Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Ἡ κατοχή τοῦ Ἐπισκοπικοῦ θρόνου ὑπό αἱρετικοῦ καί ἡ ὀρθόδοξος πίστις

 

 

 Ἡ κατοχή τοῦ Ἐπισκοπικοῦ θρόνου καί ἡ ὀρθόδοξος πίστις

 

Κατέβασμα τοῦ pdf ἐδῶ:

 

Ἡ περίπτωση τοῦ "Πατριάρχου" Κ/Π Ἰωάννου Καλέκα στίς μαρτυρίες τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ, τοῦ Ἰωσήφ Καλοθέτου καί τοῦ Φιλοθέου Κοκκίνου.

Ἡ περίπτωση τοῦ Ἰωάννου Καλέκα θέτει μέ ἰδιαίτερη σαφήνεια τό ἐρώτημα ἐάν ἡ κατοχή ἑνός πατριαρχικοῦ θρόνου ἀρκῇ διά νά πιστοποιήσῃ τήν ἐκκλησιαστική αὐθεντία τοῦ κατόχου του. Οἱ μαρτυρίες πού ἐξετάζονται ἐδῶ συνδέουν τήν ποιμαντική ἐξουσία μέ τήν πιστότητα στήν ἀποστολική πίστη. Ἡ χειροτονία, ἡ διαδοχή καί ὁ θρόνος ἔχουν πραγματικό ἐκκλησιαστικό περιεχόμενο· δέν παρέχουν, ὅμως, στό πρόσωπο πού τά ἔλαβε ἀσυλία ἀπέναντι στόν ἔλεγχο τῆς διδασκαλίας του.

1 Ἡ χειροτονία καί ἡ εὐθύνη τῆς διαδοχῆς

Στό παρατιθέμενο χωρίο τοῦ Φιλοθέου Κοκκίνου, οἱ ποιμένες καί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας περιγράφονται ὡς «τοῦ θρόνου καί τῆς ἀποστολικῆς ἀξίας καί τῆς ἱερουργίας τοῦ Εὐαγγελίου διάδοχοι χειροτονηθέντες ὑπό τῆς τοῦ θείου Πνεύματος χάριτος». Ὁ θρόνος συνδέεται μέ τήν ἀποστολική ἀξία καί τήν ἱερουργία τοῦ Εὐαγγελίου, ἐνῷ ἡ χειροτονία ἀποδίδεται στή χάρη τοῦ θείου Πνεύματος.[1]

Ἡ διατύπωση δέν ἐξισώνει τήν ἐπισκοπική διαδοχή μέ μία ἁπλῆ διοικητική διαδοχή. Τήν ἐντάσσει στή ζωή καί στήν ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας. Συγχρόνως, ὁ ἔλεγχος στρέφεται ἐναντίον ἐκείνου πού πολεμεῖ τήν κοινή διδασκαλία τῶν θεολόγων, τῶν Πατέρων καί τῶν διδασκάλων. Ἡ κατηγορία περί «αὐτοχειροτονήτου καθηγεμόνος» πρέπει νά ἀναγνωσθῇ μέσα σέ αὐτή τή συνάφεια καί νά μή μετατραπῇ σέ ἀπαγόρευση κάθε δογματικοῦ ἐλέγχου ἑνός κατόχου τοῦ θρόνου.

Τό «ὑπό τῆς τοῦ θείου Πνεύματος χάριτος» προσδιορίζει γραμματικῶς τό «χειροτονηθέντες». Ἐκφράζει τή θεία προέλευση τῆς χάριτος τῆς χειροτονίας· δέν δηλώνει ὅτι κάθε μεταγενέστερη διδασκαλία ἤ πράξη τοῦ χειροτονημένου ἔχει τήν ἐπιδοκιμασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ δωρεά συνεπάγεται εὐθύνη διαφυλάξεως τῆς παρακαταθήκης.

2 Ὁ κάτοχος τοῦ θρόνου πού γίνεται λυμεών τοῦ ποιμνίου

Τό δεύτερο ἀπόσπασμα, πού ἀναφέρεται στόν Καλέκα, παρουσιάζει τήν ἀντίστροφη κατάσταση. Ὁ κάτοχος τοῦ θρόνου χαρακτηρίζεται «ὁ δοκῶν πατριαρχικῶς ὑπερκαθῆσθαι» καί ἐλέγχεται ἐπειδή, ἐνῷ ἀνεδείχθη «ὁδηγός καί ποιμήν», ἐξέκλινε ἑκουσίως ἀπό τήν εὐθεία ὁδό καί συμπαρέσυρε πολλούς στή δυσσέβεια.[2]

Ἡ βαρύτερη κρίση συνοψίζεται στίς λέξεις «πλάνος καί λυμεών ἀντί ποιμένος τῇ ποίμνῃ γενόμενος». Τό «γενόμενος» δηλώνει μεταβολή· τό «ἀντί ποιμένος» προσδιορίζει τό περιεχόμενό της. Ἐκεῖνος πού εἶχε ἀναλάβει τήν προστασία τοῦ ποιμνίου περιγράφεται πλέον ὡς αἴτιος τῆς φθορᾶς του. Ἡ ἐξωτερική παρουσία του στόν θρόνο δέν ἀναιρεῖ αὐτή τήν κρίση.

Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει καί ἡ κατηγορία «ἐμίανας δέ τόν ναόν τόν ἅγιον αὐτοῦ ταῖς τῶν αἱρετικῶν βεβήλοις τε καί μυσαραῖς κοινωνίαις». Ἡ κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς παρουσιάζεται ὡς πράξη μολυσμοῦ, καί ὄχι ὡς ἀδιάφορη διοικητική σχέση. Τό κείμενο συνδέει αὐτόν τόν ἔλεγχο μέ τήν ὑπεράσπιση τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ Ἀκινδύνου.

3 Ἡ ἀλήθεια ὡς κριτήριο ἐκκλησιαστικῆς ἐντάξεως

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς διατυπώνει τό κριτήριο ρητῶς· «...Οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί· καί οἱ τῆς ἀληθείας τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας εἰσί...».[3] Καί στήν συνέχεια:  «ὅσον ἄν καί σφῶν αὐτῶν καταψεύδοιντο, ποιμένας καί ἀρχιποιμένας ἱερούς ἑαυτούς καλοῦντες καί ὑπό ἀλλήλων καλούμενοι· μηδέ γάρ προσώποις τόν χριστιανισμόν, ἀλλ' ἀληθείᾳ καί ἀκριβείᾳ πίστεως χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα».[4]

Ὁ Παλαμᾶς ἐλέγχει ἐκείνους πού ὀνομάζουν τούς ἑαυτούς τους καί ὀνομάζονται ἀπό ἀλλήλους «ποιμένας καί ἀρχιποιμένας ἱερούς». Ἐξηγεῖ ὅτι ὁ Χριστιανισμός χαρακτηρίζεται «ἀληθείᾳ καί ἀκριβείᾳ πίστεως». Ἡ ἀμοιβαία ἀναγνώριση τῶν τίτλων δέν ὑποκαθιστᾷ τήν ἀλήθεια τῆς ὁμολογίας.[5]

Τό κριτήριο δέν εἶναι ἡ προσωπική συμπάθεια πρός ἕναν ἐπίσκοπο οὔτε ἡ ἀντιπαράθεση παρατάξεων. Εἶναι ἡ σχέση τῆς διδασκαλίας μέ τήν παραδεδομένη πίστη. Ἔτσι, ἡ ἀποστολική διαδοχή δέν ἀποκόπτεται ἀπό τήν ἀποστολική ἀλήθεια, ἀλλά ἀναγνωρίζεται μέσα σέ αὐτήν.

4 Ὁ "Πατριάρχης" Ἰωάννης Καλέκας ὡς ἐκκεκομμένος

Στήν Ἀναίρεσιν ἐξηγήσεως τόμου Καλέκα ἡ κρίση γίνεται προσωπική καί συγκεκριμένη. Ὁ Παλαμᾶς γράφει· «Τούτου τοίνυν οὕτω καί τοσαυτάκις παντός τοῦ τῶν ὀρθοδόξων πληρώματος ἐκκεκομμένου». Τό «ἐκκεκομμένου» παρουσιάζει τήν ἀποκοπή ὡς ἤδη συντελεσμένη κατάσταση, ὄχι ἁπλῶς ὡς ἐνδεχόμενο μελλοντικῆς ποινῆς.[6]

Ἡ συνέχεια τοῦ χωρίου μεταθέτει τό βάρος ἀπό τήν ἐξωτερική ἐπιβολή τοῦ ἀφορισμοῦ στήν αἰτία του. Ἐκεῖνος πού ἀφορίσθηκε ἀπό τόν Καλέκα διά τήν ὀρθή πίστη δύναται νά εἶναι τῷ Θεῷ ἡνωμένος κατ’ εὐσεβῆ πίστιν. Ἀντιστρόφως, ἡ διατήρηση τοῦ δεσμοῦ μέ τόν Καλέκα δέν προβάλλεται ὡς ἐγγύηση εὐσεβείας. Ὁ κάτοχος τοῦ θρόνου καί ὁ ὑπ’ αὐτοῦ διωκόμενος κρίνονται μέ τό ἴδιο μέτρο, δηλαδή τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως.

Ἐδῶ θεμελιώνεται μία οὐσιώδης διάκριση. Τό γεγονός ὅτι κάποιος ἀσκεῖ ἀκόμη διοικητική ἐξουσία δέν ἀποδεικνύει ἀφ’ ἑαυτοῦ ὅτι κάθε πράξη του ἐκφράζει τήν κρίση τῆς Ἐκκλησίας.

5 Ἡ μαρτυρία τοῦ Ἰωσήφ Καλοθέτου

Ὁ Ἰωσήφ Καλόθετος ἀντιμετωπίζει τήν ἀξίωση τοῦ Καλέκα νά ταυτίζῃ τή δική του ἐκκλησιαστική παράταξη μέ τήν Ἐκκλησία. Ἐρωτᾷ· «Πόθεν σύ ἐκκλησία εὐσεβῶν;» Καί ἀναζητεῖ τήν ἀπάντηση στόν λόγο, στόν τρόπο, στίς πράξεις καί στά ὑγιῆ δόγματα. Ἡ κατοχή τῆς καθέδρας δέν ἀρκεῖ διά νά ἀπαντηθῇ τό ἐρώτημα.[7]

Ἡ ὑπενθύμιση ὅτι ὁ Νεστόριος καί ὁ Μακεδόνιος κατεῖχαν τήν ἴδια καθέδρα ἔχει σαφές ἐπιχειρηματολογικό περιεχόμενο. Ὁ θρόνος διατηρεῖ τήν ἐκκλησιαστική σημασία του, ἀλλά ὁ κάτοχός του δύναται νά προδώσῃ τήν πίστη πού ὀφείλει νά διαφυλάσσῃ. Ἡ ἱστορική συνέχεια τῆς καθέδρας δέν καθιστᾷ ἀληθῆ τήν αἱρετική διδασκαλία.

  Ὁ Δ. Τσάμης τοποθετεῖ τή συγγραφή τοῦ Λόγου μεταξύ τοῦ θέρους τοῦ 1346 καί τῶν ἀρχῶν τοῦ 1347, πιθανώτερον κατά τό φθινόπωρο τοῦ 1346. Ἡ πολεμική τοῦ Καλοθέτου προηγεῖται τῆς καθαιρέσεως τοῦ Καλέκα στήν Κωνσταντινούπολη τόν Φεβρουάριο τοῦ 1347,[8] ἄν καί ἡ καθαίρεσή του δέν ἀποτελεῖ, τήν πρώτη γνωστή ἐνέργεια κατά τοῦ Καλέκα. Ἡ ἱστορική ἔρευνα καταγράφει ἀφορισμό του συνδεόμενο μέ τή στέψη τοῦ Καντακουζηνοῦ τόν Μάιο τοῦ 1346, καθώς καί μεταγενέστερες ἐνέργειες μητροπολιτῶν τό ἴδιο ἔτος. Ἀκολούθησε νέα συνοδική ἐξέταση καί τόμος στά τέλη Φεβρουαρίου 1347.[9]

6 Ἡ σημασία διά τήν ἐκκλησιολογική συζήτηση

Ἡ συνεξέταση τῶν μαρτυριῶν δέν ὁδηγεῖ σέ ὑποτίμηση τῆς χειροτονίας ἤ τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ. Δείχνει ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ἐξουσία δέν δύναται νά χρησιμοποιῆται ὡς τεκμήριο ἀληθείας ἐναντίον τῆς ἴδιας τῆς ἀποστολικῆς πίστεως. Ἐκεῖνος πού ἔλαβε τή διακονία τοῦ ποιμένος δέν δικαιολογεῖται νά παρασύρῃ τό ποίμνιο στή δυσσέβεια, ἐπικαλούμενος τό ἀξίωμά του.

Ἔτσι, ἡ περίπτωση τοῦ Καλέκα ἀντιλέγει στήν ἀντίληψη ὅτι ὁ θρόνος, ὁ τίτλος καί ἡ διοικητική ἐπιβολή ἀποτελοῦν ἀφ’ ἑαυτῶν ἀδιάσειστη ἀπόδειξη πραγματικῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Τό συμπέρασμα παραμένει σαφές· ἡ ἀποστολική διαδοχή ἀπαιτεῖ πιστότητα στήν ἀποστολική παρακαταθήκη. Ἡ χάρις τῆς χειροτονίας δέν μεταβάλλει τήν πλάνη σέ ἀλήθεια, καί ἡ κατοχή ἑνός θρόνου δέν καθιστᾷ τόν ἑκούσιο διαφθορέα τῆς πίστεως ἀληθινό ποιμένα. Αὐτή ἡ διάκριση δίδει στίς μαρτυρίες περί Καλέκα τήν ἰδιαίτερη θέση τους στήν ἐξέταση τῶν ὁρίων τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας.



[1]  Δημητρίου Καϊμάκη, Φιλοθέου Κοκκίνου, Δογματικά Ἔργα, Μέρος Α', σ. 35-36. Λόγος 1ος, στ. 373–389. Κέντρο Βυζαντινῶν Σπουδῶν 1983.

«Ἀλλὰ πῶς ἂν αὐτός ποτ’ ἐνενόησας τοῦτο, ὁ μὴ κατὰ τοῦ δεῖνος, ἤ τοῦ δεῖνος ἁπλῶς μόνον, ἀλλὰ καί κατὰ πάσης ὁμοῦ τῆς καθολικῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ θεολόγων καὶ Πατέρων ἅμα πάντων καὶ διδασκάλων τὸν καινὸν τοῦτον ἀράμενος πόλεμον; καίτοι γε τούτοις καὶ θεολογεῖν καὶ δογματίζειν καὶ διδάσκειν καὶ σὲ καὶ πάντας ἄνωθεν δέδοται, μᾶλλον δὲ καὶ αὐτοὶ τῆς τῶν πιστῶν Ἐκκλησίας ὁμοῦ ξυμπάσης εἰσὶν οἱ ποιμένες καὶ ὁδηγοὶ καὶ διδάσκαλοι, τοῦ θρόνου καὶ τῆς ἀποστολικῆς ἀξίας καὶ τῆς ἱερουργίας τοῦ Εὐαγγελίου διάδοχοι χειροτονηθέντες ὑπὸ τῆς τοῦ θείου Πνεύματος χάριτος. Σὺ δὲ πόθεν καὶ παρὰ τίνος ἔχεις τὸ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας κράτος λαβὼν καὶ τὸ διδασκαλικὸν ἀξίωμα; Πῶς σεαυτὸν αὐτὸς ποιεῖς τῶν τηλικούτων κριτὴν καὶ αὐτοχειροτόνητον καθηγεμόνα, καὶ ταῦτα μηδὲ τὸν λαόν, μηδὲ τοὺς κάτω καὶ ὑποτεταγμένους, ἀλλὰ τοὺς κοινοὺς διδασκάλους καὶ ὁδηγοὺς τῆς Ἐκκλησίας κρίνειν ἐπιχειρῶν, καὶ ἄνω ποταμῶν, τὸ τοῦ λόγου τὰς πηγάς, κελεύων χωρεῖν, καὶ πάντα συνταράττων καὶ συγχέων τὸ κατά σέ;».

Μτφρ.: «Ἀλλά πῶς θά μποροῦσες ἐσύ ποτέ νά καταλάβεις αὐτό, ἐσύ πού κήρυξες αὐτόν τόν καινούργιο πόλεμο ὄχι ἁπλῶς ἐναντίον τοῦ ἑνός ἤ τοῦ ἄλλου, ἀλλά ἐναντίον ὁλόκληρης τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί ὅλων μαζί τῶν θεολόγων, τῶν Πατέρων καί τῶν διδασκάλων; Καί ὅμως, σέ αὐτούς ἔχει δοθεῖ ἀπό τόν Θεό νά θεολογοῦν, νά διατυπώνουν τά δόγματα καί νά διδάσκουν τόσο ἐσένα ὅσο καί ὅλους τούς ἄλλους. Μάλιστα, αὐτοί εἶναι οἱ ποιμένες, οἱ ὁδηγοί καί οἱ διδάσκαλοι ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας τῶν πιστῶν, ἔχοντας χειροτονηθεῖ ἀπό τή χάρη τοῦ θείου Πνεύματος ὡς διάδοχοι τοῦ θρόνου, τῆς ἀποστολικῆς ἀξίας καί τῆς ἱερῆς διακονίας τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἐσύ ὅμως ἀπό ποῦ καί ἀπό ποιόν ἔλαβες τήν ἐξουσία νά στρέφεσαι ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας καί τό διδασκαλικό ἀξίωμα; Πῶς καθιστᾶς μόνος σου τόν ἑαυτό σου κριτή τόσο μεγάλων ἀνδρῶν καί αὐτοχειροτόνητο καθοδηγητή; Καί μάλιστα ἐπιχειρεῖς νά κρίνεις ὄχι τόν λαό οὔτε ἐκείνους πού βρίσκονται σέ κατώτερη θέση καί ὑπάγονται σέ ἄλλους, ἀλλά τούς κοινούς διδασκάλους καί ὁδηγούς τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι προστάζεις, ὅπως λέει ἡ παροιμία, τά ποτάμια νά κυλήσουν πρός τά πίσω, πρός τίς πηγές τους, καί ἀναστατώνεις καί συγχέεις τά πάντα, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό ἐσένα».

[2] Δημητρίου Τσάμη, Φιλοθέου Κοκκίνου, Ἁγιολογικά Ἔργα Α', Βίος Ἁγίου Ἰσιδώρου Π/Κ, σ. 386, στ. 43–59. «τό δὲ νῦν ἔχον ἄπιθι παρὰ τὸν δοκοῦντα πατριαρχικῶς ὑπερκαθῆσθαι τούτου τοῦ θρόνου, αὐτὸν ἐκεῖνον φημὶ τὸν πρὸς ταῖς βασιλικαῖς νυνὶ τοῦ ναοῦ πύλαις ἑστῶτα καὶ τάδε παρ’ ἐμοῦ φράσον· Ἐπεὶ τῶν ἀνθρώπων ὁδηγός τε καὶ ποιμὴν προβληθεὶς αὐτός τε τῆς εὐθείας ἐξέκλινας ἑκοντὶ καὶ τῶν ἑπομένων σοι πλείστους σαυτῷ κατὰ τοῦ τῆς δυσσεβείας συνεφειλκύσω κρημνοῦ, πλάνος καὶ λυμεών ἀντὶ ποιμένος τῇ ποίμνῃ γενόμενος, καὶ κατέστρεψας μὲν καὶ κατηδάφισας ὅσον τὸ ἐπὶ σοὶ τὰ ἀγαπητὰ τοῦ υἱοῦ μου σκηνώματα, τὰ θεῖα δηλονότι καὶ ὑψηλὰ τούτου θυσιαστήρια, ἐμίανας δὲ τὸν ναὸν τὸν ἅγιον αὐτοῦ ταῖς τῶν αἱρετικῶν βεβήλοις τε καὶ μυσαραῖς κοινωνίαις· καὶ τῆς μὲν θείας καὶ ὑπερφυοῦς αὐτοῦ δόξης καὶ χάριτος τολμηρᾷ καὶ χειρὶ καὶ γλώττῃ καθαιρέτης ἐπεχείρησας χρηματίσαι...». Καί ἐν συνεχείᾳ: «Διὸ μηδὲ τόλμα μηκέτι τοῦ λοιποῦ θυσίαν ἐκείνῳ τὴν καθαρωτάτην τε καὶ ἀναίμακτον ἀνοσίαις τε καὶ βεβήλοις καὶ μεσταῖς ἀνθρωπίνων αἱμάτων προσφέρειν χερσί, διαγεγραμμένος καὶ ἀπόπτυστος ὤν, ὡς ἔφην, ἤδη τοῦ καταλόγου καὶ τοῦ περὶ τὸν ἐμὸν Χριστὸν ἱερωτάτου πληρώματος».

Μτφρ.: «Πρός τό παρόν, λοιπόν, πήγαινε σέ ἐκεῖνον πού φαίνεται νά κάθεται ὡς πατριάρχης πάνω σέ αὐτόν τόν θρόνο —ἐννοῶ αὐτόν ἀκριβῶς πού στέκεται τώρα στίς βασιλικές πύλες τοῦ ναοῦ— καί πές του ἐκ μέρους μου τά ἑξῆς: Ἐνῶ ἀναδείχθηκες ὁδηγός καί ποιμένας τῶν ἀνθρώπων, ἀπομακρύνθηκες μέ τή θέλησή σου ἀπό τόν ἴσιο δρόμο καί παρέσυρες μαζί σου πάρα πολλούς ἀπό ὅσους σέ ἀκολουθοῦν στόν γκρεμό τῆς ἀσέβειας. Ἔγινες ἔτσι γιά τό ποίμνιο παραπλανητής καί καταστροφέας ἀντί γιά ποιμένας. Κατέστρεψες καί κατεδάφισες, ὅσο ἐξαρτιόταν ἀπό ἐσένα, τά ἀγαπημένα κατοικητήρια τοῦ Υἱοῦ μου, δηλαδή τά θεία καί ὑψηλά θυσιαστήριά του, καί μόλυνες τόν ἅγιο ναό του μέ τίς βέβηλες καί μιαρές κοινωνίες μέ τούς αἱρετικούς. Καί μέ τό θρασύ σου χέρι καί τή γλώσσα σου ἐπιχείρησες νά καταλύσεις τή θεία καί ὑπερφυσική δόξα καί χάρη του…».

«Δι' αὐτό μήν τολμήσεις πλέον στό ἑξῆς νά τοῦ προσφέρεις τήν καθαρότατη καί ἀναίμακτη θυσία μέ χέρια ἀνόσια, βέβηλα καί γεμάτα ἀνθρώπινο αἷμα, ἀφοῦ, ὅπως εἶπα, ἔχεις ἤδη διαγραφεῖ ἀπό τόν κατάλογο καί ἔχεις ἀποβληθεῖ ὡς ἀποτρόπαιος ἀπό τό ἱερότατο πλήρωμα πού περιβάλλει τόν δικό μου Χριστό».

 

[3]  Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Συγγράμματα, Ἀναίρεσις γράμματος Ἰγνατίου, ΕΠΕ, τόμος Γ΄, σ. 607-609. Μτφρ. «Ὅσοι ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀνήκουν στήν ἀλήθεια· καί ὅσοι ἀνήκουν στήν ἀλήθεια ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».

[4] Αὐτόθι, Μτφρ. «πόσο δέ μᾶλλον ὅσο ἄν καταψεύδωνται ἐναντίον τῶν ἑαυτῶν τους, καλοῦντες ἑαυτούς καί ἀλλήλους ποιμένας καί ἀρχιποιμένας ἱερούς. Πράγματι ἐμεῖς δέν ἐδιδάχθημεν ὅτι ὁ Χριστιανισμός χαρακτηρίζεται ἀπό πρόσωπα, ἀλλά διά τῆς ἀληθείας καί τῆς ἀκρίβειας τῆς πίστεως».

[5] Αὐτόθι.

[6] Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἀναίρεσις ἐξηγήσεως τόμου Καλέκα,  ΕΠΕ, τόμος Γ', σ. 692.

[7] Ἰωσήφ Καλοθέτου, Λόγος Η΄, Κατά Ἰωάννου Καλέκα, στό Δ. Γ. Τσάμη, Ἰωσήφ Καλοθέτου Συγγράμματα, Θεσσαλονικεῖς Βυζαντινοί Συγγραφεῖς 1, Κέντρον Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 294–296. «Ἀλλ’ ὁ λόγος ἐπανίτω ὅθεν ἐξέβη. Λέγει γοῦν ὁ χρηστός ποιμήν οὗτος, ὅτι ἀποβλήτους ἡμᾶς πεποίηκεν ἑαυτῆς ἡ ἐκκλησία, ὡς μή θελήσαντας δοῦναι ὁμολογίαν ἔγγραφον. Ποίαν ἐκκλησίαν φάσκει ἀποβλήτους ἡμᾶς πεποιηκέναι; Τήν τῶν ἀποστόλων; Καί μήν παντάπασιν ἡμεῖς ἐκείνῃ σύμφωνοι καί σπουδασταί καί ὑπέρ ἐκείνης πάντα παθεῖν εἱλόμεθα καί πάντα πόνον καί κάματον γενναίως ὑποστῆναι ἐν τῷ παραστάντι Θεῷ συνακολουμένῳ ἡράμεθα καί ἐκείνης ἕνεκα ὁ μετά Θρασυμάχου καί Γλαυκοφάνους, ὅσαι ὧραι, πόλεμος. Ὥστ’ οὐχί ἐκείνην φάσκει ἀποβεβληκέναι ἡμᾶς — πῶς γάρ; — ἀλλ’ ἣν αὐτός ὑπεστήσατο νεοφανῆ ἐκκλησίαν καί νεοφανῆ δόγματα μετά τῶν περί τόν Θρασύμαχον καί Γλαυκοφάνην μειρακίων. Οἱ φαγόντες τράπεζαν Ἰεζάβελ παρ’ οὐδέν ἔθεσαν λόγους, νόμους, προφήτας, ἀποστόλους καί ὅσους ἄλλους. Πόθεν σύ ἐκκλησία εὐσεβῶν; Ἀπό τοῦ λόγου; Ἀπό τοῦ τρόπου; Ἀπό τῶν πράξεων; Ἀπό τῶν ὑγιῶν δογμάτων; Ἐργαστήριον τοίνυν γενόμενος παντός ψεύδους, πάσης διαβολῆς, παντός οὑτινοσοῦν φαύλου, παντός στασιαστικοῦ φρονήματος, πάσης ἀδικίας, πλεονεξίας, ἱεροσυλίας, ἁρπαγῆς, καπηλείας, εἶτα καί ἐκκλησίαν σεαυτόν — ὢ τοῦ θράσους! — χειροτονεῖς, οὐκ εἰδὼς ὅτι καί Νεστόριος καί Μακεδόνιος τάχ’ ἂν τοῦτ’ ἰσχυρίσαιντο, ὃ καί αὐτός ἰσχυρίζεσαι. Ἔσχον γάρ καί αὐτοί τήν αὐτήν αὐτῷ σοι καθέδραν. Πόθεν σύ ἐκκλησία; Ἀπό τοῦ δωροδοκεῖν; Ἀπό τοῦ ἐξαργυρίζειν τάς δίκας; Ἀπό τοῦ μή διαστέλλειν ἀναμέσον βεβήλων καί ἁγίων; Ἀπό τοῦ ἀνεῖσθαι τό ἱερόν πᾶσιν ἀνάγνοις καί βεβήλοις; Ἀπό τοῦ ἀναπείσαι τούς ἀνθρώπους ὁμογνόου αἵματος ἐμπίπλασθαι; Ἀπό τοῦ πιπράσκειν τήν χάριν τοῦ πνεύματος; Ἀπό τοῦ πληρῶσαι τήν ἐκκλησίαν πάσης αἱρέσεως — εἰμί δ’ ἐπ’ αὐτόν τόν κολοφῶνα τῶν κακῶν — ἤ ἀπό τοῦ ἐξαργυρίσαι τήν σήν εὐσέβειαν τῷ σῷ ἐπισκόπῳ σου καί τῶν συνεπομένων σοι, οὓς καί ἐκκλησίαν αὐχεῖς; Τοιαύτη μέν ἡ κατά σέ ἐκκλησία, ἣν πρῴην ὀλίγου ἀποστατήσας τῆς ἡμετέρας, ὑπεστήσω.

Ἡ δ’ ἡμετέρα ἐκκλησία, ἄνωθεν, ἁγνή, καθαρά, εἰρηνική, ἀπεχομένη παντός οὑτινοσοῦν φαύλου καί πονηροῦ καί πάσης ἡστινοσοῦν κακίας ἐλευθέρα καί ἀνεπίμικτος παντός ῥύπου καί σπίλου, πρεσβεύουσα τά ὑγιᾶ καί καθαρά καί ἀπελλικρινημένα δόγματα τῶν θεοφόρων ἀνδρῶν. Κεφαλή δέ τῆς ἐκκλησίας ὁ κύριος ἡμῶν, μέλη δέ καί μέρη τῆς τοιαύτης ἐκκλησίας τό σύστημα καί σύνταγμα τῶν εὐσεβῶν, οἳ καί ἀναλόγως ἔχουσι καθάρσεως πρός τήν ἑαυτῶν κεφαλήν, οὐχ ὁ δεῖνα οὕτως ἀτάκτως ἔχων καί μεμιασμένως».

Σέ μτφρ.: «Ἀλλά ἄς ἐπιστρέψει ὁ λόγος ἐκεῖ ἀπ' ὅπου ξεκίνησε. Λέει λοιπόν αὐτός ὁ «καλός ποιμένας» ὅτι ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀπέβαλε ἀπό τούς κόλπους της, ἐπειδή δέν θελήσαμε νά δώσουμε ἔγγραφη ὁμολογία. Ποιά Ἐκκλησία λέει ὅτι μᾶς ἀπέβαλε; Τήν Ἐκκλησία τῶν Ἀποστόλων; Καί ὅμως, ἐμεῖς συμφωνοῦμε ἀπολύτως μέ ἐκείνη, εἴμαστε ἀφοσιωμένοι σ' αὐτήν καί ἐπιλέξαμε νά ὑποστοῦμε τά πάντα διά χάρη της. Μέ τή συμπαράσταση τοῦ Θεοῦ ἀναλάβαμε νά ὑπομείνουμε μέ γενναιότητα κάθε κόπο καί ταλαιπωρία. Διά χάρη της γίνεται καί ὁ ἀδιάκοπος πόλεμός μας μέ τόν Θρασύμαχο καί τόν Γλαυκοφάνη. Ἑπομένως, δέν ἐννοεῖ ὅτι μᾶς ἀπέβαλε ἐκείνη —πώς θά μποροῦσε ἄλλωστε;— ἀλλά ἡ καινούργια ἐκκλησία πού ὁ ἴδιος συγκρότησε, μέ καινούργια δόγματα, μαζί μέ τούς νεαρούς ὀπαδούς τοῦ Θρασυμάχου καί τοῦ Γλαυκοφάνη. Αὐτοί πού ἔφαγαν στό τραπέζι τῆς Ἰεζάβελ περιφρόνησαν λόγους, νόμους, προφῆτες, ἀποστόλους καί ὅλους τούς ἄλλους.

Ἀπό πού καί ὡς πού εἶσαι ἐσύ Ἐκκλησία εὐσεβῶν; Ἀπό τή διδασκαλία σου; Ἀπό τή συμπεριφορά σου; Ἀπό τίς πράξεις σου; Ἀπό τά ὀρθά δόγματά σου; Ἐνῷ ἔχεις γίνει ἐργαστήριο κάθε ψεύδους, κάθε συκοφαντίας, κάθε λογῆς κακίας, κάθε στασιαστικοῦ φρονήματος, κάθε ἀδικίας, πλεονεξίας, ἱεροσυλίας, ἁρπαγῆς καί καπηλείας, ἔπειτα ἀνακηρύσσεις καί τόν ἑαυτό σου Ἐκκλησία —τί θράσος!— χωρίς νά γνωρίζεις ὅτι καί ὁ Νεστόριος καί ὁ Μακεδόνιος θά μποροῦσαν ἴσως νά ἰσχυριστοῦν αὐτό ἀκριβῶς πού ἰσχυρίζεσαι καί ἐσύ. Διατί καί ἐκεῖνοι κατεῖχαν τον ἴδιο θρόνο μ' ἐσένα.

Ἀπό πού καί ὡς πού εἶσαι ἐσύ Ἐκκλησία; Ἐπειδή δωροδοκεῖσαι; Ἐπειδή πουλᾶς τίς δικαστικές ἀποφάσεις; Ἐπειδή δέν ξεχωρίζεις τά βέβηλα ἀπό τά ἅγια; Ἐπειδή τό ἱερό εἶναι ἀνοιχτό σέ ὅλους τούς ἀκάθαρτους καί τούς βέβηλους; Ἐπειδή ἔπεισες τούς ἀνθρώπους νά χορταίνουν μέ το αἷμα τῶν ὁμοφρόνων τους; Ἐπειδή πουλᾶς τή χάρη τοῦ Πνεύματος; Ἐπειδή γέμισες τήν Ἐκκλησία μέ κάθε αἵρεση; Ἤ —διά νά φτάσω στό ἀποκορύφωμα τῶν κακῶν— ἐπειδή ξεπούλησες στόν δικό σου ἐπίσκοπο τήν εὐσέβειά σου καί τήν εὐσέβεια ὅσων σέ ἀκολουθοῦν, τούς ὁποίους μάλιστα καυχιέσαι ὅτι ἀποτελοῦν τήν Ἐκκλησία; Τέτοια εἶναι ἡ δική σου ἐκκλησία, τήν ὁποία συγκρότησες ἀφοῦ, πρίν ἀπό λίγο καιρό, ἀποστάτησες ἀπό τή δική μας.

Ἡ δική μας Ἐκκλησία, ὅμως, προέρχεται ἀπό τόν Θεό· εἶναι ἁγνή, καθαρή, εἰρηνική, ἀπέχει ἀπό καθετί φαῦλο καί πονηρό, εἶναι ἐλεύθερη ἀπό κάθε λογῆς κακία καί ἀμόλυντη ἀπό κάθε ρύπο καί κηλίδα. Πρεσβεύει τά ὀρθά, καθαρά καί ἀνόθευτα δόγματα τῶν θεοφόρων ἀνδρῶν. Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Κύριός μας, καί μέλη καί μέρη αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό σύνολο καί ἡ κοινότητα τῶν εὐσεβῶν, οἱ ὁποῖοι συνδέονται μέ τήν Κεφαλή τους ἀνάλογα μέ τόν βαθμό τῆς καθάρσεώς τους· ὄχι ὁ ὁποιοσδήποτε πού ζεῖ μέ τέτοια ἀταξία καί τέτοιο μολυσμό».

[8] Δ. Γ. Τσάμη, Ἰωσήφ Καλοθέτου Συγγράμματα, Θεσσαλονίκη 1980, εἰσαγωγή στόν Λόγο Η΄, σ. 72.

[9] Antonio Rigo, «Il prostagma di Giovanni VI Cantacuzeno del marzo 1347», Zbornik radova Vizantološkog instituta 50/2 (2013), σ. 741–762, ἰδίως σ. 741–742 καί 746. DOI: 10.2298/ZRVI1350741R. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου