Ἡ προσέλευση στὸ Μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας προϋποθέτει τὴν προσήκουσα πνευματικὴ προετοιμασία, μετὰ πίστεως, μετανοίας καὶ εὐλαβείας.
Ἡ παροῦσα μελέτη ἐξετάζει, ὑπὸ τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῆς πατερικῆς διδασκαλίας, τὴν σημασία τῆς νηστείας καὶ τῆς ἐγκρατείας πρὸ τῆς Θείας Μεταλήψεως.
Πρόλογος
«Ὑπάρχουν δρόμοι πού φαίνονται ὀρθοί στόν ἄνθρωπο, ἀλλά τό τέλος τους ὁδηγεῖ στόν πυθμένα τοῦ ἅδη». (Παροιμ. 16, 25)
«Ἐπειδή λοιπόν ἔφτασαν σέ ἐμᾶς τά τέλη τῶν αἰώνων, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, καί ἄρχισαν οἱ δύσκολοι καιροί, καί ἡ ἀνομία αὐξήθηκε πολύ, καί ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν ψύχρανε, καί αὐτοί πού πλανοῦν εἶναι πολλοί, καί οἱ πλανεμένοι περισσότεροι, ἐλᾶτε λοιπόν νά ἀνοίξουμε τά ἱερά βιβλία, στά ὁποῖα θά βροῦμε τά Ἅγια Ὄρη, δηλαδή τούς Προφῆτες καί τούς Ἀποστόλους, ὥστε ἐμεῖς νά μήν πλανηθοῦμε καί νά μήν παρασυρόμαστε ἀπό κάθε ἄνεμο διδασκαλίας καί ἀπό τήν πονηρία τῶν ἀνθρώπων πού χρησιμοποιοῦν πανουργία γιά νά μᾶς ὁδηγήσουν στήν πλάνη» (Κατά Ψευδοπροφητῶν).
Ἀκολουθώντας αὐτή τήν προτροπή τοῦ Ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου, ἐπειδή εἶμαι πεπεισμένος ὅτι πράγματι βαδίζουμε στούς ἔσχατους καιρούς αὐτοῦ τοῦ κόσμου καί ἀπειλούμαστε ἀπό πλῆθος ψευδοπροφητῶν, ἀθέων, αἱρετικῶν καί πλανεμένων, οἱ ὁποῖοι σπέρνουν νέες πλάνες καί ἀνακαινίζουν τίς παλιές· καί κινούμενος ἀπό σφοδρή ἐπιθυμία νά μήν μπεῖ ἡ ἀλήθεια «κάτω ἀπό τό μόδιο», ἀλλά πάνω ἀπό αὐτό, ὥστε νά εἶναι ὁρατή ἀπό ὅλους, προβαίνω στήν ἔκδοση αὐτοῦ τοῦ μικροῦ πονήματος. Μέ αὐτό στηλιτεύεται μία ἀπό τίς πολλές αἱρετικές πλάνες πού λυμαίνονται σήμερα τό πλήρωμα τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας. Πρόκειται γιά μιά πλάνη πολύ ἐπικίνδυνη γιά τή σωτηρία τῶν ψυχῶν τῶν πιστῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ προσέλευσή τους στή Μετάληψη καί Κοινωνία τοῦ Ἀχράντου καί Ζωοποιοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ χωρίς τή δέουσα σωματική νηστεία καί ἐγκράτεια — μιά πλάνη πού ὁδηγεῖ τούς πιστούς στήν ἀνευλάβεια καί τήν καταφρόνηση ἀπέναντι σέ αὐτό τό Θεῖο Μυστήριο.
Γιά τήν ἐκπλήρωση τοῦ σκοποῦ γιά τόν ὁποῖο γράφτηκε τό παρόν, παραθέτω μέ ὅσο τό δυνατόν ἁπλούστερο τρόπο τά ἁγιογραφικά καί πατερικά κείμενα μαζί μέ τόν ἀνάλογο σχολιασμό τους, ὥστε νά γίνουν κατανοητά ἀπό ὅλους, πρός ἀπόδειξη τῆς ὀρθότητας τῶν λόγων μας, ἀλλά καί πρός στήριξη καί πνευματική ὠφέλεια τῶν ἀναγνωστῶν. Ζητοῦμε δέ καί τήν ἐπιείκειά τους γιά τυχόν γραμματικά καί συντακτικά λάθη πού θά προκύψουν ἀπό ἄγνοια ἢ ἀπό παραδρομή. Μ.Ι
1. Αἱρετικός ὑπῆρξε ὁ ἐμπνευστής τῆς μεταλήψεως χωρίς νηστεία
«Θά ζητήσεις σοφία στούς κακούς καί δέν θά βρεῖς» (Παροιμ. 14, 6)
Κατά τόν 19ο αἰώνα ἐμφανίστηκε στή δύστυχη Ἑλλάδα ἕνας λόγιος ἄνδρας, μορφωμένος σέ ὅλα, ὀνόματι Ἀπόστολος Μακράκης. Αὐτός πολυπραγμονοῦσε καί συζητοῦσε γιά πολλά, περιεργαζόμενος τά ἄρρητα καί ἀπόκρυφα μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Δέν ἀπέφυγε ὅμως —κατά τό ψαλμικό: «Ἐξέλιπον ἐξερευνῶντες ἐξερευνήσεις» (Ψαλμ. 63, 6)— ὁρισμένες πλάνες καί κακοδοξίες, καταντώντας ἔτσι ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους αἱρετικούς πού ἐμφανίστηκαν στούς ἔσχατους καιρούς. Μία ἀπό τίς πλάνες του, ἡ ὁποία διασάλευσε τήν Ἐκκλησία καί ὑφίσταται διαχρονικά μέχρι σήμερα, ἔχοντας ἀποκτήσει καί ἀρκετούς ὀπαδούς, εἶναι ἡ προσέλευση στά Ἄχραντα Μυστήρια τοῦ Χριστοῦ χωρίς νηστεία. Αὐτή δέ τήν κακόδοξη διδασκαλία τήν δανείσθηκε ἀπό τόν αἱρετικό Ἰησουΐτη μοναχό Πιχώνιο, διδασκαλία πού καταδικάστηκε ἀπό πολλές Συνόδους, ὅπως ἀναφέρει ὁ Μελέτιος Ἀθηνῶν (Ἐκκλ. Ἱστορ. 18η Ἑκατ., Κεφ. 18).
Οἱ σημερινοί πνευματικοί ἀπόγονοι τοῦ θεήλατου Μακράκη, συνεχίζοντας τήν πλάνη τοῦ διδασκάλου τους, κηρύττουν ὅτι δέν ὑπάρχει πουθενά γραμμένο, ὅτι τό νά νηστεύει κανείς ἀποτελεῖ βασική προϋπόθεση στήν προετοιμασία καί προπαρασκευή τῆς προσελεύσεως στά Θεῖα Μυστήρια τοῦ Χριστοῦ! Ἀλίμονο, «οἱ πέτρες θά φωνάξουν» (Λουκ. 19, 40), κι αὐτοί δέν εἶδαν καμία μαρτυρία γι' αὐτό!
2. Ἐντολή τῶν θεοφόρων Πατέρων ἡ νηστεία πρίν ἀπό τή Θεία Κοινωνία
Ὄντας κουφοί καί μή θέλοντας νά μάθουν τήν ἀλήθεια, κλείνουν τά αὐτιά τους στίς φωνές τῶν Ἁγίων Πατέρων, καί μάλιστα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος μιλᾶ ὄχι μόνο γιά τήν ἀνάγκη τῆς νηστείας πρίν ἀπό τή Θεία Μετάληψη, ἀλλά ἂν εἶναι δυνατόν καί μετά ἀπό αὐτήν!
«Ἐσύ πρίν μεταλάβεις νηστεύεις, ἀσφαλῶς γιά νά φανεῖς ἄξιος γιά τή Θεία Κοινωνία. Ὅταν ὅμως μεταλάβεις, ἐνῷ πρέπει νά αὐξήσεις τή σωφροσύνη καί τήν ἐγκράτεια, ἐσύ δυστυχῶς τά ἀφήνεις ὅλα ἐλεύθερα, ἐνῷ ἔπρεπε περισσότερο νά σωφρονεῖς μετά τή Θεία Μετάληψη. Διότι πρίν μεταλάβεις ἐνήστευσες γιά νά γίνεις ἄξιος νά λάβεις τόν Νυμφίο, ἐνῷ μετά πρέπει νά σωφρονεῖς καί νά ἐγκρατεύεσαι γιά νά μήν φανεῖς ἀνάξιος γι' αὐτό πού ἔλαβες. Τί λοιπόν; Πρέπει νά νηστεύουμε καί μετά τή Θεία Μετάληψη; Δέν λέω αὐτό, οὔτε τό ἐπιβάλλω ἀναγκαστικά. Πλήν ὅμως κι αὐτό εἶναι καλό, ἀλλά δέν σᾶς βιάζω νά τό κάνετε. Σᾶς συμβουλεύω τουλάχιστον νά μήν τρῶτε μέ ἀπληστία» (Ὁμιλ. εἰς Κορίνθ. Α΄).
Καί ἀλλοῦ:
«Ὅταν πρόκειται νά προσέλθετε σέ αὐτή τή φοβερή καί Θεία Τράπεζα καί ἱερή Μυσταγωγία, νά τό κάνετε αὐτό μέ φόβο καί τρόμο, μέ καθαρή συνείδηση, μέ νηστεία καί προσευχή...».
Ἀκούγοντας δέ αὐτοί τή φωνή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου πού λέει: «Ἐμεῖς πάντως κοινωνοῦμε τέσσερις φορές κάθε ἑβδομάδα», λέγουν: «Ἰδού, τέσσερις φορές τήν ἑβδομάδα μεταλάμβαναν· πότε νήστευαν;» Ἀλλά, ὦ ταλαίπωροι, ὁ Μέγας Βασίλειος ζοῦσε συνυφασμένος μέ τήν ἐγκράτεια καί τή διηνεκῆ νηστεία, καί μέ θράσος ρωτᾶτε πότε νήστευε; Σωστά λέγουν, ὁ Μέγας Βασίλειος ἔτσι νήστευε καί ἐγκρατευόταν, ὅμως τό «ἐμεῖς» δηλώνει ὄχι μόνο τόν ἑαυτό του, ἀλλά ὁλόκληρο τό πλήρωμα τῆς ἐπισκοπῆς του· ὅλοι ἔτσι πολιτεύονταν καί ζοῦσαν; Εἶναι αὐτό δυνατόν; Δικαίως ἀπορεῖτε, διότι οὔτε στό μικρό δάχτυλο τοῦ χεριοῦ σας δέν γευτήκατε τή ζωή ἐκείνων τῶν παλαιῶν Χριστιανῶν ὅπως φαίνεται, δι' αὐτό ἀπιστεῖτε σέ αὐτό. Ἀκοῦστε ὅμως τί λέει ὁ σοφός ἐκεῖνος ἑρμηνευτής τῶν Ἱερῶν Κανόνων τοῦ 14ου αἰώνα, Ματθαῖος Βλάσταρης, στήν ὑποσημείωση τοῦ 9ου Ἀποστολικοῦ Κανόνος:
«Ἐγὼ νομίζω ὅτι οἱ παλαιοί Χριστιανοί, καθώς φρόντιζαν νά πιστεύουν ὀρθά, παρόμοια φρόντιζαν καί νά ζοῦν ὀρθά. Γι' αὐτό καί πολλά καλά ἔθιμα πού ἀναφέρουν οἱ Θεῖοι Κανόνες ὡς συνηθισμένα στούς τότε καιρούς, αὐτά τώρα στούς δικούς μας καιρούς εἶναι ἀλλαγμένα καί διαφορετικά. Τόσο πολύ μᾶς κατάντησε ἡ διεστραμμένη καί ἀμελημένη ζωή πού ζοῦμε, ὥστε οὔτε νά πιστεύουμε ἂν καμιά φορά οἱ Χριστιανοί ἔφτασαν σέ τόση ἀρετή, ὥστε νά μεταλαμβάνουν συνεχῶς σέ κάθε λειτουργία πού γινόταν!» (Ἱερ. Πηδάλιον, σελ. 12).
Ἔτσι ζοῦσαν ἐκεῖνοι οἱ εὐλογημένοι Χριστιανοί, γιά τούς ὁποίους διαλαμβάνει καί ὁ 66ος Κανόνας τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ὁποῖοι περνοῦσαν ὅλη τήν ἑβδομάδα τῆς Διακαινησίμου τοῦ Πάσχα «μέσα στίς ἐκκλησίες, εὐφραινόμενοι καί ἑορτάζοντας τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μέ ψαλμούς καί ὕμνους καί πνευματικές ᾠδές, προσέχοντας τά λόγια τῶν Θείων Γραφῶν καί μεταλαμβάνοντας τά Θεῖα Μυστήρια...», ἀπέχοντας παντελῶς ἀπό «παράλογα τρεξίματα... λαϊκά καί ἄτακτα θεάματα, δηλαδή παιχνίδια, χορούς, παλαίσματα καί ἄλλα παρόμοια ξεφαντώματα», τά ὁποῖα ὄντως οἱ τωρινοί Χριστιανοί κάνουν στόν μέγιστο βαθμό (Ἱερόν Πηδάλιον σελ. 279, ἐκδ. «Ἀστέρος»).
Ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι αὐτό τό ἴδιο, τό θεώμενο Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέ τό ὁποῖο γεννήθηκε, βαπτίστηκε, σταυρώθηκε, τάφηκε καί ἀναστήθηκε. Αὐτό τό Σῶμα Του μᾶς δίνει πρός μετάληψη ὁ Κύριος μας, ὥστε δι' αὐτοῦ νά μετέχουμε στόν Ἴδιο τόν Κύριο, σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε Αὐτός «νά περάσει στίς συνθέσεις τῶν μελῶν μας, σέ ὅλους τούς ἁρμούς, στούς νεφρούς, στήν καρδιά». Τέτοια ἕνωση προϋποθέτει ὅσο τό δυνατόν μεγαλύτερη ὁμοιότητα μεταξύ αὐτοῦ πού μετέχει καί αὐτοῦ πού μετέχεται στό «καθ' ὁμοίωσιν», ὥστε αὐτή νά ἀποβεῖ τελειότερη.
«Μετοχή τῶν ὑπερφυσικῶν θείων εἶναι ἡ ὁμοίωση τῶν μετεχόντων πρός αὐτό πού μετέχεται· ἡ ὁμοίωση δέ τῶν μετεχόντων πρός αὐτό πού μετέχεται εἶναι ἡ κατά πράξη ταυτότητα τῶν μετεχόντων πρός αὐτό τό ἴδιο πού μετέχεται μέσῳ τῆς ὁμοιότητας· ἡ ἐνδεχόμενη κατά πράξη ταυτότητα τῶν μετεχόντων μέσῳ ὁμοιότητας πρός αὐτό πού μετέχεται, εἶναι ἡ θέωση αὐτῶν πού ἀξιώνονται τή θέωση» (Ἁγίου Μαξίμου, Φιλοκ. τόμ. Β΄, σελ. 150, Περί Θεολογίας Ἑκατοντάς 6η, κεφ. 19ο).
Ὅσο ἀπέχουμε λοιπόν ἀπό αὐτή τήν ὁμοιότητα, λόγω τῆς «διεστραμμένης καί ἀμελημένης ζωῆς πού ζοῦμε» οἱ σημερινοί Χριστιανοί, τόσο μεγαλύτερους ἀγῶνες καί προετοιμασίες ὀφείλουμε νά κάνουμε, μέσω τῆς δαμάσεως καί τῆς ὑποταγῆς τοῦ σώματός μας καί μέσω τῆς σωματικῆς νηστείας, τοῦ δέ πνεύματός μας μέσω τῆς νήψεως, δηλαδή μέσω τῆς προσοχῆς τοῦ νοῦ καί τῆς λεγόμενης ἐσωτερικῆς ἐργασίας, ὅπως συμφώνως διακηρύσσουν ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.
Τό ὅτι ἡ νηστεία εἶναι ἀπαραίτητη γι' αὐτόν τόν σκοπό, μᾶς τό λέει καί ὁ οὐρανοφάντωρ Βασίλειος:
«Αὐτόν πού νηστεύει, μέσα στά ἱερά προαύλια τόν δέχεται ὁ Κύριος. Αὐτόν πού μεθᾶ, ὡς βέβηλο καί ἀνίερο δέν τόν προσδέχεται... Ἡ νηστεία εἶναι ἡ ἀρχή τῆς μετανοίας... Νηστεία πέντε ἡμερῶν ἔχει διακηρυχθεῖ» (Λόγος περί νηστείας).
Ὁ ἴδιος Ἅγιος ὄχι μόνο στούς ἁπλούς λαϊκούς καί μοναχούς ἐπέβαλλε τή νηστεία, ἀλλά ἀκόμη καί στούς ἴδιους τούς Ἱερωμένους, ὅπως φαίνεται ἀπό τόν δεύτερο λόγο του περί νηστείας:
«Διότι δέν εἶναι δυνατόν χωρίς νηστεία νά κατατολμήσει κανείς τήν ἱερουργία, διότι ὄχι μόνο στή μυστική τώρα καί ἀληθινή λατρεία, ἀλλά καί στήν τυπική, πού προσφερόταν κατά τόν νόμο».
Ἐάν ἐπιβάλλεται οἱ Ἱερεῖς νά νηστεύουν, ὡς ἔχοντες κι αὐτοί ἀνάγκη προετοιμασίας καί καθαρμοῦ ὡς ἄνθρωποι, πόσο μᾶλλον αὐτοί πού δέν μετέχουν στό ἀξίωμα τῆς Ἱερωσύνης!
Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος λέει ὅτι δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νά ἔρθει κανείς σέ αἴσθηση τῶν ἁμαρτιῶν του καί σέ μετάνοια, «ἐάν πρῶτα δέν θελήσει νά κοιμηθεῖ χάμω, νά ἀγρυπνήσει ἐνθυμούμενος τό πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων του, νά κλάψει μέ λύπη καί πόνο τῆς καρδιᾶς του, νά κακοπαθήσει, νά ταλαιπωρηθεῖ καί νά ταπεινωθεῖ πολύ, δηλαδή νά παιδεύσει τόν ἑαυτό του μέ πείνα, μέ δίψα, ἀγρυπνία, σκληρό στρῶμα καί κάθε τί παρόμοιο, καί νά πέσει πολύ χαμηλά... Ἂν δέ καί δέν προετοιμάσει αὐτά καλά, εἶναι φανερό ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά κοινωνήσει τά ἄχραντα μυστήρια, οὔτε μέ δάκρυα, οὔτε ἀξίως καί ὅπως πρέπει, οὔτε νά δεχτεῖ μέσα στόν ἑαυτό του τόν Βασιλέα καί Θεό...
Καί πάλι, ἐκεῖνος πού κάνει ὅλα αὐτά καί πού περνᾶ τή ζωή του μέ στεναγμούς καί δάκρυα, εἶναι καί πάρα πολύ ἄξιος, ὄχι μόνο σέ κάθε ἑορτή νά μεταλαμβάνει τά ἄχραντα μυστήρια, ἀλλά καί κάθε ἡμέρα (ἂν εἶναι τολμηρό νά τό πῶ)» (Ἅπαντα σελ. 410).
Ἂς ντραποῦν λοιπόν αὐτοί οἱ νέοι ὀπαδοί τοῦ Μακράκη, πού λέγουν ὅτι μποροῦμε νά κοινωνήσουμε ἀξίως καί χωρίς τούς σωματικούς κόπους τῆς ἀσκήσεως καί ἐξαιρέτως τῆς νηστείας· ἰδού πού ὁ ἅγιος τούς ἀποστομώνει μέ τούς παραπάνω συλλογισμούς του. Ἂς γνωρίζουν ὅτι ὅσοι μεταλαμβάνουν χωρίς νηστεία, μεταλαμβάνουν ἀναξίως, διότι δέν δείχνουν ἄξια μετάνοια γιά τίς ἁμαρτίες τους, ἀφοῦ διαγράφουν τό πρῶτο θεμέλιο τῆς ἐργασίας τῆς μετανοίας, τή νηστεία, ὅπως προείπαμε καί διά στόματος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου: «νηστεία (ἐστί) ἀρχή μετανοίας».
3. Ὑπάρχει τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου νηστεία;
Ἂς μήν διαστρεβλώνουν ἐπίσης καί αὐτόν τόν 64ο Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὁ ὁποῖος λέει ὅτι δέν νηστεύονται τά Σάββατα (πλήν τοῦ Μεγάλου), διότι ἔτσι δείχνουν τή μεγαλύτερη πονηρία τους! Προκειμένου οἱ πιστοί νά μεταλάβουν τήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς, ἐπιβάλλεται ὅπως καί τήν προηγούμενη ἡμέρα τοῦ Σαββάτου ἀπέχουν ἀπό κάθε καταλύσιμη τροφή, δηλαδή κρέας, τυρί, λάδι κ.τ.λ., ὡς μικρή προπαρασκευή γιά τή Θεία Μετάληψη. Αὐτοί ὅμως, πού «θεολογοῦν» ἀπό τήν κοιλιά τους, τί λέγουν; «Ὄχι, τό Σάββατο δέν νηστεύεται, μπορεῖτε ἀνεμπόδιστα νά τρῶτε κάθε φαγητό»· οἱ δέ πονηρότεροι περιορίζουν τό «κάθε φαγητό» σέ λίγο λάδι κατ' ἀρχάς, γιά νά σαγηνεύσουν εὐκολώτερα τά θύματά τους· ἀργότερα ὅμως δείχνουν τό πραγματικό τους πρόσωπο, προτρέποντας στήν κατάλυση στά πάντα!
Ἀλλά ὁ Ἅγιος Νικόδημος στή «Συμφωνία» τοῦ 64ου Ἀποστολικοῦ Κανόνος συμπεραίνει ὅτι:
«δέν εἶναι παραβάτες αὐτοῦ τοῦ κανόνα ἐκεῖνοι πού γιά ἀληθινή ἄσκηση, ἡ ὁποία γίνεται μέ θεοσέβεια καί σεμνότητα, νηστεύοντας γιά δέκα τυχόν ἢ δεκαπέντε ἡμέρες, νηστεύουν ἑπόμενα καί τά ἐνδιάμεσα Σάββατα καί Κυριακές πού τυχαίνουν μέσα σέ αὐτές τίς καθορισμένες ἡμέρες, ὅπως ἀκριβῶς συμφώνως λέγουν τόσο ὁ Ζωναρᾶς ὅσο καί ὁ Βαλσαμών, τόσο στήν ἑρμηνεία τοῦ 53ου ὅσο καί τοῦ παρόντος Ἀποστολικοῦ κανόνος. Πλήν ὅμως κι αὐτοί τίς ἡμέρες αὐτές, καί μάλιστα τήν Κυριακή, πρέπει νά μήν νηστεύουν ὅλη τήν ἡμέρα, δηλαδή νά μήν περνοῦν ὁλότελα νηστικοί, ἀλλά νά λύουν τή νηστεία καί πρίν ἀπό τήν ἐνάτη ὥρα, καί μέ κάποιο εἶδος βρώσιμου λυτικό, ἀλλά ὄχι καταλυτικό».
Μέ τό ἴδιο πνεῦμα παρατίθεται καί ἡ ἑρμηνεία τοῦ παρόντος Κανόνος (64ου Ἀποστολικοῦ), ἡ ὁποία λέει:
«Ἄλλο εἶναι νηστεία, ἄλλο λύση νηστείας, καί ἄλλο κατάλυση νηστείας. Καί νηστεία μέν κυρίως εἶναι ἡ τελεία ἀσιτία, τό νά τρώει κανείς μία φορά τήν ἡμέρα κατά τήν ἐνάτη ὥρα μέ ξηροφαγία, δηλαδή μόνο ψωμί καί νερό. Λύση δέ τῆς νηστείας εἶναι τό νά φάει κανείς πρίν ἀπό τήν ἐνάτη ὥρα, ἔστω σῦκα, ἔστω σταφίδες, ἔστω κάποιο ἄλλο τέτοιο πράγμα· καί τό νά φάει ἐκτός ἀπό ψωμί καί νερό καί ἄλλα μερικά εἴδη φαγητῶν λιτῶν καί εὐτελῶν· λόγου χάρη ὄσπρια, κρασί ἢ λάδι ἢ ὀστρακόδερμα. Κατάλυση δέ νηστείας εἶναι ὅταν τρώει κανείς ἀπό ὅλα τά φαγητά, καί κρέας ἂς ὑποθέσουμε, καί ψάρια, καί γάλα, καί τυρί καί τά λοιπά» (Ἱερ. Πηδάλιον, σελ. 83).
Σαφῶς φαίνεται ἐδῶ τό ἀληθινό πνεῦμα πού διέπει αὐτόν τόν Ἱερό Κανόνα, ὅπως ὁλοφάνερα μᾶς τό παρουσιάζει ἡ γραφίδα τοῦ Ἁγίου. Δηλαδή, ὁ καθένας μπορεῖ νά νηστεύει, ἐφόσον ἔχει εὐσεβῆ σκοπό, καί κατά τίς ἡμέρες τοῦ Σαββάτου καί τῆς Κυριακῆς, τρώγοντας εὐτελεῖς τροφές· ὄχι ὅμως μία φορά τήν ἡμέρα κατά τίς ἀπογευματινές ὧρες, ὅπως κάνουμε ὅταν νηστεύουμε τίς καθημερινές, ἀλλά δύο φορές· δηλαδή ἡ λύση νά γίνεται ἀπό τό πρωί. Μποροῦμε ἔτσι νά νηστεύουμε κατά τίς προειρημένες ἡμέρες, χωρίς νά ἐρχόμαστε σέ ἀντίθεση μέ τόν Ἱερό Κανόνα, βρισκόμενοι σέ συμφωνία μέ τό πνεῦμα του. Ὁ παρὼν δηλαδή Κανόνας ἀπαγορεύει ὄχι τή λήψη νηστίσιμων τροφῶν κατά τίς ἡμέρες αὐτές, ἀλλά τή λήψη νηστίσιμης τροφῆς μία φορά τήν ἡμέρα, ὅπως καί τήν τελεία ἀσιτία. Ὅθεν σφάλλουν μεγάλως ἐκεῖνοι πού ἐκλαμβάνουν αὐτόν τόν Ἱερό Κανόνα μέ τή στενή ἔννοια τοῦ γράμματος. Διότι κατ' αὐτούς, θά ἔπρεπε νά εἶναι ἀφορισμένοι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ μεγάλοι ἀσκητές καί θεοφόροι Πατέρες, πού νήστευαν ἐπί σειρά δέκα, δεκαπέντε καί εἴκοσι ἡμερῶν, χωρίς νά διακρίνουν τά ἐνδιάμεσα Σάββατα καί Κυριακές, ἐνίοτε δέ καί αὐτή τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα! (πρβλ. τόν Βίο τοῦ Μεγάλου Παχωμίου, 15η Μαΐου).
Διαστρεβλώνοντας λοιπόν τό ὀρθό νόημα τοῦ Ἱεροῦ Κανόνα, προτρέπουν ὅσους θέλουν νά μεταλάβουν τήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς νά μήν νηστεύουν τήν προηγούμενη ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, ἀλλά νά τρῶνε σέ αὐτήν τουλάχιστον λάδι, ἂν ὄχι καί τίς ὑπόλοιπες καρυκευμένες τροφές. Πράξη ἡ ὁποία εἶναι ἀσεβής, ὁδηγώντας τόν πιστό στήν ἀνευλάβεια ἀπέναντι στό Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Χριστοῦ πού πρόκειται νά Μεταλάβει· πράξη ἡ ὁποία παραποιεῖ τελείως τό πραγματικό νόημα τοῦ Ἱεροῦ Κανόνα, χάριν τῆς «λατρευτῆς» τους κοιλίας...
4. Ὁ ἀριθμός τῶν νηστίσιμων ἡμερῶν πρίν ἀπό τή Θεία Μετάληψη
Πρέπει λοιπόν νά ἐξετάσουμε καί τόν ἀριθμό τῶν ἡμερῶν πού πρέπει νά νηστεύουμε, προτοῦ μεταλάβουμε τή Θεία Κοινωνία. Ὡς πρός αὐτό οἱ Ἱεροί Κανόνες δέν προστάζουν συγκεκριμένο ἀριθμό νηστίσιμων ἡμερῶν, ὅπως λέει καί ὁ Ἅγιος Νικόδημος στήν ὑποσημείωση τοῦ 13ου Κανόνος τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅπου ἀναφέρεται στή Συνοδική ἀπόφαση πού ἐξέδωσε ὁ Πατριάρχης Λουκᾶς, ὅταν «ρωτήθηκε πόσες ἡμέρες πρέπει νά ἀπέχουν ἀπό γυναίκα αὐτοί πού πρόκειται νά μεταλάβουν». Σχολιάζοντας λοιπόν τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου, πού λέει ὅτι «τρεῖς ἡμέρες νά μήν πλησιάζουν τίς γυναῖκες τους, ὄχι μόνο οἱ ἱερωμένοι, ἀλλά καί οἱ ἔγγαμοι κοσμικοί», συμπεραίνει:
«ὅτι ἂν εἶναι ἀρκετή γιά ἑτοιμασία τῆς Θείας Κοινωνίας ἡ τριήμερη ἀποχή τῆς σαρκικῆς μείξεως, πολύ περισσότερο εἶναι ἀρκετή σέ αὐτήν ἡ τριήμερη νηστεία. Καί μέ ὅλο πού ἀπό τούς Θείους Κανόνες νηστεία πρίν ἀπό τή Μετάληψη δέν ὁρίζεται· αὐτοί ὅμως πού μποροῦν νά νηστεύουν πρίν ἀπό αὐτήν καί ὁλόκληρη ἑβδομάδα, καλά κάνουν» (Ἱερ. Πηδάλιον, σελ. 230).
Παρομοίως καί στή «Θεία Μάστιγα» τοῦ σοφωτάτου ἰατροφιλοσόφου μοναχοῦ Χριστοφόρου Λαυριώτου ἀναφέρεται:
«Τουλάχιστον πρίν ἀπό τρεῖς ἡμέρες ἑτοίμασε τόν ἑαυτό σου μέ προσευχή, μέ νηστεία, μέ ἐλεημοσύνη καί μέ κάθε ἄλλο θεάρεστο ἔργο... καί ἔτσι μετάλαβε τά ἐπουράνια Μυστήρια τοῦ Χριστοῦ...» (σελ. 393).
Πρός τί ὅμως τά περιττά λόγια; Ἰδού ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Γραφή μιλᾶ γιά αὐτή τήν τριήμερη νηστεία, ὅπως προτυπώνεται στό βιβλίο τῆς Ἐσθήρ:
«Πήγαινε, συγκέντρωσε τούς Ἰουδαίους πού βρίσκονται στά Σοῦσα καί νηστέψτε γιά μένα, καί μήν φᾶτε οὔτε νά πιεῖτε γιά τρεῖς ἡμέρες, νύχτα καί ἡμέρα, κι ἐγὼ καί οἱ ὑπηρέτριές μου θά νηστέψουμε, καί τότε θά εἰσέλθω πρός τόν Βασιλέα» (Ἐσθήρ 4, 16).
Ἐάν προϋπόθεση γιά νά πάει πρός ἐκεῖνον τόν ἐπίγειο Βασιλέα καί νά ἐπιτύχει τόν σκοπό της ἦταν νά προετοιμαστεῖ μέ τριήμερη νηστεία, πόσο μᾶλλον ἐμεῖς ὀφείλουμε νά προετοιμαζόμαστε μέ αὐτή τήν τριήμερη νηστεία, γιά νά προσέλθουμε ὄχι στόν ἐπίγειο, ἀλλά στόν ἐπουράνιο Βασιλέα καί νά Μεταλάβουμε Αὐτόν; Ὁ ἀριθμός ὅμως τῶν τριῶν ἡμερῶν, ὡς χρόνος προπαρασκευῆς γιά τήν προσέλευση στό Μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας, δέν εἶναι ἀπόλυτος. Ὁ καθένας μπορεῖ νά νηστεύει περισσότερο, ἢ καί λιγότερο ἐάν ἀσθενεῖ στό σῶμα, εὑρισκόμενος πάντα σέ συνεννόηση γι' αὐτό μέ τόν Ὀρθόδοξο πνευματικό του πατέρα.
Ὁ δέ μοναχός Ἀγάπιος ὁ Κρής, πού ἔγραψε τό ψυχωφελέστατο βιβλίο «Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία», μᾶς περιγράφει γλαφυρά τή διαδικασία πού ἀκολουθοῦσαν οἱ μοναχοί πού ζοῦσαν στήν ἐποχή του (17ος αἰώνας), προκειμένου νά μεταλάβουν τά Ζωοποιά Δῶρα:
«Τήν προηγούμενη ἡμέρα ὅταν θέλεις νά κοινωνήσεις, δηλαδή ἀπό τό ἑσπέρας, νήστευε, μήν φᾶς τίποτε· καί ὅλη τή νύχτα ἀγρύπνησε, προσευχόμενος μέ δάκρυα καί κατάνυξη. Ἂν δέ καί δέν μπορεῖς νά νηστέψεις καί νά ἀγρυπνήσεις ὅλη τή νύχτα, φάε λίγο ψωμί μόνο καί νερό μετά τή δύση τοῦ ἡλίου, καί ἀγρύπνησε ἔστω τή μισή νύχτα καί προσεύχου, συλλογιζόμενος τό μεγαλεῖο καί τήν ἀξία τοῦ Βασιλέως πού μέλλεις νά ὑποδεχτεῖς στό σπίτι σου. Διότι δέν εἶναι πρέπον νά χορτάσεις ἀπό τό ἑσπέρας καλά καί νά κοιμᾶσαι σάν κτῆνος ὅλη τή νύχτα, καί τό πρωί νά κοινωνήσεις, ἐνῷ τό φαγητό εἶναι ἀκόμη στά δόντια σου.
Στό Ἅγιον Ὄρος οἱ Μοναχοί (καί οἱ) λαϊκοί ἔχουν τή συνήθεια, καί νηστεύουν, ὅταν θέλουν νά κοινωνήσουν, ἀπό τή Δευτέρα ἕως τό Σάββατο, κρασί καί λάδι καί τά ὑπόλοιπα, καί τρῶνε μόνο μία φορά τήν ἡμέρα ξηροφαγία, δηλαδή ψωμί καί νερό καί ἄψητα λάχανα, καί τήν Παρασκευή πίνουν μεγάλο ἁγιασμό γιά προκάθαρση, καί τό Σάββατο κοινωνοῦν, ἀγρυπνώντας ὅλη τή νύχτα προσευχόμενοι. Αὐτή τήν τάξη πρέπει νά φυλᾶτε κι ἐσεῖς οἱ κοσμικοί» (Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία, σελ. 253).
Βλέπουμε λοιπόν τούς μοναχούς τοῦ Ἁγίου Ὄρους νά νηστεύουν πέντε ἡμέρες πρίν ἀπό τή Θεία Μετάληψη· γιά πενθήμερη ὅμως νηστεία μιλᾶ παρομοίως καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, μιλώντας πρός τόν Φιλογόνιο:
«Κατά τήν Ἀποστολική καί Πατερική σύσταση, γιά τό Θεῖο Μυστήριο τῆς Μεταλήψεως ἀρκοῦν πενθήμερες νηστεῖες μέ μετάνοια, ἐξομολόγηση καί προσευχή».
Τῆς ἴδιας γνώμης βλέπουμε νά ἦταν καί ὁ μέγας ἐκεῖνος μεταξύ τῶν ἀσκητῶν Ὅσιος Ἠσαΐας, ὁ ὁποῖος λέει σέ κάποια ἐπιστολή του πρός τή Θεοδώρα τήν Εὐγενική:
«Ἔξω ἀπό τό κελλί σου νά μήν βγεῖς εὔκολα, παρά μόνο γιά τήν Ἁγία Κοινωνία σέ ὁρισμένες ἡμέρες, προετοιμασμένη μέ ἐξομολόγηση, νηστεία καί ἄλλες ἀσκήσεις, σύμφωνα μέ τίς Παραδόσεις καί τίς διατάξεις τῶν Ἁγίων Πατέρων... Ὅταν ὁ ταλαίπωρος Μοναχός καί προπαντός οἱ Μοναχές ἀναγνωρίζουν τούς ἑαυτούς τους σκεῦος σάπιο καί γεμάτο δυσωδία καί ἀκαθαρσία, καί δέν ἀγωνίζονται μέ ἡσυχία καί σιωπή, καί μέ ἄπειρα δάκρυα καί ἐξομολόγηση, μετάνοια καί νηστεία, νά ἀποπλύνουν τούς ἑαυτούς τους ἀπό τόν μολυσμό, καί ἔτσι μέ αὐτή τή σωτηριώδη προετοιμασία νά πλησιάζουν πρός τά Ἄχραντα Μυστήρια, ἀλλά στιγματισμένες μέ τόσες κηλῖδες καί μέ ἐμπαθεῖς λογισμούς· ὤ! φρίκη! κοινωνώντας συνεχῶς ἀπό συνήθεια, θάβουν τόν Μαργαρίτη» (Μοναχοῦ Ἀρσενίου Κοττέα, Πρόχειρος Πνευματικός Καθρέπτης, 1956, σελ. 87-88).
Ἀπαραίτητη προϋπόθεση, ὅπως βλέπουμε καί πάλι, γιά νά μεταλαμβάνουμε ἀξίως, ἐκτός ἀπό τίς ἄλλες ἀσκητικές πράξεις, εἶναι καί ἡ νηστεία ὁρισμένων ἡμερῶν, προκειμένου ἡ Θεία Μετάληψη νά ἀποβεῖ σέ ἁγιασμό ψυχῆς καί σώματος καί ὄχι πρός κατάκριση, ὅπως συμβαίνει σέ ὅσους προσέρχονται χωρίς νηστεία μεταλαμβάνοντες συνεχῶς ἀπό συνήθεια.
5. Ἡ συχνότητα μέ τήν ὁποία μεταλαμβάνουμε τά Ἄχραντα Μυστήρια
Ἂς δοῦμε ὅμως καί τή συχνότητα μέ τήν ὁποία πρέπει νά προσερχόμαστε στά Ἄχραντα Μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, πάντα κατά τό πνεῦμα τῶν Ἁγίων Πατέρων καί τήν ἐμπειρία τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας μας.
Στήν «Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία» βρίσκουμε γραμμένο ὅτι «τόν καιρό τῶν Ἀποστόλων εἶχαν συνήθεια οἱ εὐλαβεῖς καί κοινωνοῦσαν κάθε ἡμέρα, οἱ δέ ἀμελέστεροι μία φορά τήν ἑβδομάδα» (σελ. 251). Ἡ συνήθεια αὐτή ὅμως μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἀμβλύνθηκε μαζί μέ τόν θεῖο ζῆλο πού εἶχαν στίς θερμές καρδιές τους οἱ πρῶτοι Χριστιανοί, καθώς ἐπικράτησε ἡ «διεστραμμένη καί ἀμελημένη ζωή», ὅπως σημειώνει γλαφυρά στούς λόγους του καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος:
«Πολλοί τόν παλαιό καιρό προσέρχονταν στά Ἅγια Μυστήρια ἁπλά καί ὅπως ἔτυχε, ἀκόμη καί κατά τόν καιρό πού τά παρέδωσε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Βλέποντας λοιπόν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τή βλάβη πού γινόταν ἀπό τήν ἀπρόσεκτη προσέλευση, ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν, ἀποφάσισαν τεσσαράκοντα ἡμέρες νηστείας... ὥστε κατά τίς ἡμέρες αὐτές, ἀφοῦ καθαριστοῦν μέ κάθε ἀκρίβεια διά τῆς προσευχῆς, τῆς νηστείας, τῆς ἀγρυπνίας, τῶν δακρύων, τῆς ἐξομολογήσεως καί ὅλων τῶν ἄλλων, τότε μέ καθαρή τή συνείδηση νά πλησιάσουν» (Κατά Ἰουδαίων, Λόγος Γ΄).
Στή μετέπειτα ζωή τῆς Ἐκκλησίας, οἱ Ἅγιοι Πατέρες μέ τίς Θεῖες διδασκαλίες τους τόνιζαν καί ἐπαινοῦσαν ἰδιαίτερα ὄχι τό πόσο συχνά θά προσέλθει κανείς στό Ἅγιο Ποτήριο, ὅπως νομίζουν σήμερα ὁρισμένοι ἀφελεῖς, ἀλλά τό ζητούμενο ἦταν ἡ καθαρή συνείδηση πού ὀφείλει νά ἔχει αὐτός πού προσέρχεται σέ αὐτό. Ὁ ἴδιος ἅγιος μιλᾶ γιά τόν κατάλληλο καιρό καί τρόπο προσέλευσης:
«Πολλοί μεταλαμβάνουν ἀπό αὐτή τή φοβερή θυσία μία φορά τό ἔτος, ἄλλοι δύο καί ἄλλοι πολλές φορές. Γιά ὅλους ὁ λόγος μας εἶναι χρήσιμος· καί γι' αὐτούς ἀκόμη πού ζοῦν στήν ἔρημο, διότι ἐκεῖνοι μεταλαμβάνουν μόνο μία φορά τό ἔτος, πολλές φορές μάλιστα μία φορά σέ διάστημα δύο ἐτῶν. Τί θά γίνει λοιπόν; Ποιούς θά δεχτοῦμε (ὡς καλῶς πράττοντες) στή Θεία Κοινωνία; Οὔτε ἐκείνους πού μεταλαμβάνουν μία φορά τό ἔτος, οὔτε ἐκείνους πού μεταλαμβάνουν πολλές φορές, ἀλλά ἐκείνους πού προσέρχονται μέ καθαρή συνείδηση, μέ καθαρή καρδιά, μέ βίο ἀμόλυντο· οἱ τέτοιοι ἂς προσέρχονται πάντοτε. Ὅσοι ὅμως δέν εἶναι τέτοιοι, οὔτε μία φορά νά μήν πλησιάσουν» (Ὁμιλ. 17η πρός Ἑβραίους).
Καί πάλι ἀλλοῦ:
«Ὄχι μέ τήν παρατήρηση τῶν καιρῶν, ἀλλά μέ καθαρή συνείδηση κρίνεται ἡ ἄριστη προσέλευση» (Κατά Ἰουδαίων Γ΄).
Ὑπῆρχε τότε καί μιά ἄλλη ὁμάδα πιστῶν, πού ἀδιαφοροῦσε γιά τήν καθαρότητα τῆς συνείδησης καί παρατηροῦσε χρόνους, καιρούς καί ἑορτές γιά τό πότε θά προσέλθει στό Ἅγιο Ποτήριο· αὐτούς κατακεραυνώνει καί πάλι τό πυρίπνοο στόμα τοῦ Χρυσοστόμου, λέγοντας:
«Εἶπα καί πολλές φορές ὅτι δέν πρέπει νά παρατηροῦν τίς ἑορτές ὅποτε θέλουν νά κοινωνήσουν, ἀλλά νά καθαρίζουν τή συνείδησή τους ἐσωτερικά καί τότε νά πλησιάζουν αὐτή τήν Ἱερή Τράπεζα. Ἐπειδή ὁ μολυσμένος καί μέ ἀκάθαρτη τήν καρδιά, ὄχι μόνο τόν ἄλλο καιρό, ἀλλά οὔτε τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς εἶναι ἄξιος νά ἀπολαύσει αὐτή τήν Ἁγία καί Φρικτή Σάρκα τοῦ Κυρίου. Ὁ δέ καθαρός πάλι, πού ἐξαφάνισε παντελῶς τά σφάλματά του μέσω τῆς ἀληθινῆς μετανοίας, ὄχι μόνο τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, ἀλλά καί πάντοτε εἶναι ἄξιος νά ἀπολαύσει αὐτά τά θεῖα καί θεοδώρητα Μυστήρια. Ἀλλά αὐτό δέν ξέρω μόνο, τί νά προσέχουν οἱ πολλοί πού εἶναι γεμάτοι ἀπό πολλά κακά, καί ὅταν δοῦν δηλαδή τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς νά ἔρχεται, τρέχουν ὅλοι σάν νά πιέζονται ἀπό αὐτήν· καί ἔτσι μεταλαμβάνουν τά Ἄχραντα Μυστήρια, τά ὁποῖα οὔτε μέ τά μάτια τους δέν εἶναι ἄξιοι οἱ τέτοιοι νά τά δοῦν» (Λόγος εἰς τά Ἅγια Θεοφάνια. Μαργαρῖται, σελ. 106).
6. Συμπέρασμα
Ὡς συμπέρασμα λοιπόν ὅσων προείπαμε γιά τήν προετοιμασία καί προπαρασκευή πρίν ἀπό τή Θεία Μετάληψη, εἶναι τά ἑξῆς:
Πρῶτον, σύμφωνα μέ τή γνώμη τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἁγίων Πατέρων, εἶναι ἀπαραίτητο πρίν ἀπό τή Θεία Μετάληψη ὁ πιστός νά ἐξαγνιστεῖ κατά τό δυνατόν, μέσω τῆς ἐξομολογήσεως, τῆς προσευχῆς, τῆς προσοχῆς τῶν αἰσθήσεων καί τῶν λογισμῶν, μέσω τῶν διαφόρων σωματικῶν κόπων καί κυρίως τῆς νηστείας, καί ὅλων γενικά τῶν εἰδῶν ἀπό τά ὁποῖα συνίσταται ἡ πραγματική κατά Θεόν μετάνοια.
Δεύτερον, ὅσον ἀφορᾶ τή σωματική νηστεία, αὐτή πρέπει νά καθορίζεται ἀπό τόν Ὀρθόδοξο Πνευματικό Πατέρα[1] τοῦ πιστοῦ, ὁ ὁποῖος μέ διάκριση (χρησιμοποιοῦντας ὅπου ἁρμόζει καί τή συγκατάβαση) νά δίνει πάντα τόν κατά δύναμη κανόνα τῆς νηστείας. Ἡ νηστεία αὐτή καθορίζεται γιά τρεῖς ἕως πέντε ἡμέρες[2] ὑπό κανονικές συνθῆκες, ἐνίοτε δέ καί γιά λιγότερες, σέ περίπτωση λ.χ. ἀσθένειας κ.ἄ.
Τρίτον, σχετικά μέ τή συχνότητα τῆς προσελεύσεως στή Θεία Κοινωνία, αὐτή πρέπει νά εἶναι κατά τόν τύπο καί τή συνήθεια πού ἐπικρατοῦσε ἀπό παλιά στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως καί ἀπό τόν Ἅγιο Συμεὼν Θεσσαλονίκης σαφῶς δηλώνεται· δηλαδή νά μήν ἀφήνουν οἱ Χριστιανοί νά περνοῦν σαράντα ἡμέρες, ἢ ἂν εἶναι δυνατόν καί μία ἑβδομάδα, χωρίς νά μεταλαμβάνουν τά Ἄχραντα Μυστήρια, καί μάλιστα ὅσοι τυγχάνουν ἡλικιωμένοι καί ἀσθενεῖς (Ἅπαντα, κεφ. 360).
Λοιπόν, αὐτή εἶναι ἡ πίστη καί ἡ δόξα τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας σχετικά μέ τήν προπαρασκευή καί προετοιμασία γιά τή μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, καί ὀφείλουν ὅσοι θέλουν ΑΞΙΩΣ (ὅσο εἶναι ἀνθρώπινα ἐφικτό) νά κοινωνοῦν αὐτά, νά ἀκολουθοῦν αὐτή τήν τάξη καί ὁδηγία, ὥστε νά μήν γίνονται ἔνοχοι ἐπειδή μεταλαμβάνουν ἀναξίως τά ἱερά Μυστήρια, ὅπως λέει καί ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος: «Ὥστε ὅποιος τρώει τόν ἄρτο αὐτόν ἢ πίνει τό ποτήριο τοῦ Κυρίου ἀναξίως, θά εἶναι ἔνοχος τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου» (Α΄ Κορ. 11, 27).
Ἀγαπητοί ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ὅσα ἀναφέραμε καί μέ πολλά τεκμήρια ἀποδείξαμε σχετικά μέ τή δέουσα προετοιμασία πρίν ἀπό τή Θεία Κοινωνία, ἀρκοῦν, ὅπως νομίζουμε, γιά νά κατανοήσει κάθε πιστός τί πρέπει νά πράξει.
7. Τό περί συχνῆς Μεταλήψεως βιβλίο τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου
Ἐμμένουμε ὅμως ἀκόμη στό θέμα αὐτό πού πραγματευόμαστε, γιά νά φέρουμε στή γνώση τῶν πιστῶν ὁρισμένες πονηρές καί κακόφημες διαστροφές, τίς ὁποῖες κάνουν αὐτοί οἱ νέοι δογματιστές σέ βάρος τοῦ πραγματικοῦ νοήματος ὁρισμένων συγγραμμάτων περί τῆς Θείας Μεταλήψεως, διαστρέφοντας αὐτά πρός τίς δικές τους πεπλανημένες δοξασίες.
Αὐτοί ἐπικαλοῦνται κατά κόρον κάποιο σύγγραμμα τοῦ Ἁγίου Μακαρίου Νοταρᾶ, ὑπό τόν τίτλο «Περί συνεχούς Μεταλήψεως», πού μεταφράστηκε στήν ἁπλή γλῶσσα καί καλλωπίστηκε μέ ἕτερες προσθῆκες ἀπό τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη. Ἐκεῖ ὁ ἅγιος, βλέποντας τήν ψυχρότητα καί τήν ἀδιαφορία στήν ὁποία εἶχε πέσει ὁ πιστός λαός κατά τήν ἐποχή του ὡς πρός τήν προσέλευση στό Θεῖο αὐτό Μυστήριο, γιά νά θερμάνει καί νά ἀναζωπυρώσει σέ αὐτούς κάποιον θεῖο ἔρωτα πρός αὐτό, τόνισε ὑπέρμετρα τά ὀφέλη πού προκύπτουν γιά τήν πνευματική κατάσταση τῶν Χριστιανῶν ἀπό τή συχνότερη μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Σέ κανένα ὅμως σημεῖο τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου δέν ἀναφέρεται ἡ προσέλευση στή Θεία Κοινωνία χωρίς σωματική νηστεία!
Αὐτό εἶναι καθαρά ἐπινόηση τοῦ μυαλοῦ τους! Ἂς μᾶς ἐπιδείξουν σέ αὐτό τό βιβλίο, ἢ σέ οποιοδήποτε ἄλλο σύγγραμμα Ἁγίου Πατρός ἀναγνωρισμένου ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἔστω καί ἕνα σημεῖο ὅπου διαυγῶς νά διδάσκεται ἡ μή χρεία σωματικῆς νηστείας γιά τήν προσέλευση στό θεῖο αὐτό Μυστήριο· κι ἐμεῖς ἀμέσως θά ἀσπαστοῦμε τή γνώμη τους!
Mάταια ἐπικαλοῦνται τόν Ἅγιο Νικόδημο ὡς ὁμόφρονά τους, συκοφαντώντας τον ἔτσι· διότι αὐτός ὄχι μόνο τό πεπλανημένο αὐτό φρόνημα τῶν Νεομακρακιστῶν δέν εἶχε, ἀλλά μᾶλλον σφοδρός πολέμιος ἀπέναντι σέ αὐτό βρισκόταν· ὅπως καί ἀπό τήν ἑξῆς διδασκαλία του καταλαβαίνουμε: «αὐτοί ὅμως πού μποροῦν νά νηστεύουν πρίν ἀπό αὐτήν (τή Θεία Μετάληψη) καί ὁλόκληρη ἑβδομάδα, καλά κάνουν» (Ἱερ. Πηδάλιον, σελ. 230).
Καί ἀλλοῦ ὁ ἴδιος ἅγιος, ἑρμηνεύοντας τήν 9η ᾠδή τοῦ Κανόνος τῆς Μεγάλης Πέμπτης:
«Μακάρι κι ἐμεῖς... νά προετοιμαζόμαστε μέ τήν προσοχή τοῦ νοῦ, μέ τήν ἀποστροφή τῶν πονηρῶν καί αἰσχρῶν καί βλάσφημων λογισμῶν... μέ τή κατά δύναμη νηστεία καί ἐγκράτεια, καί μέ τήν ἐξαγόρευση τῶν κρυφῶν, καί ἔτσι μέ τήν τέτοια προετοιμασία νά πλησιάζουμε τά Θεῖα Μυστήρια καί νά μεταλαμβάνουμε».
Δεῖτε λοιπόν ἐσεῖς, οἱ διαστρεβλωτές τῶν θείων λογίων, πῶς φρονοῦσε ὁ ἅγιος, καί ὄχι ὅπως ἐσεῖς ψευδῶς καί διαστρεβλωτικά διατείνεστε, συκοφαντώντας τον, ὅτι δῆθεν δέν θεωρεῖ ἀπαραίτητη τή νηστεία πρίν ἀπό τή Θεία Μετάληψη!
Δεῖτε, πώς θεωροῦσε τή νηστεία ὁ ἅγιος, ὡς ἀλληλένδετη καί ἑνωμένη ἄρρηκτα μέ τήν ὅλη προπαρασκευή, καί ὄχι ἀδιάφορη αὐτῆς! Παῦστε στό ἑξῆς νά ἐμφανίζετε τούς ἁγίους ὡς ὁμόφρονές σας, διαβάλλοντάς τους μέ αὐτόν τόν τρόπο ὡς ὁμοιοπαθεῖς τῆς δικῆς σας ἐμπαθοῦς ἀσθένειας, δηλαδή τῆς κοιλιοδουλείας.
Ἀλλά ὄχι μόνο οἱ ἅγιοι διά τῶν συγγραμμάτων τους ἐναντιώνονται σέ τέτοια ἀσεβῆ διδασκαλία, ἀλλά καί αὐτή ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία ἔπραξε ἔτσι διά ἐγκυκλίων καί λοιπῶν παραινετικῶν ἐπιστολῶν, προσδίδοντας ἔτσι ἐπιπλέον ἐκκλησιαστικό καί κανονικό κύρος στό ὀρθό φρόνημα.
8. Ἡ ἐπίσημη θέση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀπέναντι στόν θεήλατο Μακράκη καί τήν ἀνήστευτη προσέλευση στά Ἄχραντα Μυστήρια
Βλέπουμε λοιπόν πρῶτον, κατά τό ἔτος 1878 τή Σύνοδο τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος νά ἀποστέλλει παραινετική Ἐγκύκλιο μέ «Ἀρ. Πρωτ. 2469/1700», πρός ἅπαν τό Ἐκκλησιαστικό πλήρωμα αὐτῆς, ὥστε νά τό προφυλάξει ἀπό «σπείρα ἀπεγνωσμένων ἀνθρώπων μέν στή διδασκαλία, θρασύτατων δέ στήν πράξη, οἱ ὁποῖοι ἐπιχείρησαν νά διαδώσουν διδασκαλίες πού ἀντιστρατεύονται πρός τήν ὀρθόδοξη πίστη, καί νά ἱδρύσουν παρασυναγωγή, στήν ὁποία καινοτομοῦν αὐθαίρετα καί γύρω ἀπό τήν τέλεση τῶν μυστηρίων». Ἀρχηγός αὐτῶν ἦταν ὁ προαναφερόμενος «Ἀπόστολος Μακράκης, λαϊκός, πού δέν εἶχε κανένα γνωστό καί ἀναγνωρισμένο ἐπάγγελμα βίου, ὁ ὁποῖος προσεταιρίστηκε μέ ἄγνωστους ὅρους καί δεσμούς ὁρισμένους ἐλάχιστους κληρικούς καί λαϊκούς», οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν δική τους παρασυναγωγή, ἀπό τήν ὁποία κηρύττουν ὁρισμένες κακόδοξες αἱρέσεις ὅπως τό «τρισύνθετον τοῦ ἀνθρώπου», «καί μάλιστα σχετικά μέ τά μυστήρια, τῆς Θείας μεταλήψεως καί τῆς Ἱερᾶς ἐξομολογήσεως καινοτομοῦν... νά προσέρχονται σέ κοινωνία τοῦ ἀχράντου σώματος καί αἵματος τοῦ Κ.Η.Ι.Χ. χωρίς τή διατεταγμένη καί καθιερωμένη δοκιμασία, πού ἀπαιτεῖ τήν ἐνώπιον Πνευματικοῦ Ἱερέως ἐξομολόγηση, καί τήν προσήκουσα προπαρασκευή διά τῆς ἀληθινῆς νηστείας ἐσωτερικῆς τε καί ἐξωτερικῆς, κατά τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἱερά αὐτῆς παράδοση...»
Αὐτοί, κατά τήν Ἱερά Ἐγκύκλιο πάντα, «προσποιούμενοι σεβασμό ἄκαιρο πρός τά ὅσα ἱστορήθηκαν γιά τήν ἀρχαιότατη Ἐκκλησία, διαστρέφουν σοφιστικά τήν ἱερά παράδοση καί ὑβρίζουν σέ ἔθιμα σεμνά καί ψυχωφελέστατα κοινῶς παραδεδεγμένα καί εὐσεβῶς τηρούμενα σέ ὁλόκληρη τήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία». Καί συνεχίζει: «Ἀλλά καί αὐτό τό μυστήριο τῆς κοινωνίας τῶν ἀχράντων καί φρικτῶν μυστηρίων δέν ἄφησαν ἀνύβριστο, μέ πρόφαση καί πάλι τήν εὐλαβῆ ἀνόρθωση τῶν ἀρχαιότατων ἐθίμων τῆς Ἐκκλησίας, κοινωνώντας τοῦ παναχράντου σώματος καί αἵματος ὅταν θέλουν καί ὅπως θέλουν· δηλαδή μηδαμινῶς προετοιμαζόμενοι διά τῆς, ὅπως εἰπώθηκε, ἀληθινῆς ἐξομολογήσεως καί τῆς δέουσας προπαρασκευῆς... Παρασυρόμενοι ἔτσι ἀπό τή συνήθεια ἁπλά καί ὅπως ἔτυχε καί χωρίς δοκιμασία κοινωνοῦν τοῦ Θ. μυστηρίου πρός ΙΔΙΑ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ...» Διό καί ἡ Ἐκκλησία διά τῆς παρούσης Ἐγκυκλίου προτρέπει τούς πιστούς: «προσέχοντας τούς ἑαυτούς σας ἀπό τίς ἑτεροδιδασκαλίες τοῦ εὐσεβοφανοῦς Μακράκη καί τῶν ὀπαδῶν αὐτοῦ (σ.σ. παλαιῶν τε καί νεωτέρων), τήν μέν ὀρθή διδασκαλία καί τήν ἱερά παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στερεά ἐνστερνίζεστε, ἀποτάσσεστε δέ μέ κάθε δύναμη τά βλάσφημα καί διεστραμμένα διδάγματα τῶν αὐτοφυῶν αὐτῶν θεολόγων, οἱ ὁποῖοι ἀπέβαλαν ἀπό τούς ἑαυτούς τους ὄχι μόνο τήν ὀρθοδοξία καί τήν εὐσέβεια, ἀλλά καί τήν κοινή ἀνθρώπινη σύνεση...»
Στήν Ἀθήνα, τήν 21η Δεκεμβρίου 1878 † Ὁ Ἀθηνῶν Προκόπιος, Πρόεδρος, † Ὁ Ἀκαρνανίας καί Αἰτωλίας Γεράσιμος, † Ὁ Μαντινείας Θεόκλητος, † Ὁ Καλαβρύτων καί Αἰγιαλείας Εὐθύμιος, † Ὁ Οἴτυλου Προκόπιος.[3]
Τοῦ αὐτοῦ ὀρθοδόξου πνεύματος ἑπόμενη καί σύμφωνη ἦταν καί ἄλλη μία ἐκδοθεῖσα Ἐγκύκλιος τό ἔτος 1905, πρός καταστολή πάλιν αὐτοῦ τοῦ δυσεβοῦς φρονήματος, τοῦ ὁποίου συνέχιζαν τή διάδοση οἱ ὀπαδοί τοῦ θεήλατου Μακράκη, μέσῳ τῆς παρεκκλησιαστικῆς ὀργανώσεως «Ζωή».
Ἡ Ἱερά Σύνοδος διά τῆς παρούσης Ἐγκυκλίου μέ Ἀρ. Πρωτ. 2059/4800, «παραγγέλλει καί ἀπαιτεῖ ἀπό τά τέκνα της ὥστε, ὁσάκις προσέρχονται σέ Μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, νά προπαρασκευάζονται ἐπαρκῶς καί καταλλήλως διά τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως καί ὅλων ἐκείνων τῶν προπαρασκευαστικῶν μέσων, τά ὁποῖα οἱ Πνευματικοί Πατέρες ὑποδεικνύουν στούς Χριστιανούς, κατά τίς Ἐκκλησιαστικές διατάξεις καί παραδόσεις... Ἐντούτοις μέ λύπη πληροφορεῖται ἡ Ἱ. Σύνοδος ὅτι ὄχι σπανίως, ἄλλοι μέν ἀπό τούς Χριστιανούς μηδόλως συναισθανόμενοι τό ὕψος καί τήν ἁγιότητα τοῦ Μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας, προσερχόμενοι μεταλαμβάνουν τοῦ Ἀχράντου Σώματος καί Αἵματος τοῦ Κυρίου χωρίς ἐξομολόγηση, καί γενικά χωρίς τήν προσήκουσα προετοιμασία... Οὐδόλως ἐπιδεικνύουν καρπούς μετανοίας, οὔτε ἐξαγνίζονται διά τῆς ἀπαιτούμενης νηστείας, προσευχῆς καί τῶν ἄλλων ἀρετῶν, καί κατά συνέπεια καί αὐτοί κι ἐκεῖνοι κοινωνοῦν ἀναξίως...»
Ἐν κατακλείδι ἐντέλλεται στούς «ἀνά τό Κράτος Σεβασμιωτάτους Ἱεράρχες...»: «Ἰδιαιτέρως δέ θά συστήσετε σέ αὐτούς (σ.σ. στους Πνευματικούς Πατέρες), ὅπως συμβουλεύουν τούς ἐξομολογούμενους Χριστιανούς καί ἀπαιτοῦν ἀπό αὐτούς, ὥστε πάντοτε πρίν ἀπό τή Θεία Κοινωνία νά ἐξαγνίζονται καί νά ἀποκαθαίρονται ψυχικά καί σωματικά, ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ ἁγιότητα τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας, διά νηστείας, ἐγκράτειας, ἐλεημοσύνης, προσευχῆς καί κάθε γενικά ἀγαθοεργίας, σύμφωνα μέ τίς διατάξεις καί παραδόσεις τῆς ἁγίας ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας... ὑποδεικνύοντας σέ αὐτούς σέ τί φοβερό ἁμάρτημα περιπίπτουν ὅσοι χωρίς τέτοια προετοιμασία τολμοῦν νά προσέρχονται ἐνώπιον τοῦ ἁγίου Θυσιαστηρίου καί νά κοινωνοῦν τοῦ Ἀχράντου Σώματος καί Αἵματος τοῦ Κυρίου...»
Στήν Ἀθήνα, τήν 11η Νοεμβρίου 1905 † Ὁ Ἀθηνῶν Θεόκλητος, Πρόεδρος, † Ὁ Καλαβρύτων καί Αἰγιαλείας Φιλάρετος, † Ὁ Γόρτυνος καί Μεγαλουπόλεως Ἰωάννης, † Ὁ Γυθείου καί Οἴτυλου Παρθένιος, Ὁ Γραμματεύς Ἀρχιμ. Γερμανός Μεταξᾶς. (Ἐκκλ. Ἑλλάδος Ἱστορία Θεοκλ. Στράγκα, τόμ. Α΄, σελ. 556-559)
Καταφανές ἀποδεικνύεται σέ ὅλους ἀπό τίς παραπάνω Συνοδικές Ἐγκυκλίους, τό πιστεύω καί ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας σχετικά μέ τήν ἀναγκαιότητα τῆς σωματικῆς νηστείας, ὡς ἀπαραίτητου συστατικοῦ τῆς προπαρασκευῆς γιά τήν προσέλευση στή Θ. Κοινωνία. Καί ἡ Ἐκκλησία, ὅπως εἴδαμε, ὄχι μόνο προτρέπει τούς πιστούς πρός σεβασμό αὐτῆς τῆς πατροπαράδοτης πράξεως, ἀλλά ἀπαιτεῖ καί διατάσσει τήν τήρηση αὐτῆς, ὥστε ἡ προσέλευση στή Θ. Μετάληψη νά γίνεται ὄχι πρός κατάκριση αὐτοῦ πού κοινωνεῖ, ἀλλά πρός ἁγιασμό αὐτοῦ καί σωτηρία.
9. Ἀντί Ἐπιλόγου
Δυστυχῶς ὅμως, στους σημερινούς ἔσχατους καιρούς οἱ χλιαροί στήν πίστη ἄνθρωποι, μή ἀνεχόμενοι νά ἀκολουθοῦν τήν ὑγιαίνουσα διδασκαλία, ἀλλά πορευόμενοι κατά τίς δικές τους ἐπιθυμίες (πρβλ. Β΄ Τιμ. 4, 3), διακατεχόμενοι δέ ἀπό τήν ὑλιστική νοοτροπία τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας, εὑρισκόμενοι ἅμα καί στό ἄκρον ἄωτον τῆς ἀφθονίας καί τῆς εὐμάρειας τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, φέρουν βαρέως στά αὐτιά τους προτροπές πού ἀκούγονται στό ὄνομα τῆς νηστείας καί τῆς ἐγκράτειας.
Εὔκολα ὅμως ἀποδέχονται ὡς ὀρθές διδασκαλίες πού συμβαδίζουν μέ τό σύγχρονο ῥεῦμα τῆς «προόδου» καί τῆς Νέας Ἐποχῆς, οἱ ὁποῖες ἐπαγγέλλονται ἄνετο καί πλατύ τόν δρόμο πρός τή σωτηρία· διδασκαλίες ἀπελευθερωμένες ἀπό τό «ἀναχρονιστικό» ἁγιοπατερικό πνεῦμα, μέ τό ὁποῖο ἀνατράφηκαν οἱ παλαιότερες γενιές καί πάνω στό ὁποῖο στηρίζεται ἀκράδαντα ἡ Ὀρθοδοξία.
Ἀλλά, φεῦ! Οἱ διδασκαλίες αὐτές δέν διδάσκονται στους πιστούς στίς Μασονικές Στοές ἢ σέ ἄλλα κοσμικά καί ἀντιχριστιανικά διδασκαλεῖα, πράγμα πού θά ἦταν φυσικό, ἀλλά στίς Θεολογικές Σχολές, στίς Ἐκκλησιαστικές Ὀργανώσεις (καί κυρίως τῆς «Ζωῆς», τοῦ «Σταυροῦ», τοῦ «Σωτῆρος» κ.ἄ.), καί ἐνίοτε μάλιστα προέρχονται ἀπό στόματα αὐτῶν τῶν ἴδιων τῶν Ἀρχιερέων τῆς Ἐκκλησίας!
Ἀλίμονο, ποῖος μπορεῖ νά ἀντισταθεῖ σέ τέτοιο ἀσεβές φρόνημα, τή στιγμή πού βάλλεται ὁ καθένας ἀπό ὅλες τίς πλευρές, ἂν δέν εἶναι ἐγκρατής τῆς στοιχειώδους τουλάχιστον Πατερικῆς γνώσεως;
Ἕνας ἀπό τούς παλαιούς Γέροντες τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὁ παπα-Σάββας στό ὄνομα, διηγοῦνταν κάποτε σέ κάποιον νεαρό μοναχό Χρύσανθο τά ἑξῆς προφητικά λόγια:
«Πρόσεχε τώρα πού εἶσαι μικρός, νά μήν κοινωνᾶς ἀνήστευτος· καί τήν παραμονή τῆς ἡμέρας πού πρόκειται νά κοινωνήσεις, νά κάνεις ἐνάτην (ἀποχή ἀπό τροφή μέχρι τήν 9η ὥρα/ἀπόγευμα) καί μέ ποτάμια δακρύων νά διαβάζεις τήν εὐχή πού ἔχει ὁ Συναξαριστής τοῦ (ἁγίου) Νικοδήμου... Πρόσεχε, συνέχισε ὁ παπα-Σάββας, ...σοῦ λέω ἐκεῖνα πού ἄκουσα ἀπό τούς Πνευματικούς μου Πατέρες. Θά ἐπανέλθει μιά ἐποχή κρισιμώτερη ἀπό ἐκείνη πού προῆλθε ἀπό τόν Ἑβραῖο Νεόφυτο τόν Καυσοκαλυβίτη, καί ὅπως αὐτός εἶχε ἀναταράξει τήν οἰκουμένη γιά τό ζήτημα τῆς Θείας Μεταλήψεως, ἔτσι θά ταραχθεῖ πάλι ὄχι μόνο τό Ἅγιον Ὄρος, ἀλλά καί ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη. Ὅπου βρίσκεται Χριστιανός, θά διδάσκεται τή συνεχῆ Θεία Μετάληψη χωρίς νηστεία, λησμονώντας οἱ ἀρχηγοί τους τό: "γεμάτο στομάχι δέν ἐρευνᾶ τά πράγματα τοῦ Θεοῦ".
Γι' αὐτό πρόσεχε ἐσύ, πού τά ἔμαθες αὐτά ἀπό τώρα πού εἶσαι μικρός, νά μήν μιλᾶς τότε, διότι αὐτά θά γίνουν στίς μέρες σου. Καί ἔτσι νά εἶσαι ἀμέτοχος ἀπό τά σκάνδαλα ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων. Δέν θά γράψουν συγγράμματα περί μετανοίας... ἀλλά θά ὑποδεικνύουν στούς Χριστιανούς νά κοινωνοῦν χωρίς νά νηστεύουν, καί θά ἐξαναγκάζουν καί αὐτούς πού θέλουν νά νηστεύουν. Καί δέν θά τρῶνε μόνο λάδι, ἀλλά καί ψάρια, κρέας κ.λπ. Καί τήν ἄλλη ἡμέρα θά κοινωνοῦν, χωρίς νά σκέφτονται ὅτι ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος δέν εἶναι κοινή τροφή, ἀλλά Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Θεοῦ...».
Παραθέτουμε δέ καί ἕνα φρικτό περιστατικό, ἐρανισθέν ἀπό τόν Βυζαντινό Χρονογράφο Συμεὼν τόν Μάγιστρο, γιά νά καταλάβουν σέ τί φοβερό ἁμάρτημα ἐμπίπτουν αὐτοί οἱ νεοφανεῖς καταλυτές τῆς νηστείας: «Κάποιος "ἐργαστηριακός" (τεχνίτης/καταστηματάρχης), ὅπως μαρτυροῦν αὐτοί πού τό εἶδαν καί τό ἄκουσαν, γιά πολλές ἡμέρες ψυχορραγοῦσε μέ ἐλεεινό τρόπο καί ὑπέφερε φρικτά. Κατέτρωγε τή γλώσσα του, τά χείλη καί τά χέρια του, καί ἔκανε σπασμωδικές κινήσεις, ἀλλά ἡ ψυχή του δέν ἔβγαινε. Ἦταν ἕνα μακάβριο θέαμα! Ὅταν γιά μιά στιγμή μπόρεσε νά ἀρθρώσει λίγες λέξεις, εἶπε αὐτά τά φρικτά καί ἀποκαλυπτικά λόγια: "Νά γνωρίζετε ἀδελφοί μου, ὅτι ὁ πνευματικός μου μέ ἐδίδαξε νά τρώγω καί νά κοινωνῶ καί νά μή νηστεύω πρίν ἀπό τή Θεία Κοινωνία· γι' αὐτό παθαίνω αὐτά πού βλέπετε, καί δέν μπορεῖ νά βγεῖ ἡ ψυχή μου καί βασανίζομαι". Τότε, ἀφοῦ εἶπε αὐτά καί ὁμολόγησε τήν ἁμαρτία του, ξεψύχησε» (Περιοδ. «Ἁγία Σκέπη», τόμ. 5ος, ἔτος 1978-79, σελ. 51).
Ἐπειδή δέ ἡ πολυλογία εἶναι ἐχθρός τῆς ἀκοῆς, ὅπως οἱ ὑπερβολικές τροφές βλάπτουν τό σῶμα —καθότι τό πᾶν μέτρον ἄριστον— πρέπει κι ἐμεῖς, ἀποφεύγοντας τήν ὑπερβολή καί ἀσπαζόμενοι τό μέτρο ὡς ἄριστο,[4] νά θέσουμε τέρμα στό κεφάλαιο πού ἀφορᾷ τήν προπαρασκευή καί προετοιμασία πρίν ἀπό τή Θεία Κοινωνία. Διατηροῦμε δέ τήν ἐλπίδα ὅτι ὁ λόγος μας δέν θά πέσει στό κενό, ἀλλά σέ αὐτιά καί ἀκοές ἄγρυπνες, οἱ ὁποῖες θά δεχθοῦν τόν λόγο σάν τήν καλή γῆ,[5] πού ἀποδίδει στόν καιρό της τόν καρπό της, χωρίς νά τόν συμπνίγει καί νά τόν καθιστᾶ ἀτελέσφορο.
Κλείνοντας ταυτόχρονα τά αὐτιά μας σέ ξένες φωνές, δηλαδή στούς «ἐχθρούς τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, τῶν ὁποίων τό τέλος εἶναι ἡ ἀπώλεια, ὁ θεός τους εἶναι ἡ κοιλιά, καί ἡ δόξα τους βρίσκεται στήν ντροπή τους, αὐτοί πού φρονοῦν τά ἐπίγεια».[6] Ἄς μήν τούς ἀκολουθοῦμε οὔτε καί νά συναναστρεφόμαστε μαζί τους στίς βιωτικές ὑποθέσεις, ὥστε νά μήν δεχθοῦμε σταδιακά, ἀπό μιά μικρή ραθυμία —ὁ Θεός νά φυλάξει!— τά μιαρά τους δόγματα καί στερήσουμε ἀπό τούς ἑαυτούς μας τόσα καί τέτοια μεγάλα ἀγαθά, τά ὁποῖα προέρχονται ἀπό τήν ἄξια (ὅσο αὐτό εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν) προσέλευση στή Θεία Κοινωνία.
[1] Πολλοί ἀπό τούς πιστούς, μή δυνάμενοι νά ἐπικαλεστοῦν ἄγνοια γιά τό τί πρέπει νά πράξουν, ἐπικαλοῦνται τήν «ὑπακοή» στούς πνευματικούς τους, καί ἔτσι συνεχίζουν νά μεταλαμβάνουν ἀναξίως. Μποροῦμε ἄραγε νά κάνουμε ὑπακοή σέ τέτοιους πνευματικούς, πού καταπατοῦν καί ἀνατρέπουν ὅλη τήν τάξη τῆς Ἐκκλησίας; Ἢ πρέπει νά καταφρονήσουμε τίς τέτοιες ἐντολές τους, θεωρώντας τους ὡς πλανεμένους καί νεωτεριστές; Ὑποτασσόμενοι δέ στίς διαταγές καί διδασκαλίες τῶν Ἁγίων Πατέρων καί μόνο; Τήν ἀπάντηση ἂς τή λάβουμε ἀπό τό στόμα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὁ ὁποῖος ἀπαντώντας στήν ἐρώτηση 114, σχετικά μέ τό ἂν πρέπει νά κάνουμε ὑπακοή στόν καθένα, λέει: «...Ὥστε, ἐάν διαταχθοῦμε κάτι πού συμφωνεῖ μέ τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου ἢ συμβάλλει σέ αὐτήν, πρέπει νά τό δεχόμαστε μέ μεγαλύτερη προθυμία καί προσοχή, ὡς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν ὅμως μᾶς διατάξει κάποιος κάτι ἀντίθετο πρός τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, πού τήν ἀλλοιώνει ἢ τή μολύνει, εἶναι καιρός νά ποῦμε τότε ὅτι πρέπει νά πειθαρχοῦμε στόν Θεό μᾶλλον παρά στους ἀνθρώπους». Ἀπό τά παραπάνω διδασκόμαστε ὅτι κάθε ἄνθρωπος πού ἀγαπᾶ τόν Κύριο, πρέπει νά ἀποφεύγει καί νά βδελύσσεται αὐτόν πού ἐμποδίζει τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, ἢ αὐτόν πού μᾶς ἐνθαρρύνει νά πράξουμε τό ἀπαγορευμένο ἀπό τόν Κύριο, ἀκόμη κι ἂν εἶναι στενός συγγενής ἢ ὑπερβολικά ἔνδοξος.
Σημαντική εἶναι καί ἡ προτροπή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ ὡς πρός αὐτό: «Ἀκοῦστε λαοί, φυλές, γλῶσσες, ἄνδρες, γυναῖκες καί παιδιά, γέροντες, νεανίσκοι καί νήπια, τό ἅγιο ἔθνος τῶν Χριστιανῶν· ἐάν κάποιος σᾶς εὐαγγελίζεται παρά ἀπό ὅσα παρέλαβε ἡ Καθολική Ἐκκλησία ἀπό τούς Ἁγίους Ἀποστόλους, Πατέρες καί Συνόδους, καί μέχρι τώρα διεφύλαξε, μήν τόν ἀκούσετε, μηδέ νά δεχτεῖτε τή συμβουλή τοῦ ὄφεως, ὅπως τή δέχτηκε ἡ Εὔα καί τρύγησε θάνατο. Κι ἂν ἄγγελος, κι ἂν Βασιλιάς σᾶς εὐαγγελίζεται παρά ἀπό ὅσα παραλάβατε, κλείστε τά αὐτιά... Ἀνάθεμα ἔστω...» (PG 94, 1288C).
Ἂς μήν νομίζουμε λοιπόν ὅτι εἰρήνη ἦρθε νά βάλει ὁ Κύριος στή γῆ, ἀλλά μάχαιρα, γιά νά ἀποκόψει δηλαδή ὁ καθένας ἀπό τίς ἀναστροφές του τούς κοσμικόφρονες καί τούς ψευδοδιδασκάλους πού τόν ἐπιβουλεύονται, καθώς καί τίς αἱρετικές δοξασίες τους, ὅπως ἐπί τοῦ προκειμένου (Πρβλ. Ματθ. 10, 34).
[2] Αὐτοί πού βαδίζουν τούς δρόμους τῆς πονηρίας, ποία ἄραγε παραπλανητική δίοδο ἐφηῦραν γιά νά δελεάσουν καί νά σαγηνεύσουν τά θύματά τους; Λέγουν ἀναιδῶς: «Ἐμεῖς τρεῖς ἡμέρες νηστεύουμε, ἄρα πληροῦμε τίς προϋποθέσεις γιά νά προσέλθουμε στό κοινό ποτήριο». Προσοχή! Διότι λίαν πονηρῶς τίς μέν ἀναγκαῖες γιά νηστεία τρεῖς ἡμέρες τίς ἀναφέρουν, παραλείπουν ὅμως νά μᾶς ἀναφέρουν ποῖες! Νηστεύουν δηλαδή αὐτοί Δευτέρα, Τετάρτη καί Παρασκευή, καταλύοντας στά πάντα κατά τίς ἐνδιάμεσες ἡμέρες, δηλαδή Τρίτη καί Πέμπτη! Ἀσφαλῶς καί αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Διάβολος θά χαιρόταν σφόδρα γιά τό μέγεθος τῆς ἐν λόγῳ πονηρίας τους, ἐπαινώντας τους ὡς γνήσιους μαθητές του! Ἂς μήν πλανηθεῖ λοιπόν κανείς ἀπό τίς πονηρίες τῶν παραπάνω σπερμολόγων, ἀλλά ἂς γνωρίζουν ὅλοι ὅτι πρέπει νά ὑπάρχουν οἱ νηστευόμενες ἡμέρες συνεχόμενες ἀσφαλῶς, καί ὄχι κατά διαστήματα, ὅπως καί αὐτή ἡ κοινή λογική ἀπαιτεῖ.
[3] Ἡ Ἱερά Σύνοδος κατήγγειλε τόν Ἀπόστολο Μακράκη καί τούς ὀπαδούς του, οἱ ὁποῖοι καταδικάστηκαν ὅλοι γιά αἵρεση ἀπό τό Πλημμελειοδικεῖο Ἀθηνῶν· πέραν αὐτοῦ καί ἡ Ἱερά Σύνοδος καταδίκασε τούς κληρικούς ἀπό αὐτούς σέ ἀργία καί σωματικό περιορισμό (Βλ. Θεόκλ. Στράγκα Ἱστορία Ἐκκλ. τῆς Ἑλλάδος, τόμ. Α΄, σελ. 408).
[4] Φιλοκαλία Δ', σελ. 290.
[5] Λουκ. η' 14.
[6] Φιλιπ. γ' 19.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου