἐπίσκοπος ἢ Πατριάρχης, ἀκόμη κι ἂν κηρύσσῃ φανερά, δημόσια καί ἀμετανόητα καταδικασμένες παναιρέσεις (ὅπως ὁ οἰκουμενισμός), συνεχίζει νά φέρῃ τό Ἅγιο Πνεῦμα, νά ἔχῃ Ἱερωσύνη καί νά διοχετεύῃ Χάρη στούς πιστούς! Δηλαδή, κατά τή δική του "θεολογία", ἡ βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ διαστροφή τῆς Πίστεως δέν ἐμποδίζουν τό Ἅγιο Πνεῦμα νά ἐνεργῇ!
Ἡ Ὀρθόδοξος Πατερική Ἀλήθεια ὅμως διδάσκει διαχρονικῶς (Μ. Βασίλειος, Ἱ. Χρυσόστομος, Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς), ὅτι ἡ αἵρεση ἀλλοτριώνει ἀμέσως τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Ὅπως τό μέλος πού ἀποκόπτεται ἀπό τό Σῶμα παύει ἀκαριαῖα νά ζωογονεῖται ἀπό τήν κεφαλή, καί ὅπως ἡ ἄκαρπη συκή ἐξηράνθη "παραχρῆμα", ἔτσι καί ὁ αἱρετικός ἀπογυμνώνεται ἀπό τήν Θείαν Χάριν τή στιγμή πού ἀσπάζεται καί κηρύσσει τήν πλάνη — καί ὄχι δεκαετίες ἀργότερα, ὅταν διοικητικῶς θά συνεδριάσῃ μία Σύνοδος!
Ἡ Σύνοδος ἀγαπητέ δέν εἶναι "μαγικό δικαστήριο". Ἡ Σύνοδος δέν "ἀφαιρεῖ" Χάρη πού δῆθεν ὑπάρχει. Ἡ Σύνοδος εἶναι τό διαγνωστικό ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας πού ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΕΙ (ἐφ' ὅσον ἡ αἵρεση εἶναι διεγνωσμένη) τήν ἤδη ὑπάρχουσα νέκρωση/ἀποκοπή τοῦ αἱρετικοῦ καί τόν ἀποκόπτει καί τυπικά ἀπό τό ἐκκλησιαστικό σῶμα, προστατεύοντας τό ποίμνιο.
Τό νά θεωρῇ οὗτος ὅτι ὁ φανερός αἱρετικός ἔχει Χάρη καί Ἱερωσύνη, δέν εἶναι Ὀρθοδοξία. Εἶναι ἡ δυτική κακοδοξία περί "ἀνεξαλείπτου τῆς Ἱερωσύνης" καί ἡ ἀπόλυτη δικαίωση τῆς αἱρέσεως!
11. Ἡ ἀποδόμηση τῆς κατηγορίας περί «Latae Sententiae" καί παπισμοῦ!
Τί εἶναι τό Latae Sententiae τοῦ παπισμοῦ; Στό Λατινικό Κανονικό Δίκαιο, ἡ ποινή latae sententiae (δηλαδή ἡ "ἤδη ἐπιβληθεῖσα ἀπόφαση") εἶναι ἕνας αὐτόματος κανονικός ἀφορισμός. Δέν ἐπιβάλλεται κατόπιν δίκης ἤ ἀποφάσεως τοῦ Πάπα, ἀλλά ἐνεργοποιεῖται ἀμέσως καί ἐξ ὑπαρχῆς μόλις ὁ δράστης διαπράξῃ τό συγκεκριμένο κανονικό παράπτωμα.
Τί διδάσκει ὅμως ἡ Ὀρθόδοξος Πατερική Θεολογία; Ἡ Ὀρθοδοξη ἐκκλησιολογία δέν ὁμιλεῖ περί "αὐτομάτου ποινῆς". Διδάσκει ὅτι ἡ αἵρεση ἀποτελεῖ πνευματικό θάνατο καί ἀλλοτρίωση ἀπό τόν Θεό.
Ὅπως ὁ ἀποκοπτόμενος ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ φωτός περιπίπτει στό σκότος, οὕτως καί ὁ ἀσπαζόμενος καί κηρύσσων αἵρεση νεκρώνεται πνευματικῶς καί ἐκπίπτει τῆς Θείας Χάριτος.
Τοῦτο δέν ἀποτελεῖ ἐπιβολή "παπικοῦ δικαίου" ἢ ἐξωτερική διοικητική κυρώση, ἀλλ’ ἐκφράζει τήν αὐτόματη ὀντολογική συνέπεια καί τήν ἴδια τήν φύση τῆς αἱρέσεως (Μ. Βασίλειος, Ἱ. Χρυσόστομος, Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς).
Ὅπως ἡ παράβαση τῶν Πρωτοπλάστων εἶχε ἄμεση ὀντολογική ἐπίπτωση, ἀμαυρώνοντας τό "κατ' εἰκόνα" καί ἐξαναγκάζουσά τους τους νά κρύπτωνται ἀπό ντροπή ἀπό τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ, πρίν Αὐτός τούς ἐπιτιμήσῃ, ἔτσι καί ἡ ἐν ἐπιγνώσει ἀποδοχή μιᾶς διεγνωσμένης αἱρέσεως ἀπογυμνώνει ἀπό τή Χάρη τούς παραβάτες τῆς πίστεως, ἅμα τῇ ἀποδοχῇ της.
Παπισμός λοιπόν δέν εἶναι τό νά δέχεσαι ὅτι ἡ αἵρεση χωρίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Παπισμός εἶναι τό νά πιστεύῃ κάποιος ὅτι ἡ Σύνοδος καί ὁ ἐπίσκοπος διαθέτουν τήν "ἐξουσία" νά ἐγκλωβίζουν τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αἰχμάλωτη μέσα σέ ἕναν αἱρετικό ἀναμένοντας τήν διοικητική τους σύγκληση!
12. Ἡ παραχάραξη τοῦ 15ου Κανόνος τῆς ΑΒ΄ Συνόδου. "Ζούγκλα"" ἢ Ὀρθόδοξος ἀποτείχισις;
Ὁ ἐνοστάμενος ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ ἀποτείχιση ἐπιτελεῖται... "γιά νά προκληθῇ συνοδική κρίσις καί νά μήν καταδικαστοῦμε μαζί τους".
Τί λέει ὁ ἴδιος ὁ 15ος Κανών; Οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου ἐπαινοῦν ὅσους ἀποτειχίζονται πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἀπό ἐπισκόπους πού κηρύσσουν φανερά αἵρεση, καί τούς ὀνομάζουν "ἀξίους τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις", διότι: "...οὐ γάρ ἐπισκόπων, ἀλλά ΨΕΥΔΕΠΙΣΚΟΠΩΝ καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι".
Ἐάν ὁ ἐπίσκοπος παρέμενε "κανονικός ἐπίσκοπος φέρων τήν Θείαν Χάριν" καί ἡ ἀποτείχιση ἐνεργεῖτο ἁπλῶς πρός... "πρόκληση Συνόδου", τότε ὁ 15ος Κανὼν θά χαρακτήριζε τούς ἀποτειχιζομένους ὡς "σχισματικούς". Τό γεγονός ὅτι ἡ Σύνοδος ἀπονέμει σέ αὐτούς ἔπαινο, ὀνομάζοντάς τους προμάχους τῆς Ἐκκλησίας καί τιμῶσα αὐτούς, ἀποδεικνύει ὅτι ὁ αἱρετίζων ἐπίσκοπος τυγχάνει ἤδη ψευδεπίσκοπος. Ἡ σύνοδος δέν λειτουργεῖ ὡς αὐθαίρετος μηχανισμός, ἀλλ' ὡς τό κανονικό ὄργανον τό ὁποῖο βεβαιοῖ καί σφραγίζει τυπικῶς τήν ἤδη ὑπάρχουσα ὀντολογική ἀποκοπή.
Πολλοί Πατέρες ὀνόμαζαν τούς "ἀκρίτους" αὐτούς αἱρετικούς ψευδεπισκόπους ὡς ὑφαρπαστάς τῶν θρόνων "παρά πάντας τούς ἐκκλησιαστικούς Θεσμούς καί Κανόνας" [7] καί ὄχι ὡς θεσμικούς κατόχους ὅπως οἱ κυπριανιστές.
Οἱ ψευδεπίσκοποι αὐτοί διετέλουν ἤδη ἐκτός Ἐκκλησίας καί αὐτό καθίσταται φανερό ἀπό τόν σχολιασμό τοῦ Ἰωάννου Ζωναρᾶ στό ἐν λόγῳ χωρίο τοῦ 15ου Κανόνα, "τοῦτο γάρ δηλοῖ, τό, ἀποτειχίζοντες· (τό γάρ τεῖχος τῶν ἐντός αὐτοῦ πρός τούς ἐκτός χωρισμός ἐστίν)"[8]· Μτφρ: "διότι αὐτό ἀκριβῶς δηλώνει ἡ λέξη "ἀποτειχίζοντες"· καθότι τό τεῖχος ἀποτελεῖ τό διαχωριστικό ὅριο μεταξύ ἐκείνων πού εὑρίσκονται ἐντός καί ἐκείνων πού εὑρίσκονται ἐκτός".
Ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται περίτρανα ὅτι δέν χαρακτηρίζονται "ψευδεπίσκοποι" μέ τήν ἐπιφανειακή καί στρεβλή σημασία πού δίδουν οἱ κυπριανιστές (δηλαδή ἁπλῶς ὡς διδάσκοντες ψεύδη), ἀλλά ἦσαν ψευδεπίσκοποι κατ' οὐσίαν, καί ἐκτός τῶν τειχῶν τῆς Ἐκκλησίας, στερημένοι πάσης ἐνεργοῦ ἐπισκοπικῆς Χάριτος καί ἀρχιερωσύνης.
13. Τό ψευδεπιχείρημα περί "ἀνιέρων χειροτονιῶν ΓΟΧ/Ζηλωτῶν" καί περί ἀποστολικῆς διαδοχῆς των
Ὁ μεμψίμοιρος ἐνστάτης ἐπιστρατεύει τό φόβητρο ὅτι «ἂν ἴσχυε ἡ αὐτόματος ἀπώλεια τῆς Χάριτος εἰς τούς αἱρετικούς, δέν θά ὑπῆρχε Ἐκκλησία καί οἱ χειροτονίες θά ἦσαν ἄκυρες".
Ὡστόσο, ἡ Ἐκκλησία δέν ἐξαρτᾶται ἀπό πρόσωπα, ἀλλά ἀπό τήν ΟΡΘΗΝ ΠΙΣΤΙΝ. Οἱ χειροτονίες τῶν παλαιοημερολογιτῶν ἀρχιερέων προέρχονται ἀπό ἀρχιερεῖς οἱ ὁποῖοι τό 1935 ἐπέδωσαν ἐπισήμους Λιβέλλους Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας, ἀποκηρύσσοντας τήν ἑορτολογική καινοτομία καί ἐπιστρέφοντας στήν ἐκκλησιαστική ἀκρίβεια. Βεβαίως, οἱ ἐπίσκοποι αὐτοί δέν εἶχαν συντάξει ἢ ἀποδεχθῆ καμμία δογματική αἵρεση, οὔτε εἶχαν καταδικασθῆ προσωπικῶς ὑπό Ὀρθοδόξου Συνόδου διά κακοδοξία.
Ἑπομένως, ἡ ἐπίδοση τῶν Λιβέλλων ἐσφράγισε τήν διακράτηση τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας, καί οὐδεμία ἀμφισβήτηση ὑφίσταται περί τῆς Ἀποστολικῆς αὐτῶν Διαδοχῆς, καθ' ὅσον καί ἡ προέλευση τῶν ἀρχικῶν χειροτονιῶν των προήρχετο πρό τῆς ἑορτολογικῆς καινοτομίας.
Ἀνάλογη τυγχάνει καί ἡ περίπτωση τῶν χειροτονιῶν καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μετά τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς. Οἱ Ρῶσοι ἀρχιερεῖς, φέροντες ἀδιάκοπη τήν προ-επαναστατική ἀποστολική διαδοχή, διακρατοῦσαν τήν Ὀρθόδοξη Ὁμολογία.
Καίτοι εἰς τό πρακτικό πεδίο παρατηρήθησαν, σέ ὡρισμένες περιπτώσεις, φαινόμενα ἔμμεσου ἢ ἐπιμέρους ἀνοχῆς καί ἐπαφῆς μετά τῶν καινοτόμων (χωρίς ὡστόσο τοῦτο νά λάβῃ ἐπίσημο συνοδικό ἢ δογματικό χαρακτῆρα), ἡ Ἐκκλησία, ἀσκοῦσα τήν πατερική οἰκονομία, ἐνήργησε ὡς τό ζωοποιοῦν Σῶμα. Διά τῆς κανονικῆς ἀναγνωρίσεως καί τῆς ἐν τῇ Πίστει ἑνότητος, ἐβεβαίωσε καί ἐσφράγισε τό ἔγκυρο τῶν χειροτονιῶν, καθιστῶσα πᾶσα σχετική αἰτίαση τῶν ἐναντίων ἀνυπόστατη.
Ἀκόμη ὅμως καί σέ περίπτωση ὅπου ὑπῆρξαν ἀντικανονικότητες ἢ ἀμφισβητήσεις, ἡ Ἐκκλησία, διά τῆς κανονικῆς ἀναγνωρίσεως καί ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, ζωοποιεῖ καί συγκροτεῖ τά πάντα — ὅπως θά διαπιστώσουμε καί στήν περίπτωση τῆς ἀποδοχῆς τῶν ἐξ αἱρέσεως προσερχομένων κατά τήν ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο.
14. Ἡ ἐπίκληση τοῦ χωρίου ἀπό τον ἅγιο Ἀθανάσιο, ἀπό τόν λόγο περί τῶν ἐν Ἀριμίνῳ καί Σελευκείᾳ συνόδων
Ἡ ἐπίκληση τοῦ χωρίου ἐκ τοῦ ἔργου τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου "Περί τῶν ἐν Ἀριμίνῳ καί Σελευκείᾳ Συνόδων" ἀπετέλεσε φιλολογική ἀβλεψία, καθ' ὅσον τό ἐν λόγῳ ἐδάφιο ἀποτελεῖ παράθεση τοῦ ἀρειανικοῦ συμβόλου καί ὄχι τά ἴδια λόγια τοῦ Ἁγίου.
Ὡστόσο, οἱ συνοδεύοντες αὐτήν προσωπικοί χαρακτηρισμοί περί "ἀνοησίας" καί "κρυπτομένων" δηλώνουν ἁπλῶς τήν ἀμηχανία τοῦ ἐναντίου νά ἐγγίσῃ τόν δογματικό πυρῆνα τοῦ ζητήματος. Ὅταν ἐξαντλῶνται τά πατερικά ἐπιχειρήματα, ἐπιστρατεύονται οἱ ἐμπαθεῖς προσβολαί. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἀλήθεια δέν κρίνεται ἐκ τῆς τυχούσης ἀβλεψίας σέ μία παραπομπή, ἀλλ’ ἐκ τοῦ κατά πόσον ἡ ἐκκλησιολογία συμφωνεῖ μέ τό φρόνημα τῶν Ἁγίων.
Ὅμως, ἄς ἀφήσουμε τούς εὔκολους θριάμβους πάνω σέ μία λανθασμένη παράθεση καί ἄς πᾶμε στήν οὐσία. Ἀλλάζει αὐτό στό ἐλάχιστο τή διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καί τῆς Ἐκκλησίας διά τό Ἀνάθεμα;
Ἡ ἀφαιρετική αὐτή ἐπισήμανση οὐδόλως ἀλλοιώνει τήν διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καί τῆς Ἐκκλησίας διά τό ἀνάθεμα. Τό γεγονός ὅτι τό συγκεκριμένο ἐδάφιο ἦταν ἀρειανικῆς προελεύσεως δέν ἀναιρεῖ τήν θεμελιώδη ἀλήθεια ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ Μέγας Βασίλειος καί ἅπασαι οἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι θεωροῦν τούς αἱρετικούς ἄμεσα ἀποκομμένους ἀπό τῆς Θείας Χάριτος καί τῆς Ἐκκλησίας, πρίν κἄν συνεδριάσῃ ἐκ νέου μία ἐπίσημος Σύνοδος διά νά βεβαιώσῃ τοῦτο διοικητικῶς.
Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος παραθέτει ἐκεῖ τά πρακτικά τῆς Συνόδου τῆς Ἀριμίνου, ἀναδεικνύων ταὐτοχρόνως τήν δογματική καί ἐκκλησιολογική γλῶσσα τῶν ἀναθεματισμῶν, ἀλλά καί τήν κοινή ἀντίληψη τήν ὁποία εἶχαν ἀκόμη καί οἱ ἀρειανοί ἐπί τῆς σημασίας τῶν ὁρισμῶν αὐτῶν, καθ’ ὅσον οὗτοι, ἔχοντες πρόσφατη τήν ἀποκοπή των ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, ἐθεώρουν ἑαυτούς ὡς τήν μόνη ἐκκλησία.
Ἑπομένως, ἡ φράση "ἀνάθεμα ἔστωσαν" σέ διαρκῆ Ἐνεστῶτα/Προστακτική δέν εἶναι "ἀρειανική πατέντα", ἀλλά ἡ σταθερή, διαχρονική, οἰκουμενική γλῶσσα ὅλων τῶν Ἁγίων Συνόδων (ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο ἕως τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας)! Ὅταν ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσῃ "ἀνάθεμα ἔστω", ἡ προστακτική αὐτή ἐκφράζει διαρκῆ πνευματική κατάσταση (κατάσταση ἐκπτώσεως) καί ὄχι στιγμιαία διοικητική πράξη.
Τό καίριο ἐκκλησιολογικό ἐρώτημα τό ὁποῖο τίθεται ἐνώπιον τοῦ ἐπιστημονικοῦ διαλόγου εἶναι: Θεωροῦσε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος τούς ἀρειανούς ὀργανικά μέλη τῆς Ἐκκλησίας μέ ἔγκυρα καί ἁγιαστικά Μυστήρια μέχρις ὅτου ἐκδοθῇ ἡ Συνοδική καταδίκη αὐτῶν; Εἶναι ἱστορικῶς καί θεολογικῶς βέβαιον ὅτι ἡ Ἁγία Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος εἶχε ἤδη ἀναθεματίσει καί καταδικάσει συνοδικῶς τόν ἀρειανισμό τό 325 μ.Χ. ἐν Νικαίᾳ. Οἱ μεταγενέστεραι Σύνοδοι τῆς Ἀριμίνου καί τῆς Σελευκείας (359 μ.Χ.) δέν ἦταν Ὀρθόδοξοι Σύνοδοι ἀπό τίς ὁποῖες «ἀνέμενεν" ὁ Μέγας Ἀθανάσιος τήν καταδίκη τῶν αἱρετικῶν, ἀλλ’ ἀρειανικές ἀπόπειρες ἐπιβολῆς τῆς πλάνης. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐθεώρει αὐτούς ἤδη ἀποκομμένους ἐκ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἕνεκα τῆς ἀρνήσεως τῆς θεότητος τοῦ Λόγου, καί οὐχί ἀναμένων οἱανδήποτε νέαν Συνοδική διάγνωση.
Ὡς ἐκ τούτου, βλασφημία δέν συνιστᾷ ἡ ὑπεράσπιση τῆς Πατερικῆς ἀκριβείας, ἀλλά ἡ ἀσέβεια ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά ἰσχυρίζεται κάποιος ὅτι Τό Πνεῦμα Τό Ἅγιον τελετουργεῖ καί ἀναπαύεται ἐντός τῶν αἱρέσεων τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἐξαρτώμενο ἐκ τῶν διοικητικῶν γραφείων τῶν Συνόδων..
15. Γραμματικές ἐπισημάνσεις
Ὅσον ἀφορᾷ τίς γραμματικές ἐπισημάνσεις, πράγματι ὁ μέλλων ἔσομαι ἀποτελεῖ χρόνον τοῦ ῥήματος εἰμί καί διαθέτει μέσες καταλήξεις (ἔσται, ἔσονται).
Σχετικά μέ τόν ὅρον "ἐνεργητική κλίση", ἡ διατύπωση ἀκολούθησε τήν τυπική ταξινόμηση τῶν γραμματικῶν καί ἠλεκτρονικῶν κλιτικῶν ἐργαλείων (ὅπως τό Lexigram), τά ὁποῖα κατατάσσουν ἐξ ὁλοκλήρου τό ῥῆμα "εἰμί" στήν Ἐνεργητική Φωνή καί ἐμφανίζουν τόν μέλλοντα "ἔσομαι / ἔσται / ἔσονται" κάτω ἀπό τήν κατηγορία τῆς Ἐνεργητικῆς κλίσεως τοῦ ρήματος.
Στήν Γραμματική Οἰκονόμου, Τζαρτζάνου κ.ἄ., τό ρῆμα "εἰμί" κατατάσσεται στά Ἐνεργητικά ρήματα, καθὼς δέν διαθέτει ξεχωριστή Μέση Φωνή στόν Ἐνεστῶτα.
Συνεπῶς, ἡ ἀναφορά σέ "ἐνεργητική κλίση" δέν ἦταν αὐθαίρετη ἐπινόηση, ἀλλά βασίστηκε στήν τυπική ταξινόμηση τοῦ ῥήματος εἰμί ὡς ἐνεργητικοῦ, ὅπως τήν βρίσκουμε στίς γραμματικές καί στά ψηφιακά ἐργαλεῖα κλίσεως.
Νά σημειωθῇ ἐπίσης ὅτι ἡ λέξη "κλίση" χρησιμοποιεῖται συχνότατα (ἔστω καί καταχρηστικῶς) καί διά τά ῥήματα —ὅπως συχνά λέμε "ἡ κλίση τοῦ ῥήματος" ἢ "κλίνω τό ῥῆμα"— παρότι ἡ κύρια χρήση της ἀφορᾷ στήν κλίση τῶν οὐσιαστικῶν· ἑπομένως, ἡ συγκεκριμένη χρήση δέν εἶναι ἐσφαλμένη.
Περαιτέρω, ὁ ἰσχυρισμός τοῦ ἐναντίου περί τῆς προστακτικῆς (ἔστω) δέν στέκει ὡς κατηγορία. Πρόκειται διά λογικό καί ἑρμηνευτικό ἀτόπημα ἀπό πλευρᾶς του. Τό ὅτι χαρακτηρίζει ὡς "ἄστοχη" τήν σύγκριση προστακτικῆς (ἔστω) καί ὁριστικῆς μέλλοντος (ἔσται) δέν εὐσταθεῖ. Ἡ ἀντιπαραβολή διαφορετικῶν ἐγκλίσεων ἀποτελεῖ βασική μέθοδο τῆς συντακτικῆς καί ἑρμηνευτικῆς ἀναλύσεως. Ἀκριβῶς ἐπειδή πρόκειται περί δύο διαφορετικῶν λειτουργιῶν, ἡ σύγκριση ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Κανών δέν κάνει μία ἁπλῆ πρόβλεψη διά τό μέλλον (ἔσται), ἀλλά θεσπίζει μία ἄμεση, διαρκῆ καί ὑποχρεωτική ἐπιταγή (ἔστω).
Αὐτό εἶναι καί τό κομβικό σημεῖο. Ἡ προστακτική γ΄ προσώπου στά Κανονικά κείμενα δέν περιγράφει ἁπλῶς μιά μελλοντική κατάσταση, ἀλλά θεσπίζει κανόνα δικαίου μέ ἄμεση καί διαρκῆ ἰσχύ.
16. Ἡ αὐστηρότης τοῦ κανονικοῦ δικαίου (103ος Κανὼν Καρθαγένης)
Σύμφωνα μέ τό κανονικόν δίκαιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (ὅπως ὁρίζει ρητῶς ὁ ΣΓ΄ [103ος] Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης καί ὁ Δ΄ τῆς Ἀντιοχείας), ἐάν ἕνας κληρικός τιμωρηθῇ ἢ καθαιρεθῇ ἀπό μιά ἁρμόδια, καί ἔγκυρη σύνοδο, ὑποχρεοῦται νά πειθαρχήσῃ καί νά ἀπέχῃ ἀπό κάθε ἱεροπραξία μέχρι τήν τελεσίδικη ἐκδίκαση τῆς ὑποθέσεώς του ἀπό ἀνώτερο δικαστήριο.
Εἰδικώτερα, ὁ 103ος Κανών τῆς Καρθαγένης ὁρίζει ὅτι ὅποιος περιφρονεῖ τήν ποινή πού τοῦ ἐπιβλήθηκε καί συνεχίζει νά ἱερουργῇ πρίν δικαιωθῇ συνοδικῶς, αὐτοδικαίως χάνει κάθε δικαίωμα ἀπολογίας καί ἡ καταδίκη του καθίσταται ἀμετάκλητη.
17. Ἡ ἀντίφαση τῆς "ἀδίκου" καθαιρέσεως ὑπό συνόδου
Ὁ κατ' ἔξιν ἐπιτιμητής, ἐπικαλούμενος τόν π. Θεοδώρητο, προβάλλει τό ἐπιχείρημα ὅτι ἡ καθαίρεση τοῦ π. Φλωρίνης Χρυσοστόμου καί τῶν σύν αὐτῷ Ἀρχιερέων τό 1935 ἦταν "ἄδικος", καί συνεπῶς —κατά τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη καί τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή— δέν ἴσχυε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Ἐδῶ ὅμως κρύπτεται ἡ θεμελιώδης ἐκκλησιολογική ἀντίφαση τοῦ κυπριανισμοῦ:
Ἐάν ἡ καινοτομοῦσα Σύνοδος διατηροῦσε τήν ἐξουσία τοῦ "δεσμεῖν καί λύειν" καί τήν Κανονική Ἐξουσία, τότε ὁ πρώην Φλωρίνης ὄφειλε βάσει τοῦ 103ου Κανόνος τῆς Καρθαγένης, νά ὑποταχθῇ στήν ποινή καί νά μήν προβῇ σέ νέες χειροτονίες μέχρι νά δικαστῇ ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο. Τό νά ἀγνοήσῃ τήν ποινή μιᾶς "ἐγκύρου" Συνόδου ἔστω καί ἀδίκου καί νά τελέσῃ Μυστήρια, θά καθιστοῦσε τίς χειροτονίες του ἀνυπόστατες![9]
Ἐάν ὅμως ἡ καθαίρεσις ἦταν ὄντως πνευματικῶς ἀνύπαρκτη, αὐτό δέν συνέβη ἁπλῶς ἐπειδή ἦταν "διοικητικῶς ἄδικη", ἀλλά διότι ἡ καινοτομοῦσα Σύνοδος, κηρύσσοντας τήν καινοτομία τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἑορτολογίου, εἶχε ἤδη ἐκπέσει τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας!
Ἡ "ἄδικος" καθαίρεση βάσει τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τοῦ 15ου Κανόνος τῆς ΑΒ΄ Συνόδου
Ἡ παράθεση τῶν χωρίων τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου του Ἁγιορείτου καί τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ δέν δικαιώνει τή θέση τοῦ κατηγόρου, ἀλλά τοὐναντίον τήν ἐκθέτει καί τήν αὐτοαναιρεῖ διά τούς ἑξῆς ἀκαταμάχητους λόγους:
α. Ἡ εἰδοποιός διαφορά "Διοικητικῆς Ἀδικίας" καί "Αἱρέσεως". Οἱ παραπομπές τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου καί τοῦ Ἁγίου Μαξίμου περί "ἀδίκων ἀφορισμῶν" (ἀκόμη καί μέ τή φράση "διά τήν πίστιν") ἀφοροῦν περιπτώσεις ὅπου μία Ὀρθόδοξος Σύνοδος ἤ Ἐπίσκοπος—ἔχοντας κανονική δικαιοδοσία—καταδικάζει ἄδικα ἕναν πιστό ἀπό παρεξήγηση, κακή ἐκτίμηση ἤ συκοφαντία περί τά δογματικά. Ἐκεῖ ἡ Σύνοδος διατηρεῖ τή Χάρη καί τήν ἐξουσία, ἀλλά σφάλλει ὡς πρός τήν κρίση της διά ἕνα πρόσωπο.
β. Ὁ 15ος Κανών τῆς ΑΒ΄ Συνόδου καί ἡ ἀνυπαρξία τῆς ποινῆς. Ὅταν ὅμως πρόκειται περί δημοσίᾳ κηρυγμένης αἱρέσεως, ὁ 15ος Κανών τῆς ΑΒ΄ Συνόδου εἰσάγει ἕνα τελείως διαφορετικό κανονικό καθεστώς. Ὁρίζει ρητῶς ὅτι οἱ αἱρετίζοντες ἐπίσκοποι εἶναι "ψευδεπίσκοποι καί ψευδοδιδάσκαλοι" καί ὅτι οἱ ἀποτειχιζόμενοι "ὄχι μόνο δέν ὑπόκεινται σέ κανονική ποινή, ἀλλά εἶναι ἄξιοι τῆς πρεπούσης τιμῆς".
Ἡ ποινή πού ἐπιβάλλει ἕνας αἱρετικός δέν εἶναι "ἄδικη πράξη μιᾶς ἐγκύρου Συνόδου" πού πρέπει νά ὑπομείνουμε, ἀλλά ἀνύπαρκτη καί ἀνυπόστατη κανονική πράξη, διότι ὁ ἐκπεσών τῆς Πίστεως δέν διαθέτει πλέον τήν ἐξουσία τοῦ "δεσμεῖν καί λύειν".
Τό χωρίο τοῦ Ἁγίου Μαξίμου πού ἐπικαλεῖται ὁ κατήγορος ("Ἐάν παρά τόν σκοπόν τοῦ Θεοῦ ἀφορίσῃ ὁ Ἱεράρχης, οὐχ ἕπεται αὐτῷ τό θεῖον κρῖμα") εἶναι τό πλέον αἰχμηρό ἐπιχείρημα ἐναντίον τοῦ ἰδίου.
Τί ἔπραξε ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὅταν οἱ αἱρετικοί μονοθελῆτες Πατριάρχες τόν ἀναθεμάτισαν καί τόν ἀφόρισαν "διά τήν Πίστιν"; Ὁ Ἅγιος περιφρόνησε τόν ἀφορισμό τους ὡς ΑΚΥΡΟ καί ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟ. Οὐδέποτε ὑποτάχθηκε στήν ποινή, οὐδέποτε ἀναγνώρισε σέ αὐτούς κανονική ἐξουσία, οὔτε ἔπαυσε τόν ὁμολογιακό του ἀγῶνα!
Κατ’ αὐτόν τόν τρόπον σκεπτόμενοι καί οἱ Ἀρχιερεῖς ἐκεῖνοι τό 1935, κατεφρόνησαν τήν ἀποστατοῦσα Σύνοδο τῶν καινοτόμων, ἐπιδίδοντες καί ὑπογράφοντες ἐπισήμους Λιβέλλους Διακοπῆς Κοινωνίας. Μέ τήν πράξη τους αὐτή, εὐθυγραμμίσθησαν πλήρως μέ τό φρόνημα τοῦ Ὀρθοδόξου ποιμνίου τῶν ἀκολουθούντων τό πάτριον ἑορτολόγιον, τό ὁποῖον ἐθεώρει τήν Ἱεραρχία τῆς κρατοῦσης Ἐκκλησίας ὡς ἐκπεσοῦσαν λόγῳ τῆς ἑορτολογικῆς καινοτομίας.
Τοῦτο μαρτυρεῖ ἀπερίφραστα καί ἡ χρήση τοῦ Λιβέλλου, ὁ ὁποῖος ἐπέχει ἐκκλησιολογικῶς θέση ἐγγράφου Ὁμολογίας Πίστεως. Διότι Λίβελλον Ὁμολογίας δέν ἐπιδίδεις ποτέ ἀπέναντι σέ μία Ἱεραρχία ἡ ὁποία εἶναι ἁπλῶς "ἄδικος" ἢ ὑποπίπτει σέ διοικητικές μόνο ἀντικανονικότητες, ἀλλά μόνο ἀπέναντι σέ Ἱεραρχία ἡ ὁποία ἔχει ἀπολέσει τούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς καί τήν κανονική ἐξουσία τοῦ "δεσμεῖν καί λύειν".
Οἱ οἱαιδήποτε μεταγενέστερες ἐξελίξεις, οἱ περιπλοκές ἢ τά δυσάρεστα συμβάντα τῆς μετέπειτα ἱστορικῆς πορείας, ἀποτελοῦν ἕτερον, αὐτοτελές ἀντικείμενο ἐρεύνης καί οὐδόλως ἀκυρώνουν τό δογματικό καί κανονικό κύρος τῆς θεμελιώδους ταύτης πράξεως τοῦ 1935.
Συμπέρασμα
Οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ κυπριανισμοῦ δέν δύνανται νά ἔχουν "καί τόν πίθον πλήρη καί τόν ἀσκόν σῷον"!
Ἢ θά δεχθοῦν ὅτι ἡ καινοτομοῦσα Σύνοδος εἶχε Χάρη, καί κατά συνέπεια κανονική δικαιοδοσία, ὁπότε βάσει τοῦ 103ου Κανόνος τῆς Καρθαγένης ἡ ἀπείθεια καί παρακοή στήν καθαίρεση κατέστησε τούς ΓΟΧ ἀντικανονικούς.
Ἢ θά παραδεχθοῦν ὅτι ἡ καινοτομοῦσα Σύνοδος ἦταν ψευδοσύνοδος ψευδεπισκόπων (15ος ΑΒ΄), ὁπότε οἱ ποινές της ἦσαν ἐξ ἀρχῆς ἀνύπαρκτες καί ἀνυπόστατες, ὄχι λόγῳ "ἀδικίας", ἀλλά λόγῳ ἐκπτώσεως ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Πίστη!
18. Περί Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου καί "κεκριμένων" εἰκονομάχων
Ὁ ἰσχυρισμός τοῦ κατηγόρου ὅτι ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀναφερόταν τάχα σέ "κεκριμένους" αἱρετικούς, ἐπειδή εἶχε προηγηθεῖ ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (787 μ.Χ.), ἀποκαλύπτει πλήρη ἱστορικό ἀναχρονισμό καί ἠθελημένη διαστρέβλωση τῶν γεγονότων, καθ’ ὅτι εἰς τό ἐκδοθέν σύγγραμμα εἶχε τεθῆ μέ ἀπόλυτη σαφήνεια τό ἱστορικό πλαίσιο τῆς ἐποχῆς.
Τό ἱστορικό ψεῦδος περί "κεκριμένων" εἰκονομάχων
Ἡ Β΄ φάση τῆς εἰκονομαχίας ξεσπάει τό 815 μ.Χ. ἐπί Λέοντος Ε΄ τοῦ Ἀρμενίου, δηλαδή 28 ἔτη ΜΕΤΑ τή Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο.
Οἱ εἰκονομάχοι Ἐπίσκοποι πού κατέλαβαν τούς θρόνους τό 815 μ.Χ. (ὅπως ὁ πατριάρχης Θεόδοτος A΄ Κασσιτηρᾶς καί ὁ Ἀντώνιος Κασυματᾶς) δέν ἦσαν καταδεδικασμένοι προσωπικῶς ἀπό καμμία Σύνοδο· ἦσαν χειροτονημένοι καί ἀναγνωρισμένοι ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας!
Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (787 μ.Χ.) εἶχε καταδικάσει τήν αἵρεση καί τούς παλαιούς εἰσηγητές της, ἀλλά τά πρόσωπα τῆς Β΄ φάσεως (815 μ.Χ.) ἦταν νεοφανεῖς ἐπίσκοποι, ἀνενεργοί διοικητικά το 787 μ'.Χ., οἱ ὁποῖοι δέν εἶχαν δικαστεῖ ἀτομικά/προσωπικά ἀπό κάποια νέα Σύνοδο.
Ὅταν ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἔγραφε ὅτι τά μυστήρια τῶν νεοφανέντων εἰκονομάχων εἶναι ἀνύπαρκτα, βέβηλα καί ἀποστερημένα Χάριτος, δέν βασιζόταν σέ καμμία ἐκ νέου διοικητική καταδίκη, ἀλλά στό γεγονός ὅτι κήρυτταν αἵρεση "γυμνῇ τῇ κεφαλῇ", ἡ ὁποία ἦταν ἤδη καταδικασμένη αἵρεση ἀπό τήν Ζ' Σύνοδο!
Ἐάν ἴσχυε ἡ θεωρία τοῦ κυπριανισμοῦ περί "ἀκρίτων αἱρετικῶν πού διατηροῦν τήν Χάρη", τότε ὁ Ὅσιος Θεόδωρος θά ἔπρεπε νά θεωρῇ τά μυστήρια τῶν εἰκονομάχων ἐπισκόπων τοῦ 815 μ.Χ. "κεχαριτωμένα", ἐφόσον δέν εἶχε συγκληθῆ νέα Οἰκουμενική Σύνοδος νά τούς καθαιρέσῃ! Ὁ Ὅσιος ὅμως τούς ἀποκαλεῖ "ἀνιέρους", "ψευδαποστόλους" καί "ἀμετόχους Χάριτος".
Τά ἴδια τά κείμενα τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου:
Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος δέν ἀφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Στίς ἐπιστολές του ξεκαθαρίζει ὅτι ἡ αἵρεση ἀπογυμνώνει ἀμέσως (πρό Συνοδικῆς διαγνώσεως) τόν αἱρετικό. Ὁμιλεῖ περί τόν ἄρτον τῶν "ἀκρίτων" τότε εἰκονομάχων, κατά τήν δεύτερη φάση τῆς εἰκονομαχίας:
"Ἡ κοινωνία ἀπό τούς αἱρετικούς δέν εἶναι κοινός ἄρτος, ἀλλά δηλητήριο, πού δέν βλάπτει τό σῶμα, ἀλλά ἀμαυρώνει καί σκοτίζει τήν ψυχή" (Ἐπιστολή ΚΔ΄ (24), Ἰγνατίῳ τέκνῳ)[10].
"Διότι ὄχι μόνο δέν εἶναι ἅγιος ναός τοῦ Θεοῦ αὐτός πού βεβηλώνεται ἀπό τούς αἱρετικούς, ἀλλά εἶναι βέβηλος οἶκος, ὅπως λέγει ὁ μέγας Βασίλειος, ἀφοῦ ὁ ἄγγελος πού ὑπῆρχε σ’ αὐτόν, ὅπως ὑπάρχει σέ κάθε Ἐκκλησία, ἔφυγε ἀπό αὐτόν ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας του. Γι’ αὐτό οὔτε καί ἡ θυσία πού τελεῖται μέσα σ’ αὐτόν εἶναι εὐπρόσδεκτη στόν Θεό" (Π΄ (80), Ἰωάννη Λογοθέτη).[11]
Ἡ περαιτέρω παράθεση μαρτυριῶν ἐκ τῶν δεκάδων πού ὑπάρχουν στά κείμενα τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου θά συνιστοῦσε περιττό πλεονασμό.
Ἡ παρερμηνεία τῆς "ἀκρίτου" αἱρέσεως
Ἡ Ὀρθόδοξος Πατερική Παράδοσις (καί ὁ 15ος Κανὼν τῆς ΑΒ΄ Συνόδου) οὐδέποτε ἐπενόησε τήν κατηγορία τῶν "κεχαριτωμένων αἱρετικῶν".
Ἡ Οἰκουμενική ἢ Τοπική Σύνοδος δέν "ἀφαιρεῖ" τή Χάρη ἀπό τόν αἱρετικό ὡς νά εἶναι διοικητικός ὑπάλληλος· διαπιστώνει καί διακηρύσσει τήν ἐκ τῶν προτέρων συντελεσθεῖσα ἔκπτωσή του ἀπό τήν Πίστη καί τήν Χάρη.
Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ἔδρασε ἀκριβῶς μέ αὐτήν τήν Πατερική αὐτοσυνειδησία. Ἡ αἵρεση ἀπό τήν στιγμή πού κηρύσσεται δημοσίως, ἀποκόπτει τόν αἱρετίζοντα ἀπό τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καθιστώντας τά μυστήριά του ἀνύπαρκτα καί βέβηλα.
Ἐν κατακλεῖδι
Ἡ προσπάθεια τοῦ ἐλεγκτοῦ νά "χρεώσῃ" στόν Ὅσιο Θεόδωρο Στουδίτη, ὅτι μιλοῦσε δῆθεν διά "κεκριμένους" συγχέοντας τούς εἰκονομάχους τῆς πρώτης μετά τῆς δευτέρας φάσεως, εἶναι παντελῶς ἀστήριχτη καί ἱστορικά ἐσφαλμένη. Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος Στουδίτης ἀποτελεῖ τό λαμπρότερο παράδειγμα Πατρός, ὁ ὁποῖος ἀρνήθηκε κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ καινοτόμους καί αἱρετίζοντες ἐπισκόπους πού κατεῖχαν ἐπίσημους Θρόνους καί δέν εἶχαν καθαιρεθῆ ἀπό καμμία Σύνοδο, ἀποδεικνύοντας ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ὁμολογία δέν περιμένει τίς γραφειοκρατικές ἀποφάσεις τῶν αἱρετιζουσῶν Συνόδων!
19. Ἡ ἀπάντηση στή διαστρέβλωση τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς
Ὁ ἰσχυρισμός τοῦ ἐπικριτοῦ στήν παράγραφο αὐτή ἀποτελεῖ κλασσική σύγχυση μεταξύ "κατ' οἰκονομίαν ἀποδοχῆς" καί "ὑπάρξεως Χάριτος στήν αἵρεση", ἀποκαλύπτοντας ὁ ἴδιος τήν ἀδυναμία του νά κατανοήσῃ τήν Πατερική γλῶσσα τῶν Πρακτικῶν.
Ὅταν ὁ Ἅγιος Ταράσιος ὁμιλεῖ διά "διῃρημένα μέλη τῆς Ἐκκλησίας", "διεσχισμένον χιτῶνα" καί "ἐπανένωση", δέν ἐννοεῖ ὅτι οἱ εἰκονομάχοι ἦσαν μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἐν ὅσῳ ἐμφοροῦντο ἀπό τήν αἵρεση!
Ἡ Ἐκκλησία, ὡς Σῶμα Χριστοῦ, θρηνεῖ διά τά μέλη πού ἀπεκόπησαν ἕνεκα τῆς πλάνης (ὅπως ἕνα μέλος πού ἀποκόπτεται ἀπό τό σῶμα). Ἡ ἐπιστροφή αὐτῶν διά τῆς μετανοίας καί τῆς ἀποκηρύξεως τῆς αἱρέσεως εἶναι ἡ "ἐπανένωσις" καί ἡ "θεραπεία τοῦ ἕλκους".
Τό νά ἰσχυρίζεται κανείς ὅτι ἐπειδή οἱ Πατέρες χαίρουν διά τήν ἐπιστροφή τῶν αἱρετικῶν, αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ αἱρετικοί ἦσαν ἐντός τῆς Ἐκκλησίας ὅσο ἐκήρυτταν τήν αἵρεση, συνιστᾷ τραγικό λογικό ἅλμα!
Ἐπίσης ὁ ἰσχυρισμός τοῦ ἀντιφερομένου ὅτι, ἐπειδή οἱ Πατἐρες μιλοῦν διά "σχίσμα" ἢ "διαιρέσεις", ἄρα "ἡ Ἐκκλησία χωρίστηκε στά δύο καί τό ἕτερο τμῆμα παραμένει Ἐκκλησία", συνιστᾷ πλήρη ἄγνοια τῆς πατερικῆς γλώσσης καί αἵρεση περί "κερματισμένης Ἐκκλησίας"!
Ἡ ἀδιαίρετος Φύσις τῆς Ἐκκλησίας (Τό Σύμβολον τῆς Πίστεως)
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι "Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική". Το Σῶμα τοῦ Χριστοῦ δέν τέμνεται, δέν τεμαχίζεται καί δέν διαιρεῖται δογματικῶς σέ δύο "κομμάτια Ἐκκλησίας".
Ὅπως διδάσκει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: "Οὐδέν οὕτω παροξύνει τόν Θεόν ὡς τό Ἐκκλησίαν διαιρεθῆναι" (Εἰς Ἐφεσ. Ὁμιλία ΙΑ΄). Ὅταν οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦν τήν φράση "διῃρέθη ἡ Ἐκκλησία", ἐννοοῦν διοικητικό κλυδωνισμό καί ἀποκοπή μελῶν, καί ὄχι ὅτι ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Χάρις διαμοιράστηκαν στά δύο!
Τί σημαίνει "Σχίσμα" στήν Πατερική γλῶσσα
Ὅταν ἕνα κλαδί κόβεται ἀπό τό δένδρο, φαίνεται σάν νά "σχίζεται" τό δένδρο. Τό κλαδί ὅμως πού ἔπεσε στό ἔδαφος δέν εἶναι "ἕνα δεύτερο δένδρο"· εἶναι ἕνα νεκρό κομμάτι πού ἀποκόπηκε ἀπό τή ρίζα!
Ὁ Ἅγιος Κυπριανός Καρθαγένης τόν ὁποῖον διαστρεβλώνουν οἱ κυπριανιστές, τό ἐξηγεῖ ἀπολύτως καθαρά:
"Ἀπόσπασε μιά ἀκτῖνα ἀπό τόν ἥλιο· ἡ ἑνότης τοῦ φωτός δέν ἐπιδέχεται διαίρεση. Σπάσε ἕνα κλαδί ἀπό τό δένδρο· τό σπασμένο κλαδί δέν θά μπορέσῃ νά βλαστήσῃ. Κόψε ἕνα ρυάκι ἀπό τήν πηγή· τό κομμένο ρυάκι ξεραίνεται. Ἔτσι καί ἡ Ἐκκλησία τοῦ Κυρίου, πλημμυρισμένη ἀπό φῶς, ἁπλώνει τίς ἀκτῖνες της σέ ὅλη τήν οἰκουμένη· ἕνα ὅμως εἶναι τό φῶς..." (Sancti Cypriani, De Catholicae Ecclesiae Unitate, Caput V. Migne PL 4, 501B-502A).[12]
Συνεπῶς, τό "ἀποσχισθέν" κομμάτι δέν εἶναι Ἐκκλησία, ἀλλά ἐκτός Ἐκκλησίας!
Ὁ ἐλεγκτήςς ἐπικαλεῖται ἐπίσης τήν ἀναφορά τοῦ Ἁγίου Ταρασίου στόν "ἄνωθεν ὑφαντόν χιτῶνα" πού διερράγη. Ὁ Χιτὼν τοῦ Χριστοῦ (κατά τήν εὐαγγελική περικοπή) δέν σχίστηκε ἀπό τούς στρατιῶτες. Ὁ Ἅγιος Ταράσιος χρησιμοποιεῖ τή φράση ποιητικῶς διά νά δείξῃ τήν ἀσέβεια τῶν αἱρετικῶν πού προσπάθησαν νά σχίσουν τήν ἑνότητα.
Ὅποιος προσπαθεῖ νά σχίσῃ τόν Χιτῶνα, βγαίνει ἔξω ἀπό Αὐτόν. Δέν δημιουργεῖ... δεύτερο "ἱερό χιτῶνα"!
Τό λογικό καί θεολογικό ἄτοπο τῶν κυπριανιστῶν
Ἐάν ἴσχυε ἡ λογική τους, τότε:
Ὅταν ἐμφανίστηκε ὁ ἀρειανισμός, ἡ Ἐκκλησία θά εἶχε γίνει "δύο Ἐκκλησίες" (μία Ὀρθόδοξη καί μία ἀρειανική) καί οἱ δύο θά εἶχαν Χάρη!
Ὅταν ἔγινε τό Σχίσμα τοῦ 1054, ἡ Ἐκκλησία θά εἶχε διαιρεθῆ σέ "δύο Ἐκκλησίες" (ἀνατολική καί δυτική) καί ὁ Παπισμός θά παρέμενε Ἐκκλησία![13]
Ἀκόμα καί οἱ Μονοφυσῖτες καί οἱ Νεστοριανοί θά ἦσαν "τμήματα τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας"!
Αὐτή ἡ θεωρία δέν εἶναι Ὀρθόδοξος ἐκκλησιολογία· εἶναι ἡ διαβόητη "Θεωρία τῶν Κλάδων" τοῦ προτεσταντισμοῦ καί τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ντυμένη μέ πατερικές λέξεις!
Ἡ ἀποδόμηση τοῦ ψευδο-διλήμματος: εἶναι οἱ Πατἐρες οἰκουμενιστές;
Ὁ κατήγορος ἐπανέρχεται ἐμμονικῶς εἰς τό αὐτό τεχνητό δίλημμα: "ἢ οἱ Πατέρες εἶναι οἰκουμενιστές ἢ δέχονται τά Μυστήρια τῶν αἱρετικῶν πρό τῆς καταδίκης". Μάλιστα, σπεύδει νά κατηγορήσῃ ὅσους δέν ἀποδέχονται τήν κακοδοξία του ὡς "ἀκραίους ζηλωτάς" ἢ "κρυφο-οἰκουμενιστάς".
Ἡ ἀπάντηση στό "διά ταῦτα" τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι μία, ξεκάθαρη καί ἁγιοπατερική, τήν ὁποία ὁ ἴδιος ἀδυνατεῖ νά συλλάβῃ διότι σκέπτεται μέ ὅρους δυτικοῦ σχολαστικισμοῦ.
Ἡ Πατερική Παράδοση ἀπαντᾶ: Οὔτε τό ἕνα, οὔτε τό ἄλλο!
Ἡ Οἰκονομία δέν εἶναι "ἀναγνώρισις Χάριτος", ἀλλά "θεραπεία".
Ὅταν ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἀπεφάσισε τό "δεῖ δέχεσθαι τούς ἐξ αἱρετικῶν χειροτονηθέντας", ΔΕΝ ἀνεγνώρισε ὅτι οἱ χειροτονίες τῶν εἰκονομάχων ἦσαν ἔγκυροι καί κεχαριτωμέναι καθ' ἑαυτάς!
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό Πηδάλιο (ἑρμηνεία 46ου Ἀποστολικοῦ Κανόνος) ἐξηγεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ὡς κυρίαρχος Ταμειοῦχος τῆς Θείας Χάριτος, ὅταν δέχεται ἕναν αἱρετικό κληρικό "κατ' οἰκονομίαν" μέ Λιβέλλους μετανοίας καί ἀναθεματισμό τῆς αἱρέσεως, συμπληρώνει τά ἐλλείποντα.
Ἡ Χάρις παρέχεται κατά τήν στιγμή τῆς ἐπιστροφῆς καί ἐντάξεως στήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, καί ὄχι ἀναδρομικῶς ὡς δῆθεν ὑπάρχουσα ἐν τῇ αἱρέσει!
Ἡ τραγική ἀντίφασις τῆς θεωρίας τῶν "ἀκρίτων"
Ὁ ἰσχυρισμός τοῦ κατηγόρου ὅτι ἡ Σύνοδος ἐδέχθη τούς εἰκονομάχους ἐπειδή ἦσαν "ἄκριτοι" (δηλαδή πρό συνοδικῆς καταδίκης) καταρρέει ἀπό τά ἴδια τά Πρακτικά τῆς Συνόδου:
Ὁ Ἅγιος Ταράσιος καί οἱ Πατἐρες διακηρύσσουν ὅτι οἱ εἰκονομάχοι "ἀπεκόπησαν παντελῶς τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας" καί ὅτι ἡ αἵρεση αὐτή εἶναι "χείρων τῶν προτέρων".
Ἐάν ἦσαν ὀργανικά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἐπειδή δέν εἶχε συγκληθῆ ἔτι ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική, πῶς ὁ Ἅγιος Ταράσιος τούς ὀνομάζει ἤδη ἀποκεκομμένους;
Ἄρα, ἡ Σύνοδος δέν ἐδέχθη "μέλη τῆς Ἐκκλησίας", ἀλλά ἐπιστρέφοντας ἀποκεκομμένους αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι ἀνηγορεύθησαν δεκτοί ΜΟΝΟΝ κατόπιν ἔγγραφης μετανοίας (Λιβέλλων).
Ἦσαν οἱ εἰκονομάχοι πράγματι "ἄκριτοι";
Ὁ ἰσχυρισμός τοῦ ἐπικριτοῦ ὅτι ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἐδέχθη τούς εἰκονομάχους ὡς δῆθεν "ἀκρίτους αἱρετικούς" (δηλαδή πρό συνοδικῆς καταδίκης), ἐκτός ἀπό θεολογικῶς εὐτελής, τυγχάνει καί ἱστορικῶς ἀνυπόστατος.
Ὅσον ἀφορᾷ τούς εἰκονομάχους τῆς πρώτης περιόδου, σέ καμμία περίπτωση δέν μποροῦμε νά τούς θεωρήσουμε ὡς "ἀκρίτους", πόσῳ μᾶλλον ὡς ἐντός τῆς Ἐκκλησίας εὑρισκομένους. Ὀλίγο μετά τήν ἔκδοση τοῦ δευτέρου Διατάγματος τοῦ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου τό 730 διά τήν τελεία ἀποβολή τῶν ἱερῶν εἰκόνων, καί πρίν ἀκόμη τήν ἀπόσυρση τοῦ Πατριάρχου Γερμανοῦ ἀπό τόν Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ αἵρεση εἶχε ἤδη ἀναθεματισθῆ ὑπό τοῦ Πάπα Γρηγορίου Γ΄ κατά τό ἔτος 731/732.
Μετά τήν αἱρετική ψευδοσύνοδο τῆς Ἱερείας τό 754, ἀκόμη δύο Σύνοδοι ἐν τῇ Δύσει —ἡ πρώτη ὑπό τοῦ Πάπα Στεφάνου Γ΄ τό 760 ἐν Λατερανῷ καί ἡ δευτέρα ὑπό τοῦ Πάπα Στεφάνου Δ΄ τό 769 ἀναθεμάτισαν ἐκ νέου τούς εἰκονομάχους.
Σημαντικωτέρα ὅλων τυγχάνει ἡ Σύνοδος τοῦ 763 ὑπό τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Θεοδώρου, ἡ ἔχουσα μάλιστα Πανορθόδοξον χαρακτῆρα, καθώς συμμετεῖχαν καί τά Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας καί Ἀντιοχείας, ἡ ὁποία ἐξέδωσε καί Αὐτή τό κατά τῶν εἰκονομάχων Ἀνάθεμα (βλ. Φιλαρέτου Βαφείδου, Ἐκκλ. Ἱστορία, τόμ. 2ος, σελ. 35).
Πῶς λοιπόν τολμᾷ καί ὀνομάζει "ἀκρίτους" τούς εἰκονομάχους τό 787, ὅταν ἐπί 55 ὁλόκληρα ἔτη (732–787) τελοῦσαν ὑπό τό βάρος Πανορθοδόξων καί Τοπικῶν Ἀναθεμάτων;
Ἡ κατάρριψις τῆς παραλληλίας μέ τόν οἰκουμενισμό
Ὁ ἐπικριτής τῆς μελέτης προσπαθεῖ νά τρομοκρατήσῃ ταυτίζοντας τήν Όρθόδοξη Ἀποτείχιση μέ τόν "οἰκουμενισμό" ἢ τόν "Ἀκραῖο ζηλωτισμό". Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ ἑξῆς:
Οἱ οἰκουμενισταί λέγουν: "Ὑπάρχει Χάρις καί Μυστήρια καί ἐκτός Ἐκκλησίας (ἢ εἰς τούς αἱρετικούς)".
Οἱ κυπριανιστές λέγουν: "Ὑπάρχει Χάρις καί Μυστήρια στούς αἱρετικούς ΠΡΙΝ καταδικαστοῦν ἀπό Σύνοδο" (δηλαδή δέχονται Χάρη σέ φανερούς αἱρετικούς!).
Οἱ Ὀρθόδοξοι Πατέρες λέγουν: "Ἡ αἵρεση ἀποκόπτει ἀμέσως ἐκ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ δέ Ἐκκλησία, διά μεταμελείας, δύναται κατ' οἰκονομίαν νά θεραπεύσῃ καί νά δεχθῇ τόν ἐπιστρέφοντα, καθιστῶσα ἔγκυρον ὅ,τι ἦτο ἄκυρον καί ἀνυπόστατον".
Δέν ὑπάρχει κανένα "ἀκαταμάχητο" ἐρώτημα. Ὁ ἀντιλέγων συγχέει σκοπίμως τήν "ἀποδοχή τοῦ μετανοοῦντος" (πράξη ποιμαντικῆς φιλανθρωπίας καί οἰκονομίας) μέ τήν "ἀναγνώριση Χάριτος στήν αἵρεση" (ἐκκλησιολογική κακοδοξία).
Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος δέν ἐδικαίωσε τούς αἱρετικούς· ἐθεράπευσε τούς μετανοήσαντας!
Ὁ ἅγιος Ταράσιος ὡς καταπέλτης κατά τοῦ κυπριανισμοῦ
Ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Ταράσιος στά Πρακτικά διακηρύσσει ὅτι ἡ αἵρεσις τῶν εἰκονομάχων εἶναι "χείρων τῶν προτέρων αἱρέσεων" καί ὅτι οἱ αἱρετικοί "ἀπεκόπησαν παντελῶς τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας".
Πῶς εἶναι δυνατόν ὁ Ἅγιος Ταράσιος νά θεωρῇ τούς αἱρετικούς "ἀποκεκομμένους" καί οἱ κυπριανιστές νά τόν βαπτίζουν "κυπριανιστή", δηλαδή ὑποστηρικτή τῆς θεωρίας ὅτι οἱ αἱρετικοί εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας;
Ἡ ἀναφορά στόν "ἄνωθεν ὑφαντόν χιτῶνα" πού διερράγη, δείχνει τήν τραγικότητα τοῦ σχίσματος πού προεκάλεσε ἡ αἵρεσις, καί ὄχι τήν... ὀργανική παραμονή τῶν αἱρετικῶν ἐντός τοῦ Χιτῶνος!
Οἱ Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου οὔτε "οἰκουμενιστές" ἦσαν, οὔτε "κυπριανιστές". Ἦσαν Ὀρθόδοξοι!
Δέν ἀναγνώρισαν καμμία "Χάρη" στήν αἵρεση τῶν εἰκονομάχων. Ἔστερξαν νά δεχθοῦν τούς μετανοοῦντας Ἐπισκόπους κατ' οἰκονομίαν διά νά εἰρηνεύσῃ ἡ Ἐκκλησία, ἀφοῦ πρῶτα ἐκεῖνοι ἔγραψαν Λιβέλλους μετανοίας καί ἀναθεμάτισαν τήν αἵρεση.
Τό νά ταυτίζῃ κανείς τήν ποιμαντική οἰκονομία τῆς Συνόδου πρός τούς μετανοοῦντες μέ τήν ἐκκλησιολογική ἀναγνώριση Χάριτος στούς ἀμετανόητους αἱρετικούς, συνιστᾷ πλήρη διαστρέβλωση τῶν Πρακτικῶν τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
20. Οἱ χειροτονίες τῶν Ἐπισκόπων τῆς ΣΤ΄ Συνόδου
Ἕνα ἐπιχείρημα πού συναντοῦμε διαρκῶς στήν φαρέτρα τῶν κυπριανιστῶν εἶναι τά περί ἀποδοχῆς τῶν Ἐπισκόπων πού ἔλαβαν μέρος στήν ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, τῶν ὁποίων οἱ χειροτονίες προερχόταν ἀπό αἱρετικούς. Οἱ Ἐπίσκοποι αὐτοί εἶχαν λάβει τήν χειροτονίας τους κατά τήν περίοδο ὅπου ἄκμαζε ἡ αἵρεση τοῦ Μονοθελητισμοῦ καί ὅλα τά Πατριαρχεῖα εἶχαν ὑποκύψει σέ αὐτήν.
Τό ἱστορικό καί Κανονικό Πλαίσιο
Κατά τήν περίοδο τῆς ἐξαπλώσεως τοῦ Μονοθελητισμοῦ (638–680 μ.Χ.), οἱ τέσσερις Πατριάρχες (Σέργιος, Πύρρος, Παῦλος καί Πέτρος) κατεῖχαν κανονικά τόν Οἰκουμενικό Θρόνο, καθότι δέν ὑπῆρχε ἀκόμη Σύνοδος πού νά τούς εἶχε καθαιρέσει ἢ ἀναθεματίσει ὅσο ζοῦσαν καί χειροτονοῦσαν.
Ἡ μέν τοπική Σύνοδος τοῦ Λατερανοῦ ὑπό τόν Ἅγιο Μαρτῖνο τόν Ὁμολογητή (Πάπα Ρώμης) πραγματοποιήθηκε τό 649 μ.Χ. καταδικάζουσα τήν αἵρεση ἡ δέ ἐπίσημη οἰκουμενική κατάκριση καί ὁ ἀναθεματισμός τους ἔγινε ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀπό τήν Ἕκτη Οἰκουμενική Σύνοδο (680–681 μ.Χ.), πολλά χρόνια ἀφότου εἶχαν ἀποβιώσει.
Ἡ Χρονική Ἀκολουθία
638–648 μ.Χ.: Οἱ Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος, Πύρρος καί Παῦλος Β΄ ἐκδίδουν τά μονοθελητικά διατάγματα (Ἔκθεσις καί Τύπος) καί τελοῦν τίς χειροτονίες τῶν ἐπισκόπων τῆς περιόδου ἐκείνης.
649 μ.Χ.: Ὁ Ἅγιος Μαρτῖνος συγκαλεῖ τήν ἐν Λατερανῷ Σύνοδο καί ἀναθεματίζει τούς αἱρεσιάρχες.
680–681 μ.Χ.: Ἡ 6η Οἰκουμενική Σύνοδος παραλαμβάνει ἐπισκόπους χειτοτονηθέντας ἀπό αἱρετικούς Πατριάρχες. Παρά ταῦτα, ἡ Σύνοδος θεωροῦσε μέν τούς αἱρεσιάρχες ἀπογυμνωμένους Ἱερωσύνης ἕνεκα τῆς αἱρέσεως, δέχθηκε δέ τούς ὑπ' αὐτῶν χειροτονηθέντας διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, ἀπαιτοῦσα ἀπαραιτήτως ἀπό αὐτούς νά ἀναθεματίσουν τούς αἱρετικούς!
Τό γεγονός ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ Πατέρες τῆς Ἕκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ὁποῖοι ἀνεθεμάτισαν τούς αἱρεσιάρχες μονοθελῆτας, εἶχαν λάβει τήν χειροτονίαν αὐτῶν ἐξ ἐκείνων, συντρίβει καθοριστικῶς τήν κυπριανιστική πλάνη.
Διότι, ἐάν ἡ Ἱερωσύνη ἦτο ἀτομικόν "ἀνεξίτηλον" κτῆμα τοῦ χειροτονοῦντος -ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ ἐνάντιοι- τότε ἡ Χάρις θά ἐξαρτᾶτο ἀπό τά πρόσωπα καί ὄχι ἀπό τήν Ἀλήθειαν. Ἐάν ὅμως ἐφαρμόσουμε τήν δική τους λογική περί "ἠλεκτρικοῦ ρεύματος", προκύπτει ἄτοπος ἀντίφασις: Πῶς εἶναι δυνατόν ἕνας αἱρετικός (πού ἔχει ἀποκοπεῖ ἀπό τήν Πηγήν τοῦ Ρεύματος) νά μεταδίδει Ρεῦμα; Ἐάν ὁ χειροτονῶν εἶναι ἀποσυνδεδεμένος ἀπό τήν Πηγή, ὁ λαμπτήρ θά ἐστερεῖτο ρεύματος καί θά ἀδυνατοῦσε νά ἀνάψῃ.
Ἡ 6η Οἰκουμενική Σύνοδος ὅμως ἔλαμψε! Ὄχι διότι οἱ ἐπίσκοποι ἔλαβαν "ρεῦμα" ἀπό τούς αἱρετικούς χειροτονήσαντες, ἀλλά διότι ἡ Ἐκκλησία —ὡς ἡ μόνη Πηγή τοῦ Φωτός— διά τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας καί τῆς Μετανοίας αὐτῶν, ἐνεργοποίησε καί καθηγίασε ἐκ τῶν ὑστέρων τήν ἐλλιπῆ χειροτονίαν τους, ἀποδεικνύουσα ὅτι ἡ Ἱερωσύνη δέν ρέει ἐκ τῶν αἱρετικῶν προσώπων, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἀμολύντου Σώματος τοῦ Χριστοῦ.
Ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τά Πρακτικά τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, (ὅπου ἀναλύεται ἡ ἀποδοχή τῶν χειροτονηθέντων ὑπό αἱρετικῶν) ἡ εἰσδοχή τῶν χειροτονηθέντων ὑπό μονοθελητῶν συνιστᾷ θεραπευτική πράξη ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας καί ὄχι ἀναγνώριση μυστηριακῆς χάριτος ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα δέν ἐκλείπει ποτέ ("Οὐκ ἐκλείψει ἡ Ἐκκλησία")
Ὅταν ἐπικρατῇ αἵρεση καί παρατηρῆται ὀξεῖα ἀπουσία Ὀρθοδόξων ἐπισκόπων, ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Χάρις τῆς Ἐκκλησίας δέν "συγκεντρώνονται" ὀντολογικά σέ πρόσωπα αἱρετικῶν, ἀλλά παραμένουν ἀμετακίνητοι στό ἀμόλυντον Σῶμα τοῦ Χριστοῦ — δηλαδή στό Πλήρωμα, στήν Ὀρθόδοξη Ὁμολογία, στά Δόγματα καί στούς Ἁγίους.
Ὅταν ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής πιέζετο μέ τήν ἔνσταση ὅτι "ὅλαι αἱ Πατριαρχικαί Ἕδραι ἐκοινώνησαν μέ τούς Μονοθελῆτας", δέν ἀνεγνώρισε Χάριν στούς αἱρετικούς Πατριάρχες ἐπειδή "δέν ὑπῆρχαν ἄλλοι", ἀλλά διακήρυξε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐκεῖ ὅπου διατηρεῖται ἡ ὀρθή Πίστις, ἔστω κι ἂν μείνῃ εἷς μόνος ὁμολογητής.
Ἄν ἡ Χάρις μετεδίδετο μηχανικά ἐκτός Ἐκκλησίας, τότε διατί χρειάζεται ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις; Τότε ἡ Χάρις καθίσταται ἕρμαιον προσώπων καί ὄχι ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν Ἐκκλησίᾳ.
Δέν ἀρνούμεθα τό ἰδιαίτερο χάρισμα καί τήν κανονική ἐξουσία τοῦ Ἐπισκόπου. Τοὐναντίον, διαφυλάσσομε τήν Ἱερωσύνη ἀπό τόν ἐκφυλισμό της σέ ἀτομική "μαγική" ἰδιότητα. Ὁ Ἐπίσκοπος φέρει τήν Εἰδική Ἱερωσύνη ὄχι ὡς αὐτόνομος δεσπότης, ἀλλ’ ὡς εἰκόνα Χριστοῦ καί στόμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὁ Ἱεράρχης ἐκπέσῃ τῆς Πίστεως, δέν "ἀπογυμνώνει" τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τήν Χάριν, ἀλλά ἀπογυμνώνεται ὁ ἴδιος ἐκ τοῦ λειτουργήματος Αὐτῆς. Ἡ Ἱερωσύνη παραμένει ἀλώβητος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀναμένουσα τήν διά τῆς Μετανοίας καί τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας ἐπανένταξη ἢ ἀποκατάσταση τοῦ Ποιμένος.
21. Ἡ διαστρέβλωση τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου περί τοῦ Βαπτίσματος
Περί δῆθεν ὑποβαθμίσεως τῆς ἐπικλήσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος
Ὅσον ἀφορᾷ τήν κατηγορία περί "ὑποβαθμίσεως τῆς ἐπικλήσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος", ὁ αὐτόκλητος ἐλεγκτής ἀποδεικνύει ὅτι ἀντιλαμβάνεται τά Μυστήρια μέ τρόπον μηχανικό καί νομικίστικο.
Θά πρέπῃ νά γνωρίζῃ ὅτι ἡ ἐπίκληση δέν εἶναι "μαγικόν ξόρκι"! Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ἐκφορά τῶν λόγων "Βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος" δέν λειτουργεῖ αὐτομάτως (ex opere operato), ὡς ἐάν ἐπρόκειτο περί μαγικῶν λέξεων πού ἐξαναγκάζουν τό Ἅγιον Πνεῦμα νά κατέλθῃ.
Ἡ ἐπίκληση ἔχει οὐσιαστική ἀξία μόνον ὅταν τελῆται ἐν τῇ Ἀληθείᾳ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ἕνας αἱρετικός (πού ἔχει διαστρεβλώσει τήν πίστη στήν Ἁγίαν Τριάδα) προφέρῃ τά Θεῖα Ὀνόματα, ἐπικαλεῖται ἕνα δικό του, παραχαραγμένο Θεό καί ὄχι τόν Τριαδικόν Θεόν τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἐάν ἡ ἐπίκληση παρεῖχε ἀφ’ ἑαυτῆς τήν Χάριν, τότε ἡ Χάρις θά καθίστατο ὑποχείριο τῆς ἀνθρωπίνης γλώσσης καί ὄχι δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού παροικεῖ μόνον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.
Ἡ ρητή καταδικαστική μαρτυρία τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου
Ἡ παραποίηση τῶν λόγων τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου ἀπό τόν δῆθεν ὑπερασπιστή τῆς Ἀληθείας εἶναι προφανής. Ὁ Ἱερός Πατήρ ρητῶς ἀναφέρει: "Καί ...παρά τό ὅτι διαβάζουν τάς Γραφάς, καί χρησιμοποιοῦν τά ὀνόματα, ἐμπαίζουν καί αὐτοί ὅσους δέχονται τά διδάγματά των, καί εἶναι περισσότερον ἀσεβέστεροι ἀπό τάς ἄλλας αἱρέσεις, καί σιγά - σιγά τάς ξεπερνοῦν καί τάς δικαιώνουν μέ τήν ἀφύλακτην γλώσσαν των. "[14]
Ὁ Ἅγιος, δηλονότι, στηλιτεύει τήν ψευδαίσθηση ὅτι ἡ ἁπλή ἐκφορά τῶν θείων λογίων τῆς Ἐπικλήσεως ὑπό τῶν αἱρετικῶν δύναται νά ἁγιάσῃ τό Βάπτισμα, χαρακτηρίζων τούς τοιούτους ὡς ἐμπαίζοντας τούς προσερχομένους. Συνεπῶς, ὁ σχολαστικός ἐπικριτής, ὑποστηρίζων μία μηχανική καί "μαγική" ἀποτελεσματικότητα τῆς Ἐπικλήσεως ἀνεξαρτήτως τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἔρχεται σέ εὐθεῖα σύγκρουση μέ τόν Ἅγιον καί οὐσιαστικῶς δικαιώνει τήν αἵρεση.
Ὅταν λοιπόν ἡ Ἐκκλησία κατ’ οἰκονομίαν δέχεται τό Βάπτισμα ὁρισμένων αἱρετικῶν χωρίς ἀναβάπτιση, δέν ἐπικυρώνει τήν "ἱερωσύνη" τοῦ αἱρετικοῦ, ἀλλά παραλαμβάνει τό ἐξωτερικό σχῆμα (τό ὕδωρ καί τήν μορφή) καί τό καθαγιάζει ἐκ τῶν ὑστέρων διά τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας καί τοῦ Ἁγίου Χρίσματος, πληροῦσα τό κενό διά τῆς ἰδικῆς Της Πληρότητας.
Δηλαδή, ἡ Ἐκκλησία συμπληρώνει καί "ζωντανεύει" τό κενό σχῆμα διά τῆς οἰκονομίας.
Ἀδιανόητη παραποίηση τῶν λόγων τοῦ Ἁγίου ἀπό τόν ἀπολογητή τοῦ κυπριανισμοῦ
Ὁ ἰσχυρισμός τοῦ κατηγόρου ὅτι τό "ἀλυσιτελές" Βάπτισμα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου σημαίνει δῆθεν "ὑπαρκτό μέν, ἀλλά ἁπλῶς δέ ἀνώφελο" Βάπτισμα, συνιστᾷ ἀνοικτή παραχάραξη τοῦ Πατερικοῦ κειμένου καί ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ ἐκκλησιολογία του στηρίζεται σέ δυτικές/παπικές θεωρίες καί ὄχι στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση.
Τί διδάσκει πράγματι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος;
Στόν Κατά ἀρειανῶν Δεύτερο Λόγο (§42-43), ἀπό ὅπου προέρχεται τό χωρίο, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καταδικάζει ρητῶς καί κατηγορηματικῶς τό Βάπτισμα τῶν ἀρειανῶν. Ὁ Ἅγιος ἐξηγεῖ ὅτι, παρότι οἱ ἀρειανοί ἐπιλέγουν νά ὀνομάζουν τόν Πατέρα καί τόν Υἱό, δέν βαπτίζουν στόν Ἀληθινό Θεό, διότι θεωροῦν τόν Υἱό κτίσμα.
Δι' αὐτό καί διατυπώνει τή συγκλονιστική φράση πού ἀγνοεῖ τεχνηέντως ὁ κυπριανιστής κατήγορος.
"Οὐδέ τήν ἀρχήν δίδωσιν [ὁ αἱρετικός]· ὁ γάρ μή ὀρθῶς ὁμολογῶν, οὐδέ λαμβάνει... ὥστε τό διδόμενον παρ' αὐτῶν οὐκ ἔστι Βάπτισμα, ἀλλά μᾶλλον ρύπος καί ἀσέβεια"!
Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἰσχυρίζεται κανείς ὅτι τό Βάπτισμα εἶναι "ὑπαρκτό", ὅταν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος διακηρύσσει ρητῶς ὅτι "οὐκ ἔστι Βάπτισμα" καί ὅτι ὁ προσερχόμενος "ρυπαίνεται μᾶλλον ἐν ἀσεβείᾳ";
"Ἀλυσιτελές" = ἄκυρον καί ἀνυπόστατον!
Στήν ἁγιοπατερική γλῶσσα, τό "ἀλυσιτελές" (α στερητικό + λυσιτελῶ = αὐτό πού δέν προσφέρει καμμία ὠφέλεια/σωτηρία) δέν σημαίνει "ὑπαρκτό μέν, ἀδρανές δέ", ἀλλά στερημένο Θείας Χάριτος.
Ὅταν ἕνα μυστήριο δέν μεταδίδει τήν καθαρτήριο Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν ὑφίσταται ὡς Μυστήριο. Εἶναι ἁπλό "ὕδωρ λειπόμενον εὐσεβείας", δηλαδή κοινό ὕδωρ! Τό νά ἐφευρίσκεται "ὑπαρκτό μυστήριο" χωρίς Χάριν συνιστᾷ θεολογικό ἀτόπημα πού μόνο στή σύγχυση τῆς κυπριανιστικῆς ἐκκλησιολογίας μπορεῖ νά ἀπαντηθῇ!
Ἡ εἰσαγωγή τῆς δυτικῆς θεωρίας του "Character Indelebilis" (Ἱερός Αὐγουστῖνος)
Ὁ κατήγορος ὁμολογεῖ οὐσιαστικά τήν αἵρεση καί τήν σύγχυσή του, διά νά ἑρμηνεύσῃ τόν Μέγα Ἀθανάσιο προσφεύγει ἀπροκάλυπτα στό ἔργο τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου "Κατά Δονατιστῶν"!
Ἐδῶ ἀποκαλύπτεται τό καίριο καί θεμελιῶδες σφάλμα του!
Ὁ Ἱερός Αὐγουστῖνος, στήν προσπάθειά του νά ἀντιμετωπίσῃ τήν ἀκρότητα τῶν δονατιστῶν, εἰσήγαγε τήν διδασκαλία περί "ἀνεξαλείπτου σφραγῖδος" (character indelebilis). Βάσει αὐτῆς τῆς δυτικῆς θεωρίας, ὑποστηρίχθηκε ὅτι τά μυστήρια τῶν αἱρετικῶν εἶναι δῆθεν ἔγκυρα καί ὑποστατά καθ' ἑαυτά (ex opere operato), πλήν ὅμως "ἀνενεργά" μέχρις ὅτου ἐκεῖνοι ἐπιστρέψουν στήν Ἐκκλησία.
Αὐτή ἡ θεωρία οὐδέποτε υἱοθετήθηκε ἀπό τήν Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία!
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολή (Μ. Βασίλειος, 15ος τῆς ΑΒ΄, Ἅγιος Νικόδημος) διδάσκει ἀταλαντεύτως ὅτι ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχουν μυστήρια, καθότι τό Ἅγιον Πνεῦμα δέν ἐνεργεῖ χαρισματικῶς καί σωτηριολογικῶς ἐκτός τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.
22. Διατί ἡ Ἐκκλησία δέχθηκε τούς ἀρειανούς "χωρίς ἀναβαπτισμό";
Ὁ κατήγορος διερωτᾶται: "Τότε γιατί οἱ Πατέρες δέχθηκαν τούς ἀρειανούς χωρίς Ἀναβαπτισμό;".
Ἡ ἀπάντηση δίδεται ἀπό τόν 1ο Κανόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τόν 7ον Κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου:
Ἡ Ἐκκλησία δέν δέχθηκε τό Βάπτισμα τῶν ἀρειανῶν ὡς "ἔγκυρο καθ' ἑαυτό", ἀλλά "κατ' οἰκονομίαν", ἐπειδή ἐτήρησαν τόν τύπο τῆς τριπλῆς καταδύσεως εἰς τό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ἡ Ἐκκλησία, ἐφαρμόζοντας τήν οἰκονομία διά τήν σωτηρία τῶν πολλῶν, δέν ἐπανελάμβανε τήν ἐξωτερική τελετουργία (τοῦ ὕδατος), ἀλλά συμπλήρωνε τό ἄκυρο καί ἀνυπόστατο Βάπτισμα διά τοῦ Χρίσματος ἢ διά τοῦ Λιβέλλου μετανοίας, διοχετεύοντας ἐκ τῶν ὑστέρων τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!
Ὅπως τονίζει ὁ Ἅγιος Νικόδημος στό Πηδάλιο: "Δύο εἴδη εἶναι τῆς κυβερνήσεως καί διορθώσεως ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ· τό ἓν εἶδος ὀνομάζεται Ἀκρίβεια, τό δέ ἄλλο ὀνομάζεται οἰκονομία καί Συγκατάβασις... Τό μέν λοιπόν τῶν αἱρετικῶν Βάπτισμα, ὡς ἀνυπόστατον καί ὡς ἀσέβεια, ἀποδοκιμάζεται κατά τόν λόγον τῆς Ἀκριβείας· δέχεσθαι δέ αὐτούς κατά τόν δεύτερον λόγον τῆς Οἰκονομίας... ἐπειδή τό παρ' αὐτοῖς Βάπτισμα οὐκ ἔστι Βάπτισμα, οὐδέ χάριν τινά ἢ ἁγιασμόν μεταδίδωσιν".
Εἶναι, ὄντως, παράτολμο νά ἐπικαλοῦνται τόν Ἅγιον Νικόδημον ὡς συνήγορο! Ἴσως διακατέχονται ἀπό τήν βεβαιότητα ὅτι οὐδείς ἀναγνώστης θά ἀνατρέξῃ στίς πηγές διά νά ἐλέγξῃ τήν ὀρθότητα καί τήν ἀκρίβεια τῶν μαρτυριῶν πού παραθέτουν.
Ὁ ἐπικριτής, προκειμένου νά ὑπερασπιστῇ τήν κακοδοξία τοῦ κυπριανισμοῦ (ὅτι δηλαδή οἱ αἱρετικοί ἔχουν δῆθεν ἔγκυρα καί κεχαριτωμένα Μυστήρια), φθάνει στό σημεῖο:
Νά ἀποσιωπᾷ τήν ρητή διακήρυξη τοῦ Μ. Ἀθανασίου ὅτι τό Βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν "οὐκ ἔστι Βάπτισμα, ἀλλά ρύπος".
Νά νοθεύῃ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία μέ δυτικές/σχολαστικές θεωρίες (Ἱερός Αὐγουστῖνος) περί "ὑπαρκτοῦ ἀλλά ἀνωφελοῦς δέ μυστηρίου".
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν γνωρίζει "ὑπαρκτό Βάπτισμα" τό ὁποῖον... "ρυπαίνει ἐν ἀσεβείᾳ". Ὅταν ἡ Ἐκκλησία δέχεται αἱρετικούς κατ' οἰκονομίαν, δέν ἐπιβεβαιώνει τή Χάρη τῆς αἱρέσεως, ἀλλά τήν ἐξουσία τῆς Ἐκκλησίας νά θεραπεύῃ καί νά ζωογονῇ τούς ἐπιστρέφοντας!
23. Ἡ εἰρωνεία του περί "μαγικοῦ ραβδίου" καί ἡ πραγματικότητα τῆς οἰκονομίας
Ὁ ἐπικριτής καταφεύγει σέ χαρακτηρισμούς περί "ἀδολεσχίας" καί "μαγικοῦ ραβδίου", διότι ἀδυνατεῖ νά συλλάβῃ τήν ἐκκλησιολογική ἔννοια τῆς Οἰκονομίας. Στήν προσπάθειά του νά διασύρῃ τόν συγγραφέα, προσβάλλει τήν ἴδια τή διαχρονική ποιμαντική πράξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἡ Ἐκκλησία δέν "Μαγεύει", ἀλλά "Θεραπεύει"
Ἡ Ἐκκλησία δέν διαθέτει "μαγικό ραβδί", ἀλλά τήν ἐξουσία τοῦ "Δεσμεῖν καί Λύειν" πού τῆς ἔδωσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός (Ματθ. ιη΄ 18).
Ὅταν ἡ Ἐκκλησία δέχεται κατ' οἰκονομίαν ἕναν ἐξ αἱρετικῶν ἢ σχισματικῶν προσερχόμενο, δέν μετατρέπει "μαγικά" τό ἀνύπαρκτο σέ ὑπαρκτό. Ἡ Ἐκκλησία, ὡς ἡ μόνη Πηγή τῆς Χάριτος, χορηγεῖ ἐκ τῶν ὑστέρων, οὐσιαστικῶς καί ὑποστατικῶς, τήν Χάριν πού ἔλειπε ἐξαιτίας τῆς αἱρέσεως ἢ τοῦ σχίσματος.
Ὅπως σημειώνει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό Πηδάλιο, ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ ὡς "ταμεῖον τῆς Χάριτος" καί συμπληρώνει τά ἐλλείποντα τήν στιγμή πού ὁ μετανοῶν ἐντάσσεται ὀργανικά στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
24. Ἡ συλλειτουργία ὡς πρᾶξις ἐκκλησιαστικῆς ἑνώσεως καί ἀποκαταστάσεως
Ὁ ἐνιστάμενος χλευάζει τή σημασία τῆς συλλειτουργίας, λησμονῶν ὅτι ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι ἡ φανέρωση καί ἡ κατ' ἐξοχήν πρᾶξις τῆς Ἐκκλησίας.
Στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, ἡ συλλειτουργία καί ἡ κοινωνία ἐν τοῖς μυστηρίοις μετά τῆς Κανονικῆς Ἀρχῆς ὑπῆρξε ἡ κατεξοχήν πράξη ἐνσωματώσεως καί ἀποκαταστάσεως. Ὅταν ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας δέχεται ἕναν ἐπιστρέφοντα καί ὁ Ἐπίσκοπος συλλειτουργεῖ μαζί του, ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία βεβαιώνει καί σφραγίζει τή χορήγηση τῆς Χάριτος.
Δέν πρόκειται περί "μεταμορφώσεως" μέσω μίας τυπικῆς πράξεως, ἀλλά διά ἔνταξη στό Εὐχαριστιακό Σῶμα, ἐντός τοῦ ὁποίου καί μόνο ἐνεργεῖ τό Ἅγιον Πνεῦμα.
Διά τούς κυπριανίτες δέν χρειάζεται καμμία ἀποκατάσταση∙ οἱ προσερχόμενοι εἶναι ἐν τάξει ὡς ἔχουν... καί αὐτό ἔγινε φανερό κατά τίς τελευταῖες ἀποτειχίσεις τινῶν ἐκ τοῦ οἰκουμενισμοῦ τόσο ἐν Ἁγίῳ Ὄρει ὅσο καί στόν ἐν Ἑλλάδι χῶρο, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν δεκτοί σέ κοινωνία ἄνευ τινός ἐξετάσεως!
Ἡ τοιαύτη μέθοδος ἀποκαλύπτει τό κρυφό καί ὑποκριτικό φρόνημα τῶν κυπριανιστῶν γενικώτερα, διότι παρά τίς ἠχηρές διακηρύξεις, στήν πραγματικότητα δέν θεωροῦν αὐτούς κἂν ὡς αἱρετικούς, ἀλλά τούς ἀναγνωρίζουν πλήρη ἐκκλησιαστικότητα ἄνευ μετανοίας!
25. Ἡ ἄστοχη σύγκριση μέ τόν "ἀβάπτιστο"
Ὁ κατήγορος διερωτᾶται εἰρωνικά: "Δέν μᾶς ἀναφέρει ὅμως πῶς ἕνας ἀβάπτιστος μεταμορφώνεται σέ βαπτισμένο...".
Ἡ ἐν λόγῳ εἰρωνεία ἀποκαλύπτει τό θεολογικό του βραχυκύκλωμα!
Οὐδείς ἀβάπτιστος γίνεται δεκτός χωρίς τή σφραγῖδα τῆς Ἐκκλησίας! Ὅταν ἡ Ἐκκλησία δέχεται κάποιον ἐξ αἱρετικῶν διά Χρίσματος (κατ' οἰκονομίαν), δέν ἀφήνει τόν ἄνθρωπο "ἀβάπτιστο". Τό Χρῖσμα (ἢ ἡ Ὁμολογία) λειτουργεῖ ὡς σφραγῖδα συμπληρώσεως τοῦ Βαπτίσματος διά τῆς Χάριτος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐάν ὁ κατήγορος θεωρεῖ ὅτι ὅσοι εἰσῆλθαν στήν Ἐκκλησία κατ' οἰκονομίαν (διά Χρίσματος ἢ Λιβέλλου) παρέμειναν... "ἀβάπτιστοι", τότε κατηγορεῖ τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους (Β΄, Ζ΄) καί τούς Ἁγίους Πατέρας ὅτι γέμισαν τήν Ἐκκλησία μέ "ἀβαπτίστους"!
Ἄς ἀνατρέξῃ, πρός ἐπίλυση τῆς ἀπορίας του, στό βιβλίο "Ὑπάρχει Οἰκονομία εἰς τό κατ' ἐπίχυσιν Βάπτισμα;" [15] καί ἐκεῖ θά εὕρῃ τίς κατάλληλες ἀπαντήσεις τίς ὁποίες ἐπιζητεῖ.
Ἡ πραγματολογική ἀλήθεια βοᾷ ἀφ' ἑαυτῆς! Ἐάν κάποιος ἀφήνῃ τούς προσερχομένους ἀβαπτίστους, αὐτοί εἶναι οἱ κυπριανιστές, οἱ ὁποῖοι τούς δέχονται ἄνευ τινός μερίμνης ἐκκλησιαστικῆς ἀποκαταστάσεως, φορτωμένους μέ τά βαρέα κακόδοξα βάρη καί τίς καταστροφικές εὐθῦνες τίς ὁποῖες κληρονόμησαν ἐκ τῶν πνευματικῶν προπατόρων αὐτῶν!
26. Ποῖος πράττει ὄντως "παπισμό";
Ὁ ἀντιλέγων κατηγορεῖ τόν συγγραφέα διά «παπισμό". Στήν πραγματικότητα ὅμως, ὁ ἴδιος ὁ κατήγορος διακατέχεται ὑπό παπικῆς/σχολαστικιστικῆς ἀντίληψης!
Παπισμός εἶναι νά θεωρῇ τις ὅτι τά Μυστήρια ἐνεργοῦν μηχανικά καί αὐτοτελῶς (ex opere operato) ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Πάπας, ἔτσι καί ὁ ἐπικριτής ἀποσυνδέει τή Χάρη ἀπό τήν Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, καθιστώντας τόν ἱερέα αὐτόνομο "κάτοχον" τῆς Χάριτος.
Ὀρθοδοξία εἶναι νά γνωρίζῃς ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Ταμεῖον τῆς Χάριτος: Τίποτα δέν ὑπάρχει ἔξω ἀπό Αὐτήν, καί ταυτόχρονα Αὐτή ἔχει τήν ἐξουσία, διά τῆς Οἰκονομίας, νά θεραπεύῃ καί νά ζωοποιῇ ὅσους προσέρχονται ἐν μετανοίᾳ στήν Ἀλήθεια.
27. Ἡ κατακλείς τῆς ἠθικολογίας καί ἡ πραγματική εὐσέβεια
Ὁ κατήγορος, κλείνοντας τήν ἐπίθεσή του, ἐπιχειρεῖ νά ἐνδυθῇ τό ἔνδυμα τοῦ "ὑπερασπιστοῦ τῶν Πατέρων" καί νά νουθετήσῃ τούς ἐναντιουμένους μέ ὑποτιμητικούς ὑπαινιγμούς. Ἡ τακτική αὐτή ἀποκαλύπτει πλήρη ἀμηχανία ἐπιχειρημάτων.
Ποῖος πράγματι "συκοφαντεῖ" τούς Πατέρες;
Ὁ κατήγορος διαμαρτύρεται ὅτι δῆθεν "συκοφαντοῦνται οἱ Πατέρες ὡς αἱρετικοί".
Οὐδείς συκοφαντεῖ τούς Ἁγίους Πατέρες! Αὐτό πού ἐλέγχεται καί ἀπορρίπτεται εἶναι ἡ κακοδοξία τοῦ κυπριανισμοῦ, δηλαδή ἡ καινοφανής θεωρία ὅτι οἱ αἱρετικοί ἐπίσκοποι, πρίν συνοδικῆς καταδίκης, ἔστω καί ἄν κηρύττουν φανερή καί καταδικασμένη αἵρεση, εἶναι "γνήσια μέλη" τῆς Ἐκκλησίας καί ἔχουν "κεχαριτωμένα Μυστήρια".
Ἡ ταύτιση μιᾶς νεωτέρας, προβληματικῆς ἐκκλησιολογικῆς θεωρίας μέ τήν οἰκουμενική διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων συνιστᾷ ὑβριστικό σφετερισμό τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως!
Ἡ εὐσέβεια κρίνεται ἀπό τήν Ἀλήθεια, ὄχι ἀπό τούς χαρακτηρισμούς.
Ὁ ἐνιστάμενος ἐπικαλεῖται τήν "ταπεινοφροσύνη καί τήν προσευχή", προκειμένου νά φιμώσῃ τόν ἐκκλησιολογικό ἔλεγχο.
Ὅπως διδάσκει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: "Κρείσσων γάρ ἐπαινετός πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ" (Εἰς τά Ἔπη). Ἡ ἀληθής ταπείνωση ὑποτάσσεται στήν Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καί δέν συγκαλύπτει τίς δογματικές παραχαράξεις.
Τό νά ἐλέγχῃ κανείς τή διαστρέβλωση τῶν Πατερικῶν κειμένων (ὅπως ἡ παραποίηση τοῦ Μ. Ἀθανασίου ἢ ἡ εἰσαγωγή τοῦ Λατινικοῦ "Αὐγουστινισμοῦ") δέν εἶναι "ἐξευτελισμός", ἀλλά χρέος Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας.
Ἐπίσης ὁ χαρακτηρισμός τῶν πολεμίων τοῦ κυπριανισμοῦ ὡς "νεοφανῶν" εἶναι πλήρως αἴολος.
"Νεοφανές" καί πρωτοφανές στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία ὑπῆρξε τό φρόνημα πού διακρίνει τήν αἵρεση σέ "ἄκριτη" καί "κατακεκριμένη", ἀπονέμοντας Χάρη καί Μυστήρια σέ αἱρετίζοντες ποιμένας.
Ἡ Ὀρθόδοξος ἀντικυπριανιστική στάσις δέν εἶναι "νεοφανής", ἀλλά ἡ διαχρονική ἐκκλησιολογία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καί τοῦ Ἱεροῦ Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.
Ἡ Ἐκκλησία καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπό αὐτοκλήτους "ὑπερασπιστάς" πού παραποιοῦν τά κείμενά τους διά νά δικαιώσουν παραταξιακές σκοπιμότητες.
Ἡ Ἀλήθεια ὑπερασπίζεται ἑαυτήν! Ὅταν τά πρωτότυπα κείμενα ἀνοίγουν, οἱ αὐθαίρετες ἑρμηνεῖες καταρρέουν, καί τότε καταφαίνεται ποιός πράγματι "μελετᾷ μέ προσοχή καί εὐλάβεια" καί ποιός ἐμπορεύεται τήν Πατερική γλῶσσα.
28. Τό δογματικό ὀλίσθημα τῶν κυπριανιστῶν περί μολυσμοῦ ἐκ τῶν Μυστηρίων!
Ἐν τέλει ἀπαιτεῖται ἡ ἀνάδειξη μίας ἄκρως κακόδοξης θέσης πού ἐκφράζεται ἀπό τό σύνολο τῶν κυπριανιστῶν καί διατυπώθηκε γραπτῶς μέσα ἀπό τούς σχολιασμούς στό Προφίλ ἀπό τόν γνωστό κατήγορο. Ἀπαντᾶ ἐκεῖ σέ μία ἐρώτηση, "πῶς γίνεται νά συνυπάρχῃ ἡ Θεία Χάρις μέ τόν μολυσμό τῆς αἱρέσεως"; Ἡ ἀπάντησή του ἦταν ἡ ἑξῆς:
"το ότι το ίδιο Μυστήριο μπορεί ταυτόχρονα να φωτίζει και να σκοτίζει, να χαριτώνει και να μολύνει, να αγιάζει και να κολάζει, δεν τον λέω εγώ αλλά η Αγία Γραφή. Διότι ναι μέν "ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἔχει ζωήν αἰώνιον" αλλά και "ὁ γάρ ἐσθίων καί πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει, μή διακρίνων τό σῶμα τοῦ Κυρίου". Όχι δηλαδή ότι το Μυστήριο είναι πηγή μολυσμού, μη γένοιτο, αλλά η αναξιότητα του προσερχομένου του (εν προκειμένω η εν γνώση του κοινωνία με αιρετικό)[16] προκαλεί την κατάκριση και τον μολυσμό. Οπότε τα υπόλοιπα πού λέτε είναι δικές σας ερμηνείες, όχι δικές μου θέσεις".
Ἡ σύγχυση Ἀκτίστου Χάριτος καί ὀντολογικῆς ὑπάρξεως τοῦ Κακοῦ
Στήν προσπάθειά του νά δικαιολογήσῃ τά ἀδικαιολόγητα, ὑπέπεσε σέ βαρύτατο δογματικό ὀλίσθημα, τήν σύγχυση τῆς Ἀκτίστου Χάριτος μέ τήν ὀντολογική ὕπαρξη του Κακοῦ.
Ὁ ἰσχυρισμός τοῦ ἐπικριτοῦ ὅτι τό μυστήριο "μολύνει" ἀποκαλύπτει πλήρη ἄγνοια τῆς Ὀρθοδόξου Τριαδικῆς καί Χριστολογικῆς διδασκαλίας. Ἡ σύγχυση τήν ὁποία προκαλεῖ ἔγκειται στό ὅτι ταυτίζει τήν κρίσιν/κατάκρισιν μετά τοῦ μολυσμοῦ! Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ Ἄκτιστος Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι μία καί ἀδιαίρετος.
Ὅπως διδάσκει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἡ Θεία Χάρις βιώνεται ἀνάλογα μέ τήν πνευματική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου:
Διά τόν ἄξιο καί μετανοοῦντα γίνεται Φῶς, Ἁγιασμός καί Ζωή.
Διά τόν ἀνάξιο καί ἀμετανόητο γίνεται Πῦρ, Κρίσις καί Κόλασις ("κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει").
Οὐδέποτε ὅμως ἡ Θεία Χάρις γίνεται "μολυσμός"! Τό πῦρ πού κατακαίει δέν μολύνει· καθαρίζει ἢ τιμωρεῖ. Τό νά ἀποδοθῇ στήν Εὐχαριστιακή Χάρη ἡ ἰδιότητα τοῦ "μολυσμοῦ" συνιστᾷ βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἀποτελεῖ Μανιχαϊκή ἀντίληψη περί Καλοῦ καί Κακοῦ!
Ἡ θεολογική ἀντίφαση περί τῆς πηγῆς τοῦ μολυσμοῦ
Ὁ ἀντίμαχος ἰσχυρίζεται ὅτι "ἡ ἀναξιότητα προκαλεῖ τόν μολυσμό". Ἀπό πού ὅμως προέρχεται αὐτός ὁ μολυσμός;
Ἐάν προέρχεται ἀπό τό Μυστήριο, τότε τό Μυστήριο εἶναι πηγή Κακοῦ (βλασφημία).
Ἐάν προέρχεται ἀπό τήν ἐμπράγματη συνύπαρξη Χάριτος καί Κακοῦ στό ἴδιο τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τότε δεχόμαστε Δυαλισμό/Μανιχαϊσμό, καθότι τό Ἀγαθό καί τό Κακό συνυπάρχουν οὐσιαστικῶς.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἀπάντηση: Ὁ μολυσμός γεννᾶται ἐκ τοῦ ἰδίου αἱρετικοῦ φρονήματος (ἐκ τῆς ἁμαρτίας καί τῆς ἀποστασίας) καί συνιστᾷ ΣΤΕΡΗΣΗ καί ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ τῆς Χάριτος.
Ὁ ἀναξίως καί ἐν γνώσει (ἤ ἀδιαφόρως) προσερχόμενος σέ φανερό αἱρετικό δέν μολύνεται ἀπό τή Θεία Χάρη —διότι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι Ἄκτιστη, Ἁγία καί Ἀμόλυντη— ἀλλά μολύνεται ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΝ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ, μετά τοῦ ὁποίου συνάπτει πνευματική καί μυστηριακή κοινωνία καί τό ὁποῖον ἐνστερνίζεται!
Ὁ μολυσμός δηλονότι δέν ρέει ἐκ τῆς Θείας Χάριτος (ἡ ὁποία ἀπουσιάζει παντελῶς ἀπό τήν αἵρεση), ἀλλά γεννᾶται ἐκ τῆς οἰκειώσεως τῆς πλάνης καί μεταδίδεται ἐκ τῆς δογματικῆς καί μυστηριακῆς ταυτίσεως καί κοινωνίας μετά τοῦ αἱρετίζοντος.
Ὅπως διδάσκει ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ἡ κοινωνία μετά τοῦ αἱρετικοῦ εἶναι "δηλητήριον τῆς ψυχῆς". Ὄχι διότι τά Ἅγια μεταβάλλονται σέ δηλητήριο (μή γένοιτο!), ἀλλά διότι ὁ αἱρετικός κληρικός, ὡς ἀποκεκομμένος τῆς Ἐκκλησίας, ΔΕΝ προσφέρει Θεία Χάρη, ἀλλά γεννᾷ καί μεταδίδει τόν ἴδιον αὐτοῦ μολυσμό τῆς ἰοβόλου αἱρέσεως σέ ὅσους ἐν γνώσει τους κοινωνοῦν μαζί του.
Ὁ ἀντιλέγων ἐπικαλέσθηκε τό "κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει" (Α΄ Κορ. ια΄ 29) διά νά ἀποδείξῃ τόν "μολυσμό". Τό "κρῖμα" ὅμως σημαίνει κατάκριμα / καταδίκη, ὄχι μολυσμό! Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προειδοποιεῖ ὅτι ὁ ἀνάξιος ἐφέλκει τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ (κατάκριση), διότι καταφρονεῖ τό Σῶμα τοῦ Κυρίου∙ δέν λέγει ὅτι τό Σῶμα τοῦ Κυρίου μεταδίδει "μολυσμό".
Ἡ Κραυγαλέα αὐτοαναίρεσις τοῦ ἐπικριτοῦ!
Πέραν τῆς δογματικῆς διολισθήσεως, ὁ ἐπικριτής περιπίπτει καί σέ πλήρη λογική καί φραστική αὐτοαναίρεση μέσα στίς ἴδιες του τίς προτάσεις:
Στήν ἀρχή ἰσχυρίζεται κατηγορηματικῶς "Το ότι το ίδιο Μυστήριο μπορεί ταυτόχρονα να φωτίζει και να σκοτίζει, να χαριτώνει και να μολύνει, να αγιάζει και να κολάζει, δεν το λέω εγώ αλλά η Αγία Γραφή".
Καί μόλις δύο προτάσεις μετά, ἀναιρεῖ τόν ἑαυτό του γράφοντας: "Όχι δηλαδή ότι το Μυστήριο είναι πηγή μολυσμού, μη γένοιτο, αλλά η αναξιότητα του προσερχομένου... προκαλεί την κατάκριση και τον μολυσμό".
Τί συμβαίνει ἐδῶ; Ἀπό τή μία διακηρύσσει ὅτι τό ἴδιο τό Μυστήριο μολύνει ταυτοχρόνως (αὐτοτελῶς καί ἐγγενῶς). Ἀπό τήν ἄλλη, καταλαβαίνοντας αἴφνης τό βλάσφημο τῆς φράσεώς του, σπεύδει νά τό μαζέψῃ λέγοντας "μή γένοιτο, δέν εἶναι πηγή μολυσμοῦ τό Μυστήριο"!
Αὐτό τό θεολογικό "μπρός-πίσω" ἀποδεικνύει ὅτι, δέν ἔχει κατασταλαγμένη ἐκκλησιολογική καί δογματική βάση.
Ὅταν κάποιος πού θεολογεῖ φθάνει στό σημεῖο νά αὐτοαναιρεῖται μέσα στήν ἴδια του τήν παράγραφο, ἡ συζήτηση ἔχει οὐσιαστικά λήξει!
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Καθίσταται σαφές ὅτι ὅταν ἡ θεολογική συζήτηση ἀπομακρύνεται ἀπό τούς Πατερικούς Κανόνας, ἡ παράθεση δογματικῶν ἐπιχειρημάτων δυσκολεύεται νά βρῇ γόνιμον ἔδαφος. Ὅταν ὁ ὑποκειμενισμός καί οἱ προσωπικές ἀντιλήψεις ὑποκαθιστοῦν τήν ἀντικειμενική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, δημιουργεῖται ἕνας κλειστός κύκλος σκέψεως, ὅπου οἱ ἐσωτερικές ἀντιφάσεις καί τά λογικά σφάλματα παραβλέπονται.
Εἶναι πράγματι λυπηρό νά παρατηρῆται ἡ ἀποδοχή καί ἐνστέρνιση στρεβλῶν ἢ πεπλανημένων δοξασιῶν, οἱ ὁποῖες ἔρχονται εἰς εὐθεῖαν ἀντίθεση μετά τῶν ἀληθειῶν τίς ὁποῖες διαχρονικῶς καί ἀναλλοιώτως μᾶς διδάσκει ἡ Πίστις τῆς Ἐκκλησίας μας, ἰδιαιτέρως ἀπό ὅσους ἐκπροσωποῦν ἢ ἀκολουθοῦν τήν δοξασία τοῦ λεγομένου "κυπριανισμοῦ".
Ὅταν τά ἀντικειμενικά τεκμήρια, οἱ Κανόνες καί οἱ ἱστορικές μαρτυρίες ἀντιμετωπίζωνται ὡς δευτερεύοντα ἢ ἄσχετα στοιχεῖα, τότε ὁ διάλογος χάνει τόν προσανατολισμό του καί ἡ ἀναζήτηση τῆς Ἀληθείας ὑποχωρεῖ ἔναντι τῆς περισσείας τῶν προσωπικῶν πεποιθήσεων.
Ἡ Ἐκκλησία ὅμως τοῦ Χριστοῦ δέν στηρίζεται ἐπί εὐθραύστων ἀνθρωπίνων ἐπινοημάτων, ἀλλά ἐπί τοῦ στερεοῦ θεμελίου τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας. Ἀπέναντι στήν σύγχυση καί τίς δογματικές ἐκτροπές, ἡ μόνη ἀσφαλής ὁδός παραμένει ἡ ἀδιάσειστη πιστότητα στήν Παρακαταθήκη τῶν Ἁγίων Πατέρων. Εὐχή μας εἶναι νά ὑπερνικηθῇ ἡ πλάνη καί νά ἐπιστρέψουν ἅπαντες στήν καθαράν καί ἀνόθευτον Ἀλήθειαν τῆς Πίστεώς μας, ἡ ὁποία μόνη ἐλευθερώνει καί σῴζει.
Οἱ συντάκτες τῆς παροῦσης τοποθέτησης κατακλείουν ὁριστικῶς τήν συγκεκριμένη συζήτηση. Τά θεολογικά καί κανονικά δεδομένα τέθηκαν μέ πλήρη σαφήνεια καί τεκμηρίωση· ὡς ἐκ τούτου, δέν προτίθενται νά ἐπανέλθουν ἢ νά ἀσχοληθοῦν περαιτέρω μέ τό θέμα αὐτό σέ σχέση μέ τά συγκεκριμένα πρόσωπα, θεωροῦντες τό θέμα λῆξαν.
[1] https://krufo-sxoleio.blogspot.com/2026/09/blog-post_12.html?fbclid=IwY2xjawUScNZwZG9mAWV4dG4DYWVtAjEwAGJyaWQRMDQ0MVl5QVRBS0pJc3A3aWNzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEel2Sm54q5lIK0sNS6nLhYiq-uf5sFxHBSdR2KHXMzjCpT88BgxWfcOmHPj78_aem_FBiCumX91NMyfBgpndUjiA
[2]https://www.facebook.com/share/p/19goc3tcBv/
[3] Ἡ παρείσφρυση τῆς δυτικῆς δικανικῆς θεωρίας περί τοῦ "ἀνεξαλείπτου χαρακτῆρος" τῆς ἱερωσύνης στήν ἀνατολική γραμματεία (ὅπως ἀποτυπώνεται στίς θέσεις τῶν Ἰ. Βρυεννίου καί Εὐγ. Βουλγάρεως πού διασώζει ὁ Βασίλειος Ἀγχιάλου) ἀποτελεῖ χαρακτηριστικό σύμπτωμα αὐτοῦ πού ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκι ὠνόμασε "Δυτική αἰχμαλωσία" τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας (βλ. Γ. Φλωρόφσκι, Οἱ δρόμοι τῆς Ρωσικῆς Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986).
[4] Μ. Βασιλείου, PG 32, 545: "Τό δέ αὐτό τοῦτο χρήσιμον ἂν εἴη καί πρός τούς ὑπονοουμένους ἐναντίως ἔχειν τῇ ὑγιαινούσῃ διδασκαλίᾳ καί συσκιάζοντας ἑαυτῶν ἀποφυγαῖς εὐπροσώποις τό τῆς κακοδοξίας φρόνημα. Καί γάρ καί τούτοις αὐτάρκης ἡ ἐγκειμένη πίστις. Ἢ γάρ διορθώσαιντο ἑαυτῶν τήν ἐν τῷ κρυπτῷ νόσον ἢ συγκαλύπτοντες αὐτήν ἐν τῷ βάθει αὐτοί μέν τό κρίμα τῆς ἀπάτης βαστάσουσιν, ἡμῖν δέ τήν ἀπολογίαν κούφην ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως παρασκευάσουσιν, ὅτε ἀποκαλύψει ὁ Κύριος τά κρυπτά τοῦ σκότους καί φανερώσει τάς βουλάς τῶν καρδιῶν. Λαμβάνειν τοίνυν αὐτούς ὁμολογοῦντας προσήκει ὅτι πιστεύουσι κατά τά ῥήματα τά ὑπό τῶν Πατέρων ἡμῶν ἐκτεθέντα ἐν τῇ Νικαίᾳ καί κατά τήν ὑγιῶς ὑπό τῶν ῥημάτων τούτων ἐμφαινομένην διάνοιαν".
[5] Κάποιοι μοναχοί πῆγαν νά
δοκιμάσουν τόν Ἀββᾶ Ἀγάθωνα καί τόν κατηγόρησαν ψευδῶς διά διάφορες ἠθικές ἁμαρτίες:
"Ἐσύ εἶσαι
πόρνος καί ὑπερήφανος;". "Ναί,
εἶμαι", ἀπάντησε ἐκεῖνος μέ ταπείνωση.
"Ἐσύ
εἶσαι φλύαρος καί κατάλαλος;" . "Ναί, εἶμαι".
"Ἐσύ
εἶσαι αἱρετικός;" . "Ὄχι, δέν εἶμαι αἱρετικός!", ἀπάντησε ἀμέσως.
Ὅταν τόν
ρώτησαν διατί δέχτηκε ὅλες τίς ἠθικές ἁμαρτίες ἀλλά ἀντέδρασε μόνο στήν αἵρεση,
ὁ Ἅγιος Ἀγάθων ἀπάντησε:
"Τά
πρῶτα τά ἐπωμίστηκα στόν ἑαυτό μου, διότι αὐτό ὠφελεῖ τήν ψυχή μου (νά θεωρῶ τόν
ἑαυτό μου ἁμαρτωλό). Τό νά εἶναι ὅμως κανείς αἱρετικός σημαίνει χωρισμό ἀπό τόν
Θεό, καί ἐγὼ δέν θέλω νά χωριστῶ ἀπό τόν Θεό"!
[6] Ὁ βερμπαλισμός (ἀπό τή λατινική λέξη verbum = λέξη) εἶναι ἡ ὑπερβολική χρήση λέξεων χωρίς οὐσιαστικό περιεχόμενο.
[7] Πρακτ. τόμ. 2ος, σ. 290.
[8] Ράλλη – Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων, τόμ. 2ος, Ἀθήνησι 1852, σελ. 694.
[9] Ἀνάλογο ἑρμηνευτικό ὀλίσθημα παρατηρεῖται καί στὴν περίπτωση τοῦ ἱερομονάχου Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, ὅταν ἐκλήθη νά δικαστῇ διά τήν ἀποτείχισή του ἀπό τήν κρατικήν ἐκκλησίαν. Ἀντί νά ἀγνοήσῃ τήν καταδικαστική ἀπόφαση ὡς ἄκυρη καί ἐκπεσοῦσα κανονικῆς δικαιοδοσίας, τήν ἀπεδέχθη, ἀναγνωρίζοντας ἔτσι ἐμμέσως (πλήν σαφῶς) τήν ἐγκυρότητα καί τήν κανονική ἐξουσία τοῦ δικαστηρίου. Ὡς ἐκ τούτου, ἀπεῖχε ἔκτοτε πάσης ἱεροπραξίας, παρά τίς ἔντονες ἀντιδράσεις τῶν πνευματικῶν του τέκνων. Μέ τήν πράξη του ὅμως αὐτή, ἀκύρωσε καί διέγραψε ἐν τῇ πράξει κάθε προγενεστέρα διδασκαλία του περί τοῦ 15ου Κανόνος τῆς ΑΒ΄ Συνόδου καί περί τῆς ἐκπτώσεως τῆς αἱρετιζούσης Ἱεραρχίας!
[10] Ἡ παρά τῶν αἱρετικών κοινωνία οὐ κοινός ἄρτος, ἀλλά φάρμακον, οὐ σῶμα βλάπτον, ἀλλά ψυχήν μελαῖνον καί σκότιζον...
[11] ...οὐ ναός Θεοῦ ἅγιος ὁ ὑπό αἱρετικῶν βεβηλούμενος, ἀλλ’ οἶκος κοινός, ὥς φησιν ὁ μέγας Βασίλειος, τοῦ ἐφεστῶτος ἀγγέλου ἐν αὐτῷ, ὡς ἐφ’ ἑκάστης Ἐκκλησίας, ὑπεκστάντος διά τήν ἀσέβειαν. Διόπερ οὐδ’ ἡ τελουμένη ἐν αὐτῷ θυσία Θεῷ εὐπρόσδεκτος.
[12] Avelle radium solis a corpore, divisionem lucis unitas non capit ab arbore frange ramum, fractus germinare non poterit; a fonte praecide rivum, praecisus arescit. Sic et Ecclesia Domini luce perfusa per orbem totum radios suos porrigit; unum tamen lumen est...
[13]Ὅπως ἀναφέρθηκε καί στήν βαλλόμενη ἀπό τούς κυπριανιστές σχετική μελέτη, ἤδη ἐδῶ καί χρόνια ἔνιοι τῶν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει κυπριανιστῶν ἐκήρυτταν ὅτι οἱ παπικοί διατηροῦν ἀδιάκοπη τήν ἁγιαστική Χάρη, διότι θεωροῦνται "ἄκριτοι" ἐφόσον δέν καθῃρέθησαν ἀπό κάποια Ὀρθόδοξη Σύνοδο. Ἰδού, λοιπόν, ἡ πλήρης ἐπιβεβαίωση... Παρά ὅμως τίς ἐπανειλημμένες ἀναφορές διά τό συγκεκριμένο φρόνημα αὐτῶν τῶν ἁγιορειτῶν κυπριανιστῶν πατέρων καί σέ ἄλλες δημοσιεύσεις, ὁ ἀπολογητής κρατᾷ μιά περίεργη σιωπή!
[14] Μ. Ἀθανασίου, Κατά ἀρειανῶν Λόγος Β' § 43, ΕΠΕ, σελ. 335. ...κἄν ἀναγινώσκωσι τά γεγραμμένα καί λέγωσι τά ὀνόματα, καί αὐτοί παίζουσι τούς λαμβάνοντας παρ’ αὐτῶν, πλέον τῶν ἄλλων αἰρέσεων ἀσεβέστεροι τυγχάνοντες καί κατ’ ὀλίγον ὑπερκείμενοι ταύτας καί δικαιώνοντες αὐτάς ἐκ τῆς ἐαυτῶν ἀθυρογλωττίας.
[15] https://drive.google.com/file/d/1bDs8cxI-4QQKe4M-o8aMNjf5G1Z41emG/view?usp=sharing
[16] Στό συγκεκριμένο σημεῖο, ὁ ἀπολογητής τοῦ κυπριανισμοῦ —καί αὐτοπροβαλλόμενος ὡς γνήσιος τηρητής τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας— παραδέχεται, ἔστω καί μὲ αὐτόν τόν τρόπο, ὅτι ἡ ἐν γνώσει συμμετοχή στό αἱρετικό ποτήριο προκαλεῖ κατάκριση καί μολυσμό.
Ὁ ἴδιος ὅμως, μέσα ἀπό τόν προσωπικό του λογαριασμό σέ σελίδα, ἀνάρτησέ τινα σχολιασμό, ὅπου ἐπικαλεῖται ὅτι "οἱ Ἅγιοι ἀναγνωρίζουν τούς Ἁγίους", προβάλλοντας ὡς "χαρισματούχους ἁγίους" γνωστά πρόσωπα τῆς οἰκουμενιστικῆς ἐκκλησίας (Παΐσιος, Πορφύριος), τά ὁποῖα ὄχι μόνο ὑπῆρξαν ἐν γνώσει κοινωνοί τοῦ αἱρετικοῦ ποτηρίου, (ἄρα καί μολυσμένοι ἐκ τοῦ ποτηρίου), ἀλλά ἐπιπλέον καταφέρονταν ἐπιθετικῶς καί ἐναντίον ὅσων εἶχαν τήν τόλμη νά ἀποτειχισθοῦν ἐκ τῆς προφανοῦς κακοδοξίας!
Αὐτή ἡ ἀντεκκλησιολογική ἀσυνέπεια προδίδει τήν πλήρη σύγχυση τῆς κυπριανιστικῆς ἐκκλησιολογίας, ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς αἴρει τά σαφῆ ὅρια μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί αἱρέσεως!
Κατέωασμα ὡς pdf: https://drive.google.com/file/d/1VmfqGv9r0_F9Pd0a9HAcgMKYp4gKaX1D/view?usp=drive_link